ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

ΤΟΥ ΛΟΡΔΟ ΜΠΑΪΡΟΝ

1

Λευτεριά, για λίγο πάψε

να χτυπάς με το σπαθί.

Τώρα σίμωσε και κλάψε

εις του Μπάιρον το κορμί.

2

Και κατόπι ας ακλουθούνε

όσοι επράξανε λαμπρά.

αποπάνου του ας χτυπούνε

μόνο στήθια ηρωικά.

3

Πρώτοι ας έλθουνε οι Σουλιώτες,

και απ' το Λείψανον αυτό

ας μακραίνουνε οι προδότες

και απ' τα λόγια οπού θα πω.

4

Φλάμπουρα, όπλα τιμημένα,

ας γυρθούν κατά τη γη,

καθώς ήτανε γυρμένα

εις του Μάρκου τη θανή,

5

που βαστούσε το μαχαίρι,

όταν του 'λειψε η ζωή,

μεσ' στο ανδρόφονο το χέρι,

και δεν τ' άφηνε να βγει.

6

Αναθράφηκε ο γενναίος

στων αρμάτων την κλαγγή.

Τούτον έμπνευσε, όντας νέος,

μία θεά μελωδική.

7

Με τες θείες τις αδελφάδες

εστεκότουν σιωπηλή,

ενώ αυξαίνανε οι λαμπράδες

στου Θεού την κεφαλή,

8

που εμελέτουνε τη Χτίσι.

Και ότι εβγήκε η προσταγή,

οπού εστένεψε τη Φύση

αιφνιδίως να φωτιστεί,

9

Με τα μάτια ακολουθώντας

το νεογέννητο το φως,

και σε δαύτο αναφτερώντας,

της εξέβγαινε ο ψαλμός

10

απ' τ' αθάνατο το στόμα,

κα απομάκραινε η βροντή,

που το Χάος έκανε ακόμα

στην ογλήγορη φυγή,

11

έως που ολόκληρον εχάθη

στου Έρεβου τη φυλακή,

όπου απλώθηκε και εστάθη

σαν στην πρώτη του πηγή.

12

- Ψάλλε, Μπάιρον, του λαλούσε,

όσες βλέπεις ομορφιές.

και κειός, που εκρυφαγροικούσε

ανταπόκριση μ' αυτές,

13

βάνεται, τες τραγουδάει

μ' ένα χείλο αρμονικό,

και τα πάθη έτσι στου ’γγιάει,

που τραγούδι πλέον ψηλό,

14

δεν ακούστηκεν, απ' ώτα

έψαλ' ο Άγγλος ο τυφλός

τ' αγκαλιάσματα τα πρώτα

που έδωσ' άντρας γυναικός.

15

Συχνά εβράχνιασε η μιλιά του

τραγουδώντας λυπηρά,

πως στον ήλιον αποκάτου

είναι λίγη ελευθεριά.

16

"Κάθε γη" παραπονιέται

"εσκλαβώθηκε - είναι μια,

όπου ο άνθρωπος τιμιέται,

από δώθενε μακριά;

17

Την οποία χτυπάει το νάμα

σύνορα τ' Ατλαντικό.

μετανιώνει εν τω άμα

όποιος πάει με στοχασμό,

18

τη γλυκειάν Ελευθερία

να την βλάψει από κοντά.

το δοκίμασεν η Αγγλία!

κανείς πλέον ας μην κοτά".

19

Και ότι βούλεται να φύγει

εκεί πέρα ο Ποιητής,

ανεπόλπιστα ξανοίγει

εσέ εδώ να πεταχτείς.

20

Επετάχτηκες: Μονάχη.

Χωρίς άλλος να σου πει.

Τώρα αρχίνησε τη μάχη,

κι εγώ πλάκωσα μαζί.

21

Να σ' το πει, και να σε ρίξει

στων Τουρκών τες τουφεκιές

ασυντρόφιαστη, αν ξανοίξει

τες περίστασες δεινές,

22

κι αν τες εύρει ευτυχισμένες,

να ’λθει αντίς για τον εχθρό,

μ' άλλες άλυσες φτειασμένες

αποκάτου απ' το Σταυρό,

23

πούχε λάβει στες αγκάλες

από μας, κι είχε θεούς,

αστραπές, ανεμοζάλες,

και βροντές και ποταμούς.

