|
Μύθος του Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892) |
|
|
|
Της φυλής των τετραπόδων
εβασίλευσεν ο λέων δικαιώματι κ΄ ελέω των ονύχων
και οδόντων. Ήτον άριστος μονάρχης, ήτον
τύπος βασιλέων, και νομίμως εκυβέρνα με
τον νόμον των λεόντων. Προς την ιδιοκτησίαν σέβας
έτρεφε των ζώων, κ΄ εξ αυτής λαμβάνων τρία,
άφιν΄ εν και εις εκείνα. Ήτον ένθερμος προστάτης
της ζωής των υπηκόων, ουδέ έτρωγε τινάς των, εκτός
μόνον αν επείνα. Είχε δύναμιν, και πλούτον,
και αφθόνους ο ευδαίμων είχεν υπουργούς, συμβούλους,
στρατηγούς κ΄ υποστρατήγους· επειδή δε πράος ήτον και
αμέτοχος πολέμων, στρατηγούς πολλούς μεν είχε,
στρατιώτας δε ολίγους. Αν τινές των μεμψιμοίρων
ευσεβάστως απετόλμων ή μικράς παρατηρήσεις ή
παράπονα ολίγα, ως εγύμνου αγριαίνων των
οδόντων του τον όλμον, και την χαίτην του ανόρθου,
το υπήκοον εσίγα. Δεν εσίγα πλην η Άρκτος, η
στριφνή του πόλου κόρη, αλλ΄ εις τους βαρείς της πόδας
κ΄ εις το ρύγχος πεποιθυία, όπου ίστατο και όπου εκινείτο,
κατηγόρει, και διέβαλλε βλασφήμως
υπουργούς και υπουργεία. Εις τον λέοντα μεν ήλθεν η
ιδέα να την φάγη, αλλά είδε πως το πράγμα
τινάς έχει δυσκολίας, και προς τρόπους γλυκυτέρους
διακείμενος, συνάγει τους υπόπτους υπουργούς
του να κριθούν επ΄ εκκλησίας. Κλοπάς άλλους ωφελούσας
μισών, ήθελε να μάθη αν τους υπουργούς δικαίως έψεγον
ή ανυπάρκτως. Αφ΄ ου ήλθον, και καθείς
των εις τον τόπον του εστάθη, είπεν. «Άρκτε, τώρα λέγε!»
- Και ωμίλησεν η Άρκτος. — Βασιλεύ! των υπουργών
σου καταγγέλλω σοι την πίστιν. Ο καλός σου πίθηξ ούτος,
χειρονόμει, χοροπήδα, βασιλεύ, το κράτος κλέπτει
με αναίδειαν μεγίστην, και τας χείρας να γεμίζη
και τας γνάθους του τον είδα. Τας πολλάς του καταχρήσεις
παραιτούμαι να εκθέσω. Εσωτερικών τον έχεις. Όρκον
δύναμαι να λάβω, εσωτερικά του είναι του
στομάχου του τα έσω. — Και ο λέων απεκρίθη
ηγεμονικώς· — Τον παύω! — — Ο των Στρατιωτικών σου,
λαγωός ο τροπαιούχος, χλωρόν φύλλον δεν αφήνει.
Εις το κράτος πόση βλάβη. Ο των ναυτικών, των ίππων
και των όνων ο ευνούχος, τρώγει μόνον και κοιμάται.
— Και ο εις κ΄ άλλος παύει. — — Και η τίγρις, του Δικαίου,
των φονέων και κακούργων είναι τρις φονικωτέρα. Κάμνει
του λαού σου θραύσιν. Ο των Οικονομικών σου!...
Κλέπτην ως αυτήν πανούργον την αλώπεκα δεν έχει η φυλή
των ζώων. — Παύσιν! Ιδού έπαυσα, ω Άρκτε,
υπουργούς τους δημοβόρους. Συ αντικατάστησέ τους, και
καλώς, πιστώς κυβέρνα. — — Δέχομαι μετ΄ ευπειθείας
και το βάρος και τους όρους. Μη φοβείσαι. Των ποδών μου
φθάνει να με θρέψ΄ η πτέρνα. Και ιδού η Άρκτος μέγας
υπουργός ισχύων τώρα, και δι΄ εν μειδίαμά του
μικροί τρέχον και μεγάλοι, και τις πρώτος να τω φέρη
κολακείας και τις δώρα· και της μεν ροφά την κνίσσαν,
και τα δε δεν αποβάλλει. Αλλ΄ η πονηρά αλώπηξ, το μνησίκακον
θηρίον, είπε προς τον βασιλέα· «—
Η ισχύς σου απατάται. Θ΄ αποδείξω ότι έχεις κλέπτην
υπουργόν κι αχρείον, αν να πράξω με αφήσης».
