Καϊρινό σκίτσο

του Σωτήρη Σκίπη (1879-1952)

 

            Στενοσόκακα, φωτισμένα με κόκκινα φανάρια. Το ένα αφίνουμε, στο άλλο μπαίνουμε και ποτέ δε σώνονται.

 

            Τώρα κοιτάζω ένα μαγαζάκι χαμηλόσκεπο, που είναι σαν είδος ταβέρνας. Μέσα δεξιά ένας στενός σοφάς κι απάνω του αραδιασμένοι σταυροπόδι, κάθονται οι χωριανοί τυλιγμένοι τις κελεμπίες τους, που ήρθαν από κοντινά και μακρινά χωριά για να το ρίξουν όξω.

 

            Φουμέρνουνε χασίς σε μακρουλά τσιμπούκια και τα μάτια τους λιγοθυμισμένα ρίχνουν σαν αγκίστρια βλέμματα για να ψαρέψουν – ποιος ξέρει – τι μαγικές, χίλιων και μια νυχτών, εικόνες που περνάνε γοργοκίνητες στο θολωμένο τους μυαλό.

 

            Πιο κάτου μια ελληνική επιγραφή: Καφενείο «η Βραζιλία» με ξαφνιάζει. Σύχρονα στ΄ αυτιά μου κουδουνίζουν λίγες θυμωμένες φράσεις, σ΄ εφτανησιώτικη προφορά, του καφεντζή προς τον παραγιό – ένα διαβολάκο Κασσιώτη – που έσπασε τρία φλυντζάνια στα πόδια ενός πελάτη ταλλαρά.

 

            Αθάνατε ρωμιέ! Πες μου ποια τρύπα καθαρή ή ακάθαρτη του γέρου αυτού πλανήτη βρίσκεται, που δεν άκουσεν ή δεν ακούει τη μιλιά σου;

 

            Απ΄ όξω στη γωνιά, μια λατέρνα του έντεκα είν΄ αραγμένη. Ο λατερνατζής γυρίζει το μηχάνημα κι ένας αμανές ξεχύνεται μονότονος και τυλίγει στους λιμνασμένους ήχους του όλη την ύποπτη γειτονιά, μ΄ όλες τις άθλιες υπάρξεις, που σκέπουν κάτου απ΄ τις ασφυχτικές σκεπές τους. Υπάρξεις, που κυλίστηκαν στη λάσπη σα βατράχισσες για να δίνουν, αντί για λίγα γρόσια, την ηδονή της στιγμής στους πηγαινοερχάμενους βατραχούς.

 

            Σ΄ άλλο καφενεδάκι, με ντόπιο καταστηματάρχη αυτόν, πελάτες είναι γεμάτο, που ήρθαν από τα βάθη της Αφρικής να σεργιανίσουν το Μεσίρι, την ξακουστή πρωτεύουσά τους. Αμίλητοι παρακολουθάνε τους ξεκουφαντικούς ήχους ενός νταουλιού που βαρεί με άχτι μισόγυμνος αραπάκος.

 

            Μέσα από σιδερένια κάγκελα, σα μέσα από τεράστιο θεριοκλουβί, προβάλλει πιο πέρα η χοντροπέτσω Σουντανέζα σαν κάποιος σκιάχτης. Είναι κι αυτή απ΄ τις λεγάμενες και μάλιστα από τις πιο περιζήτητες.

 

            Τα πλαδαρά μελαψά της κρέατα φαίνεται πως κεντούν τον πόθο σε πλήθος από πελάτες και η σειρά των άσπρων δοντιών της, που αφήνουν κάποτε να ξανοίγονται τα μελιτζανένια της, πρισμένα της χείλια, μαγεύουν και τους πιο μερακλήδες.

 

            Ζυγιάζει τ΄ ασπράδια των ματιών της και θωρώντας μας χαύνα μάς προσκαλεί στη λιπαρή της γλώσσα κιόλο χαϊδεύει ηδονικά με τ΄ αρκουδίσια χέρια της το στρογγυλό χαλκά, που είναι περασμένος από το μεσόφραγμα της πλατικωμένης μύτης της σαν σύμβολο της αιώνιας βαρβαρότητας ενώ η παραφέντισσα της τρώγλης φουμέρνει στη γωνιά το ναργιλέ της, κατσουφιασμένη και δυσαρεστημένη που η φημισμένη κράχτισσα αργεί να καταχτήσει τις καρδιές μας.

 

            Αγνάντια, στο μικρό καπνάδικο, ένας ευλαβής φελλάχος διαβάζει, μ΄ όλ΄ αυτά, μεγαλόφωνα χωρία από το ιερό κοράνι, ενώ ο καπνοπουλητής συντροφεύει το διάβασμα με ρυθμικό κούνημα της κεφαλής, που δεν το διακόβει κι όταν ακόμα εξαναγκάζεται να δώσει πράμα στους πελάτες και να μετρήσει τον παρά.

 

            Τάχα το κάνει για να διασκεδάσει τους πειρασμούς του, που είναι τόσοι πολλοί, μέσα σ΄ αυτά τα πονηρά σοκάκια της ζωής, όπου τον έριξεν η τύχη να κερδίσει το ψωμί του;

 

            Ωστόσο ο Μωάμεθ σίγουρα, δε θάχει καμμιά αφορμή να μένει δυσαρεστημένος, όταν θωρεί από τα ουράνια σε τι στενές γωνιές εχώρεσεν ο πλατύς σα φαρδομάνικο λόγος του.-

 

 

Ο Νουμάς, τόμος 20, αρ. 776 (1923), σ. 483-484.