24

Μόνον τ' αδικοσφαγμένα

τα παιδιά σου, στριμωχτά,

με τα χέρια τσακισμένα

σε εσπρώξαε ομπροστά,

25

και Συ εχύθηκες, πετώντας

μία ματιά στον Ουρανό,

που τα δίκια σου θωρώντας,

αποκρίθηκε: Είμ' εδώ.

26

Και χτυπώντας ξεθυμαίνει

εις το πέλαγο, εις τηγη,

η ρομφαία σου πυρωμένη

οχ την Άπλαστη Φωνή.

27

Και θαυμάσια τόσα πράχτει,

οπού οι Τύραννοι της γης

σ' εσέ κίνησαν με άχτι,

όμως έστρεψαν ευθύς.

28

Χαίρε! Κι όποιος σε μισάει,

και πικρά σε λοιδορεί,

ευτυχιά να πιθυμάει,

και ποτέ να μη την δει.

29

και να κλαίει πως ήλθε η ώρα

η πατρίς του να δεθεί

με τα σίδερα, που τώρα

πας συντρίβοντας Εσύ.

30

Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους,

που εξανάλαβαν γοργά

πάλι ελεύθερους ανθρώπους.

Και του Μπάυρον τη χαρά.

31

Χαίρου, ανάμεσα στα άλλα

πράγματα που σε τιμούν.

Οι μεγάλοι τα μεγάλα,

που τους μοιάζουνε, αγαπούν.

32

Βλέποντάς σε αναγαλλιάζει

η θλιμμένη του ψυχή,

και του λέει. Όπλα φωνάζει

τώρα η Ελλάδα. Πάμε εκεί.

33

Και κινάει να σ' απαντήσει

και η Φήμη του Ποιητού,

που τον κόσμο είχε γυρίσει,

και τη δέχτηκαν παντού,

34

μπροστοπάταε, να σε κράξει

με όνομα τόσο γλυκύ,

που όποιο μάτι σε κοιτάξει

σε ξανοίγει πλέον σεμνή.

35

Τον ακολούθησεν ο πλούτος,

θείος στα χέρια του καλού,

και κακόπραχτος, αν ούτως

και είν' στα χέρια του κακού.

36

Μ' ένα βλέμμα οπού φονεύει

τα φρονήματα τα αισχρά,

τρομερή τον συντροφεύει,

στέκοντάς του εις τη δεξιά.

37

Και όντας άφαντη στους άλλους,

του Αλκαίου η σκιά,

και τους ώμους τους μεγάλους

λίγο γέρνοντας, κρυφά,

38

λόγια αθάνατα του λέει,

με τα οποία στα σωθικά

το θυμό του ξανακαίει

εναντίον στην αδικιά.

39

θυμόν, τρόμο όλον γεμάτον,

που νικάει την ταραχή

των βροντόκραυγων αρμάτων,

και πετιέται ολού με ορμή,

40

και του τύραννου χτυπάει

τη βουλή, και την ξυπνά,

στη στιγμή που μελετάει

των λαών τη συμφορά.

41

Μόνον άκουε του Κοράκου

της Αυστρίας το κραυγητό,

που δεν έκρωζε του κάκου,

και επεθύμαε το κακό.

42

Ομοίως έστρεφεν η Μοίρα,

που είχε πάντοτε σταθεί

μές' στης Κόλασης τη θύρα

με το κρίμα ανταμωτή,

43

έστρεφε κατά τη Χτίση,

γιατί εμύριζε νεκρή

μυρωδιά, που χε σκορπίσει

η πικρή μεταβολή.

44

Και από τ' άπειρο διάστημα

αντισήκωνε ψηλά

το μιαρό της το ανάστημα,

να χαρεί τη μυρωδιά.

45

Στην Ελλάδα χαροκόπι.

Γιατί Εκείνον, που ζητεί,

βλέπει νάρχεται, και οι τόποι

που η σκλαβιά καταπατεί,

46

χαμηλή την κεφαλήν τους,

αγροικώντας τη βουή,

εδακρύζαν, και οι δεσμοί τους

τους εφάνησαν διπλοί.

47

Αλλά αμέσως όλοι οι άλλοι

που είχαν ελευθερωθεί,

και έχουν δάφνη στο κεφάλι

που δεν θέλει μαραθεί,

48

τες σημαίες τους ξεδιπλώνουν,

και τες δάφνες που φορούν

χαιρετώντας τον σηκώνουν,

και μ' αυτές τον προσκαλούν.