Και ο λέων είπε — Πράττε· — Τότε σχίζει κορμόν δένδρου,
πονηρά μηχανωμένη, και του κράτους το ταμείον,
σάρκας, κόκκαλα και κώλα, άλλοτε διεσπαρμένα και ανέλεγκτα,
τα δένει, τα μετρά, και εις το κοίλον
του κορμού τα κλείει όλα. Ιδού, έρχεται η άρκτος,
μακράς ώρας εργασθείσα, πεινασμένη, ως εδόθη εις
τας Άρκτους να πεινώσι· πλησιάζει το ταμείον. Τι
γλυκεία όζει κνίσσα! Τι θαυμάσι΄ ευωδίαι τους
μυκτήρας της κεντώσι! Περιβλέπεται, μη ξένος
οφθαλμός επιτηρήση, και το σχίσμα του ταμείου
ερευνά εκ του πλησίον, και το ρύγχος παρενείρει,
λέγουσα εν πεποιθήσει ότι ζη εκ του ταμείου ο
δουλεύων το ταμείον. Αίφνης κλείεται το σχίσμα,
και το ρύγχος εντός μένει! μάτην στρέφεται η Άρκτος,
και φρυάττει, και μυκάται· συνελήφθη· κ΄ η αλώπηξ ιδού
φθάνει ορχουμένη, και φωνάζει· Κλέπται, κλέπται!
χωροφύλακες, ελάτε! Αι κραυγαί της συναθροίζουν
όλον στράτευμα ποιμένων· τρέχουν έκθαμβοι, κρατούντες
άλλος λίθον, άλλος ξύλον, και τον υπουργόν ως βλέπουν
εις παγίδα δεσμευμένον, όλοι τον περικυκλόνουν και
ξυλοκοπούν τον φίλον. Εκεί φθάνει και ο λέων, πνέων
πυρ εκ των μυκτήρων. — Δούλε άπιστε, την λέγει,
σ΄ εμπιστεύθην. Τι μωρία! Συ τους άλλους κατηγόρεις,
και των άλλων είσαι χείρων. Πήγαινε, σε περιμένει η
εσχάτη τιμωρία. — Το συμβάν ηκούσθη· τρέχουν
μικρά ζώα και μεγάλα εν χορδαίς και εν τυμπάνοις
και μετά χαράς μεγίστης· άλλα δράμουσ΄ ή πηδώσιν, έρπουσ΄
ή πετώσιν άλλα, και μετά των άλλων ήλθον
ως και Άρκτοι συγγενείς της. και αναλαβών ο λέων τον
βασιλικόν του τρόπον, εις την πλήθουσαν εκείνην
των αλόγων εκκλησίαν να τω φέρουν διατάττει την
αυθάδη κρεωκλόπον, και εις υψηλήν αγχόνην την
κρεμά μακράν πλατείαν. Κ΄ επαιδεύθ΄ η συκοφάντις,
κ΄ επεκρότησε το πλήθος, κ΄ η αλώπηξ να το λέγει,
τρέχει και ακόμα τρέχει. Τι δηλούσι ταύτα όλα. Όλα
ταύτα είναι μύθος. Και το Επιμύθιόν του; — Επιμύθιον
δεν έχει.- |
|
|
|
Στο κείμενο παρεμβάλλονται τέσσερις γκραβούρες. Ως υποσημείωση
παρατίθεται το εξής κείμενο : «Παρακαλούνται οι εκασταχού αναγνώσται να πιστεύσωσιν ότι
ο μύθος ούτος δεν έχει ποιώς εφαρμογής σκοπόν ή αξίωσιν, αλλ΄ εγράφη μόνον
προς αφιλή εξήγησιν των εικονογραφιών αίτινες δεν είναι εδική μας επίνοια, αλλ΄ ευφυές προϊόν γραφίδος
Γερμανικής. (Σ.Σ.)» |
|
|
|
Περιοδικό Η Ευτέρπη, Τόμος 1, τεύχος 3 (1847), σ. 5-8. |