Ο ύμνος του μαχαραγιά

του Πλάτωνος Ροδοκανάκη (1883-1919)

 

    

Mon cœur s’ est senti malade dans ma poitrine,

Depuis me premiers jours jusque à l’ heure présente.

 

Pantoum Malais

 

 

            Όταν το μαύρον του κόρακος πτερόν εφώλευε υπό την ασελγή των βλεφαρίδων σου νύκτα, η ζηλότυπος χειρ της Λακμέ ηθέλησε να το σύρη μακράν. Ο Σίβας όμως ετίναξε επάνω εις τας παρειάς του όσον είχε απομείνει χρώμα, και εσκόρπισε εκεί τους μαύρους στήμονας ενός άνθους, το οποίον κοκκινίζει μαδημένον, και λιποθυμεί εις τα χείλη σου.

 

            Είναι μαργαρίται μαύροι, τους οποίους θα συνάξω με κοράλινα δίκτυα, εις την επιφάνειαν μιας θαλάσσης από γάλα.

 

            Μαύρα ριπίδια είναι, τα οποία ανοιγοκλείονται με ηδονικούς σπασμούς, επάνω από τους αργυρούς κάλυκας των τριανταφύλλων του Γάγγου, όταν η πεταλούδα απορροφά με λαγνείαν τα ολόγλυκά των φιλήματα.

 

            Κάτω από την θλιβεράν κυπάρισσον μιας παγόδας από πορσελάνην, εκεί εις τα κρυστάλλινα νερά, με το οποία μοιρολογεί η πηγή των Βραχμάνων το αιματοκύλισμα της ροδοδάφνης, συνήντησα τους μαύρους των περιστερών οφθαλμούς, όταν εβόιζον και έτρεχον να δροσίσουν τα χιονώδη πτερά των.

 

            Όπως οι μαύροι κύκνοι της Ωκεανίας, οι οποίοι κολυμβούν και διασχίζουν τους πορφυρούς κρίνους και τους ωχρούς λωτούς των μαγευμένων λιμνών, είναι οι μαύροι του προσώπου σου θρόμβοι.

 

            Εις εν μαρμάρινον στερέωμα σβήνονται καθώς άστρα, τα οποία απηνθράκωσεν ο φλογισμένος των χειλέων σου γαλαξίας.

 

            Είναι καθώς οι όνυχες της οδαλίσκης, βαμμένοι με κνα, όταν ταλαντεύη τους μαύρους των βοστρύχων της όφεις, και απλώνει με πόθον τα αλάβαστρα δύο λαξευτών βραχιόνων, εις το λευκόν σώμα του γυμνού ερωμένου της.

 

            Ομοιάζουν προς το σκοτεινόν νέφος με το οποίον στρώνει ο ιδρωμένος χνους, την χλιαρότητα της μελιχρώδους μασχάλης των εφήβων του Ζάρο.

 

            Μού ενθυμίζουν την πυκνήν, την βλάστησιν των εβένων, ήτις περιβάλλει τα μαρμάρινα άδυτα των σωμάτων.

 

            Παν σώμα γυμνόν, είναι ναός ελεφάντινος.

 

            Είναι ιερόν του Μίθρα ή της Αστάρτης, όπου η ψυχή τελεί Ελευσίνια.

 

            Το πρόσωπόν σου έχει την κουρασμένην έκφρασιν του άνθους μανωλίας, όταν από το μετάξινον κύπελλον των πετάλων του μεθύσκονται οι λευκοί παπαγάλοι, με τας βαλαμώδεις των τροπικών ευωδίας.

 

            Όταν.έκυψες δια να συνάξης τους σκορπισμένους καρπούς των βυσσίνων, εσύρθησαν αι μαύραι νεφέλαι της κόμης σου κάτω.

 

            Δύο ηφαίστεια μαρμάρινα, ανεστραμμένα, είχον εκραγή επί του στήθους σου.

 

            Εν μέσω του καπνού εκείνου παρετήρησα τας φλογεράς κορυφάς των, και τα χείλη μου εκάησαν από τας μαύρας ρανίδας της λάβας η οποία εσκορπίζετο πέριξ.

 

            Αι τίγρεις της Βεγγάλης και οι πάνθηρες της Λαχώρας, αν συνενώσουν τας μαύρας φολίδας του χρυσομάλλου του δέρατος, δεν θα συμπυκνώσουν ποτέ τόσην νύκτα, όσην η δρόσος εσκόρπισεν εις μαύρας σταγόνας, κάτω από τους αιματωμένους μαστούς σου.

 

            Θέλω τα χείλη μου να απλωθούν, όπως μαραίνονται και φυλλορροούν και χύνονται πέριξ τα δαντελλωτά πέταλα του οπίου.

 

            Πυρακτωμένα θέλω τα χείλη μου να απλωθούν και να πυρπολήσουν τους μαύρους κόκκους της αλόης, η οποία θυμιάζει της σαρκός σου την δόξαν.

 

            Η θρησκευτική ευωδία των Περσικών αγρών να υπνωτίση τας αισθήσεις μου θέλω, και να διαιωνισθή η πένθιμος ηδονή των οφθαλμών μου, εις την φλόγα των απηγορευμένων της Κίνας οπτασιών.-

 

 

Πλάτων Ροδοκανάκης : De profundis (επιλογή), εκδόσεις Στιγμή 1987, σ. 15-18.

 

Ο επιμελητής της έκδοσης Νάσος Βαγενάς σημειώνει (αυτόθι, σ. 65-67) : «(…) Ένας συγγραφέας που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος των υπερρεαλιστών μας – αδιάφορο αν αυτοί τον διάβασαν ή όχι – είναι ο λησμονημένος σήμερα Πλάτων Ροδοκανάκης του De profundis. (…) (Π)αράγει με τη μεταλλική και απαστράπτουσα καθαρεύουσά του μια στιβαρή φωνή, που απομακρύνει τα πεζοτράγουδά του από τον γλυκερό συναισθηματισμό των πεζοτράγουδων σε δημοτική. (…) Θα πρέπει σήμερα να δούμε το De profundis με καινούργια μάτια. Γιατί η υπερρεαλιστική εμπειρία μάς κάνει ν΄ ανακαλύπτουμε σ΄ αυτό ορισμένα στοιχεία που ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να τα διακρίνει κανείς προηγουμένως. Η γλώσσα του De profundis, που δημοσιεύεται το 1908, μέσα στην ατμόσφαιρα των επινικίων της δημοτικής στην ποίηση, φαίνεται σήμερα λιγότερο σαν μια επιβίωση της ελληνικής ρομαντικής έκφρασης και περισσότερο η καταστρατήγηση μιας, ιστορικά αναγκαίας όμως κατά βάθος απλοποιητικής, γλωσσικής ορθοδοξίας, το προοίμιο μιας διάθεσης που θα ολοκληρωθεί αργότερα με την Υψικάμινο».