49

Που θα πάει; Βουνά και λόγγοι

και λαγκάδια αϊλογούν.

Που θα πάει; - Στο Μεσολόγγι,

και άλλοι ας μη ζηλοφθονούν.

50

Τέτοιο χώμα, απ' την ημέρα

τη μεγάλη του Χριστού,

που είχε φέρει απ' τον αιθέρα

τιμή εμάς και δόξα Αυτού,

51

εις ιερό προσκυνητάρι,

και δε θέλει πατηθεί

από βάρβαρο ποδάρι,

πάρεξ όταν χαλαστεί.

52

Δεν ήταν τη μέρα τούτη

μοσχολίβανα, ψαλμοί.

Να, μολύβια, να, μπαρούτι,

να, σπαθιών λαμποκοπή.

53

Στον αέρα ανακατώνονται

οι σπιθόβολοι καπνοί,

και από πάνου φανερώνονται

ίσκιοι θείοι πολεμικοί.

54

Και είναι αυτοί, που πολεμώντας

εσκεπάσανε τη γη,

πάνου εις τ' άρματα βροντώντας

με το ελεύθερο κορμί.

55

Και αγκαλιάσματα εκεί πλήθια,

δάφνες έλαβαν, φιλιά,

όσα ελάβανε εις τα στήθια

βόλια τούρκικα, σπαθιά.

56

Όλοι εκείνοι οι πολεμάρχοι

περιζώνουνε πυκνοί

την ψυχή του Πατριάρχη,

που τον πόλεμο ευλογεί.

57

Και αναδεύονται, και γέρνουν,

και εις το πρόσωπο ιλαροί,

χεραπλώνουνε και παίρνουν

από τη σπιθοβολή.

58

Εδώ βλέπει αντρειωμένα

να φρονούν παρά ποτέ.

Και όλος έρωτα για σένα

προσηλώνεται εις εσέ.

59

Το πουλί, που βασιλεύει

πάνου εις τ' άλλα τα πουλιά,

γληγορώτατα αναδεύει

τα αιθερόλαμνα φτερά,

60

τρέχει, χάνεται, και πίνει

τόλμην πίνει ο οφθαλμός

από τ' άστρον, οπού χύνει

κύματα άφθαρτα φωτός.

61

Πλανημένη η φαντασιά του

μέσα στο μέλλον το αργό,

που προσμένει τ' όνομά του

να το κάμη πλέον λαμπρό,

62

ολοφλόγιστη πηδάει

εις σε μια ματιού ροπή.

Στρέφει απέκει και κοιτάει.

Ανεκδιήγητη αντηχεί,

63

απ' του κόσμου όλου τα πέρατα

του καιρού η χλαλοή,

και διηγώντας του τα τέρατα

του χτυπάει την ακοή.

64

Έθνη που άλλα φοβερίζουν,

φωνές, θρόνοι δυνατοί.

Άλλοι πέφτουνε, άλλοι τρίζουν,

και άλλοι ατάραχτοι και ορθοί.

65

Από φόβο και από τρόμο,

από βάρβαρους δεσμούς,

που ναι σκόρπιοι εις κάθε δρόμο,

και από μύριους υβρισμούς,

66

βγαίνει, ανάμεσα στους κρότους

των γενναίων που την παινούν,

και κοιτούνται ανάμεσό τους

για το θαύμα που θωρούν,

67

μια γυναίκα, πούχε βάλει

μές στα βάσανα ο καιρός,

ξαναδείχνοντας τα κάλλη

που της έσβησε ο ζυγός,

68

μόνον έχοντας για σκέπη

τα τουφέκια τα εθνικά,

και το χαίρεται να βλέπει

πως και Αυτός την ακλουθά.

69

Αχ! συνέρχεται… ξανοίγει

Ερινύαν φαρμακερή,

οπού αγιάτρευτην ανοίγει

της Ελλάδας μίαν πληγή.

70

Ερινύαν από τα χθόνια

που η Ελλάδα απαρατά.

Η θεομίσητη Διχόνοια

που τον άνθρωπο χαλνά.

71

Αφού εδιώχτηκε από τ' άστρα

όπου ετόλμησε να πα,

πάει στους κάμπους, πάει στα κάστρα,

χωρίς να βρη δυσκολιά.

72

Και κρατώντας κάτι φίδια

που είχε βγάλει απ' την καρδιά,

και χτυπώντας τα πιτήδεια

εις τους Έλληνας, περνά.

73

Και όχι πλέον τραγούδια νίκης

ωσάν πρώτα, ενώ τυφλά,

με το τρέξιμο της φρίκης,

τούρκικα άλογα πολλά,

74

ετσακίζανε τα χνάρια

στην απέλπιστη φυγή,

και εγκρεμίζαν παλληκάρια

του γκρεμνού από την κορφή.

75

Όχι, πλέον, όχι τα δυνα-

τά στοιχεία να μας θωρούν,

και να οργίζωνται και εκείνα

και για μας να πολεμούν.

76

Αλλά πάει στους νόας μία θέρμη,

που είναι αλλιώτικη απ' αυτή,

οπού εσκόρπισε στην έρμη

Χιο του Τούρκου η πιβουλή,

77

όταν τόσοι επέφταν χάμου,

και με λόγια απελπισιάς,

κόψε με, έλεγαν, Αγά μου,

και τους έκοβεν ο Αγάς.

78

Όμως θέρμη. Ποίος υβρίζει

τον καλύτερο, και ποιος

λόγια ανόητα ψιθυρίζει.

Άλλος στέκεται οκνηρός.

79

Άλλος παίρνει το ποτήρι

αποκάτου απ' την ελιά,

ωσάν νάτουν πανηγύρι,

με τα πόδια διπλωτά.

80

Και άλλοι, αλίτηροι! χτυπώντας

πέφτουνε στον αδελφό,

και παινεύονται, θαρρώντας

πως εχτύπησαν εχθρό.

81

Και τους φώναξε: "Φευγάτε

της Ερινύας την τρικυμιά.

Ω! τι κάνετε; Που πάτε;

Για φερθείτε ειρηνικά.

82

"γιατί αλλιώς θε να βρεθείτε

ή με ξένο βασιλιά,

ή θα καταφανισθείτε

από χέρια αγαρηνά".

83

Αφού εδώ στην παλαιά σου

κατοικία και άλλη φορά

με διχόνοιες τα παιδιά σου

σου ετοιμάσανε εξοριά,

84

από τότες οπού εσώθη

στην Ελλάδα ο Στρατηγός,

οπού ο Έλληνας ειπώθη

και τώρα όχι ο στερινός,

85

έως που ο κόσμος εβαστούσε

τον απάνθρωπον Αλή,

που όσον αίμα και αν ρουφούσε

τόσο εγύρευε να πιεί.

86

Επερνούσαν οι αιώνες

ή σε ξένη υποταγή,

ή με ψεύτικες κορώνες,

ή με σίδερα και οργή.

87

Και ήλθε τότες και επερπάτει

όπου επάταγες Εσύ,

και του δάκρυζε το μάτι,

και επιθύμαε να Σε ιδεί.

88

κι έλεε: πότε έρχεσαι πάλι!

Και δεν είναι αληθινό,

πως μας είχε αδικοβάλει

με βρισιές και με θυμό.

89

Εζωγράφιζαν οι στίχοι

τον γαλάζιον ουρανό,

και εκλαιόνταν με την τύχη

και με τ' άστρο το κακό,

90

εις το οποίον έχει να σκύψει

κάθε δύναμη θνητή,

και η πατρίδα του να στρίψει

παντελώς δεν ημπορεί.

91

Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα,

και με φέρσιμο τερπνόν

βλέπει αδύνατα τα τόξα

των αντίζηλων εθνών.

92

Και λαούς αλυσοδένει,

και εις τα πόδια τους πατεί,

και το πέλαγο σωπαίνει

αν του σύρει μια φωνή.

93

Τέχνες, άρματα, σοφία,

τήνε κάνουν δοξαστή,

όμως θα βρούνε ευκαιρία

να τη φθείρουνε οι καιροί,

94

και να ιδή το ριζικό της

καθώς είναι η καταχνιά,

που εις το κλίμα το δικό της

κρύβει την αστροφεγγιά.

95

"Που είν', θα λένε σαστισμένοι,

το Λεοντάρι το Αγγλικό;

Είναι η χήτη του πεσμένη,

και το μούγκρισμα βουβό".

96

Αλλ' η Ελλάς να ξαναζήσει

ήταν άξια, και να ιδεί

ο ερχομός να την τιμήσει

του υψηλότατου Ποιητή.

97

Έστεκε στο μισημένο

το ζυγό μ' αραθυμιά.

Το ποδάρι είχε δεμένο,

αλλά ελεύθερη καρδιά.

98

Εκαθότουνε εις τα όρη

ο Σουλιώτης ξακουστός.

Να τον διώξει δεν ημπόρει

πείνα, δίψα, και αριθμός.

99

Συχνά σπώντας τα θηκάρια

με τα χέρια τα λιγνά,

ορμούν σ' άπειρα κοντάρια.

Τες γυναίκες των συχνά,

100

μεγαλόψυχα τραβάει

τον ίδιον αίσθημα τιμής,

που κοιτώντας τον Κομβάυ

είχε ο ανδρείος Τραγουδιστής.

101

Τες εμάζωξε εις το μέρος

του Τσαλόγγου το ακρινό

της ελευθεριάς ο έρως

και τες έμπνευσε χορό.

102

Τέτοιο πήδημα δεν το είδαν

ούτε γάμοι, ούτε χαρές,

και άλλες μέσα τους επήδαν

αθωότερες ζωές.

103

Τα φορέματα εσφυρίζαν

και τα ξέπλεκα μαλλιά,

κάθε γύρο που εγυρίζαν

από πάνου έλειπε μια.

104

Χωρίς γόγγυσμα κι αντάρα

πάρα εκείνη μοναχά,

οπού έκαναν με την κάρα,

με τα στήθια, στα γκρεμά.

105

Στα ίδια όρη εγεννηθήκαν

και τα αδάμαστα παιδιά,

που την σήμερο εχυθήκαν

πάντα οι πρώτοι στη φωτιά.

106

Γιατί, αλίμονον! γυρίζοντας

τους ηύρε ο Μπάυρον σκυθρωπούς;

Εγυρεύανε δακρύζοντας

τον πλέον ένδοξο απ' αυτούς.

107

Όταν στης νυχτός τα βάθη

τα πάντα όλα σιωπούν,

και εις τον άνθρωπο τα πάθη,

πούναι ανίκητα, αγρυπνούν,

108

και γυρμένοι εις το πλευρό τους

οι στρατιώτες του Χριστού,

μύρια βλέπουν στ' όνειρό τους

ξεψυχίσματα του εχθρού,

109

αυτός άγρυπνος στενάζει,

και εις την πλάκα την πικρή,

που τον Μπότσαρη σκεπάζει,

για πολλή ώρα αργοπορεί.

110

Έχει πλάγιασμα θανάτου

και άλλος άντρας φοβερός

εις τα πόδια του αποκάτου,

και είναι αντίκρυ του ο ναός.

111

Ακριβό σαν την ελπίδα

που έχει πάντοτε ο θνητός,

γλυκοφέγγει απ' τη θυρίδα

της Άγιας Τράπεζας το φως.

112

Μέσαθε έπαιρνε ο αέρας

με δροσόβολη πνοή

το λιβάνι της ημέρας,

και του τόφερνε ως εκεί.

113

Δεν ακούς γύρου πατήματα.

Μον' τον ίσκιο του θωρείς,

οπού απλώνεται στα μνήματα,

έρμος, άσειστος, μακρύς,

114

καθώς βλέπεις και μαυρίζει

ίσκιος νέου κυπαρισσιού,

αν την άκρη του δεν ’γγίζει

αύρα ζέφυρου λεπτού.

115

Πες μου, Ανδρείε, τι μελετούνε

οι γενναίοι σου στοχασμοί,

που πολληώρα αργοπορούνε

εις του Μάρκου την ταφή;

116

Σκιάζεσαι ίσως μη χουμήσουν

ξάφνου οι Τούρκοι το πρωί,

και το στράτευμα νικήσουν,

που έχει ανίκητην ορμή;

117

Σκιάζεσαι τους Βασιλιάδες,

που έχουν Ένωσιν Ιερή,

μη φερθούνε ωσάν Πασάδες

στον Μαχμούτ εμπιστευτοί;

118

Ή σου λέει στα σπλάχνα η φύσις

μ' ένα κίνημα κρυφό:

"Την Ελλάδα θε ν' αφήσεις,

για να πας στον Ουρανό;"

119

Βγαίνει μάγεμα απ' τη στάχτη

των Ηρώων, και τον βαστά,

και τη θέλησι του αδράχτει.

Τότε αισθάνεται με μια,

120

την αράθυμη ψυχή του,

που με φλόγα αναζητεί

να του σύρει το κορμί του

σε φωτιά πολεμική.

121

Του πολέμου ένδοξοι οι κάμποι!

Είδ' η Ελλάδα τολμηρά

και το Σοφοκλή να λάμπει

μέσα στην αρματωσιά.

122

Και είδε Αυτόν, που παρασταίνει

μαζωμένους τους Εφτά

στην ασπίδα αιματωμένη,

όπου ωρκόνονταν φριχτά.

123

Ετραγούδααν προθυμότερα

τες ωδές του τα παιδιά,

και αισθανότανε αντρειότερα

στην ανήλικη καρδιά.

124

Και τα μάτια τους γελούσαν,

μάτια μαύρα ως την ελιά.

Των μορφών, οπού βαστούσαν

τραγουδώντας τες γλυκά.

125

Στη φωτιά! και θρέφει ελπίδα

να νικήσει, να ημπορεί

να επιστρέψει στην Πατρίδα,

το κοράσιο του να ευρεί.

126

Να του λέγει μ' ένα δάκρυ:

"Χαίρου, τέκνο μου ακριβό,

εις του στήθους μου την άκρη

ελαβώθηκα και εγώ.

127

Βάλε, φως μου, την παλάμη

εις τα στήθια του πατρός.

Να, την ζώνη που έχει κάμει

κόρη τούρκισσα του αντρός".

128

Και το πέλαγο αγναντεύει

ίσως τώρα η κορασιά,

και ξεφάντωση γυρεύει

με τραγούδια τρυφερά.

129

"Τον γονιό μου, Πρόνοια Θεία,

κάμε τόνε νικητή,

εις τα χώματα, στα οποία

η γυναίκα απαρατεί

130

τα στολίδια, τον καθρέφτη,

και αποκάτου απ' το βυζί

ζώνεται άρματα, και πέφτει

όπου κίνδυνο θωρεί.

131

Κάμε Εσύ με την μητέρα

τη γλυκειά μου να ενωθεί

έλα γρήγορα, πατέρα,

όλη η Αγγλία σε καρτερεί.

132

Το καράβι πότε αράχνει

εισέ θάλασσα αγγλική;

Μου σπαράζουνε τα σπλάχνη,

οπού μου έκανες εσύ.

133

Πες, πότ' έρχεσαι;"… Ολοένα

ειν' το πλοίο του στα νερά,

που φλοισβήζουνε σχισμένα,

και ποσώς δεν τ' αγροικά.

134

Ποίος, αλίμονον! μας δίνει

μίαν αρχή παρηγοριάς;

Απ' αυτόν δε θε να μείνει

μήτε η στάχτη του με μας.

135

Θα την έχουν άλλοι!… Ω! σύρε,

σύρε, Μπάυρον, στο καλό.

Ύπνος έξαφνα σε πήρε,

που δεν έχει ξυπνημό.

136

Είναι αδιάφορο, δε βλάβει,

αν εκεί σιμοτινό

πλέξει ή τούρκικο καράβι,

ή καράβι ελληνικό.

137

Άκου, Μπάυρον, πόσον θρήνον

κάνει, ενώ σε χαιρετά,

η πατρίδα των Ελλήνων.

Κλαίγε, κλαίγε, Ελευθεριά.

138

Γιατί εκείτοταν στην κλίνη,

και του εβάραινε πολύ

πως για πάντα είχε να μείνει,

και από Σε να χωριστεί.

139

Αρχινάει του ξεσκεπάζει

άλλον κόσμο ο λογισμός

και κάθε άλλο σκοταδιάζει,

και του κρύβεται απ' εμπρός.

140

Αλλά αντίκρυ από τα πλάσματα

του νοός τα αληθινά,

του προβαίνουν δύο φαντάσματα

ολοζώντανα και ορθά.

141

Η ακριβή του θυγατέρα,

καθώς έμεινε μικρή,

ενώ η τύχη τον πατέρα,

εκαλούσε αλλού, και Εσύ,

142

Εσύ, θεία του ανθρώπου εικόνα,

με τα φέγγη σου, και αυτή

όπου σ' έφθανε στο γόνα

με την ώρια κεφαλή,

143

για λίγη ώρα του σηκώνεται

του άλλου κόσμου τη θωριά,

και σ' εσάς αντισηκώνεται

με την πρόθυμη αγκαλιά.

144

Έτσι ο Άνθρωπος του Αιώνος,

όταν έπαυε να ζει,

καθώς ήθελεν ο φθόνος,

σ' ένα αγνώριστο νησί,

145

και είχε μάρτυρα εις το βράχο

του Θεού τον οφθαλμό,

και τριγύρω του μονάχο

του πελάου το γογγυτό.

146

Ενώ ανάδινε η ψυχή του

μόνους άφησε να ελθούν

η Γαλλία και το παιδί του

προς τα μάτια, πριν σβησθούν.

147

Και όχι η μοίρα, οπού σαράντα

νίκες του άδραξε η σκληρή,

και βαρύτερη είναι πάντα

σε καρδιά βασιλική.

148

Όχι η δόξα η περασμένη,

που με βία πολεμική

του έδειχνε την Οικουμένη,

λέγοντάς του: Ακαρτερεί,

149

Στην ταφή του με την πάχνη

χύν' η βρύση το νερό,

που του δρόσισε τα σπλάχνη,

εις το ψυχομαχητό.

150

Τες ημέρες, οπού αν μόνο

τ' όνομά του ήθελε πεις,

ολογόστευαν στο θρόνο

την αυθάδεια οι βασιλείς,

151

κατά μας και Αυτός ακόμη

είχε ρίξει μία ματιά.

Είναι η δάφνη ωραία στην κόμη,

όταν φέρνει ελευθεριά.

152

Ω! να μάθαινε ο Μεγάλος

πόσην έδειξε χαρά

αγροικώντας ένας Γάλλος:

εχαθήκαν τα Ψαρά.

153

Φωνήν τρόμου η Ελλάδα σύρνει,

σύρνει, και έπειτα σιωπεί.

Όμως κρότους μες στη Σμύρνη

όλη η νύχτα ηχολογεί.

154

Να, ανθοστόλιστο τραπέζι.

Δεν είν' γέννημα Τουρκών,

οπού τρώοντας περιπαίζει

την αντρεία των Ψαριανών.

155

Μύρια λόγια, γέλια μύρια,

και χτυπούν τα φωτερά

στα ολογέμιστα ποτήρια,

και στα γέλια τα τρελλά.

156

Με αρμονίες τους κράζει η λύρα,

και επετάχτηκαν ομού,

λυσσιασμένοι από την πύρα

της χαράς και του κρασιού.

157

Και χορεύουνε τριγύρου…

Γειά σας, Γάλλοι ευγενικοί!

Είν' τα χώματα του Ομήρου

που το πόδι σας πατεί!

158

Γιατί μες' στ' αχρεία τους σπλάχνη

το φαγί και το ποτό

σε φαρμάκι δεν αλλάχνει,

να τους φάει το σωθικό;

159

Και απ' τη μάνητα ν' ανάψει

αρμοδιώτερος χορός,

τον οποίον μόνος να πάψει

σκληρός θάνατος και αργός,

160

για ν' αρχίσουν τη χαρά τους,

όντας φάσματα ελαφρά,

εμπροστά στο βασιλιά τους,

και στο Μπάυρον εμπροστά,

161

οπού φθάνοντας κει κάτου

ίσως τούμεινε ως εκεί

η αέρινη αγκαλιά του,

σαν πρωτύτερα, ανοιχτή!

162

Τόνε βλέπω! Του προβαίνουν

άλλα φάσματα γοργά,

που ακατάπαυστα πληθαίνουν

σφόδρα, και είναι Ελληνικά.

163

Για την ποθητήν Ελλάδα

τόσο πρόθυμα ρωτούν,

σαν να εζήτααν τη γλυκάδα

του φωτός να ξαναϊδούν.

164

Κλάψες άμετρα χυμένες,

χέρια απλότρεμα, κραυγές,

που απ' τ'ς αντίλαλους πωμένες

είναι πλέον τρομαχτικές.

165

Κειός σεβάσμια προχωρώντας,

και με ανήσυχες ματιές,

τα προσώπατα κοιτώντας,

και κοιτώντας τες πληγές:

166

"Η Διχόνοια κατατρέχει

την Ελλάδα. Αν νικηθεί,

ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ,

τ' όνομά σας ξαναζεί".