Ανθολογία της Φωτιάς ή Πυροσβεστική Ανθολογία
 
 
Του Αντιπυράρχου Χρήστου Κων. Μητροπέτρου
Από τότε που πέρασα, πριν εικοσιπέντε χρόνια, το κατώφλι του Πυροσβεστικού Σώματος άρχισα να συγκεντρώνω, με σεβασμό και αγάπη, κάθε μορφής έντυπο υλικό που σχετίζεται με σημαντικά γεγονότα της πορείας του Σώματος, το οποίο έχω την ξεχωριστή τιμή να υπηρετώ, τους λειτουργούς του Πυροσβέστες και το αντικείμενο της δουλειάς μας. Και νιώθω βαθιά συγκίνηση κάθε φορά που η τύχη με βοηθά ν΄ ανακαλύψω κάποιο σημαντικό στοιχείο που φωτίζει τα περασμένα μας1. 
Σημαντική θέση και έκταση, στην πλούσια αυτή αρχειακή συλλογή μου, καταλαμβάνουν εκατοντάδες ποιητικά δημιουργήματα, εύθυμα και σοβαρά, που γράφηκαν, κατά καιρούς από τους νεότερους ομότεχνους του Ομήρου, για τη φωτιά και τους πολέμιους της Πυροσβέστες. Στον ποιητικό αυτό θησαυρό συμπεριλαμβάνονται στίχοι από τις αστραφτερές γραφίδες καταξιωμένων ποιητών, ποιητικές απόπειρες συναδέλφων με τις οποίες εκφράζουν - πολλές φορές συγκλονιστικά - τους καημούς, τα βάσανα, αλλά και το μεγαλείο της δουλειάς μας και απλοϊκά στιχουργήματα, με τα οποία συνάνθρωποί μας εκφράζουν την άπειρη ευγνωμοσύνη τους στους Πυροσβέστες σωτήρες τους και υμνούν τις τιτάνιες προσπάθειες τους σε κατασβέσεις πυρκαγιών και διασώσεις, ατόμων και αγαθών, που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο. 
Επειδή πιστεύω πως είναι, τουλάχιστον, εγωιστικό ότι γνωρίζει ή κατέχει κανείς να το κρατά σφαλισμένο μόνο για τον εαυτό του, θεώρησα χρέος μου να κάνω γνωστά, στους συναδέλφους μου Πυροσβέστες και τους φίλους τους αναγνώστες μας, στα πλαίσια αυτού του σημειώματος - με τη συνοδεία των απαραίτητων για την κατανόηση των σχολίων και πληροφοριών για τους δημιουργούς τους - μερικά από τα ωραιότερα και πιο χαρακτηριστικά ποιήματα που γράφτηκαν, ως τώρα, για το σινάφι μας και τα αντικείμενα του λειτουργήματός μας. 
Θα ξεκινήσω την παρουσίαση αυτή παραθέτοντας το ποίημα, «Χριστέ και Παναγιά καρσί μας πυρκαγιά» του μεγαλύτερου έλληνα σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή, (Ερμούπολης Σύρου 1853 - Αθήνα 1919), με το οποίο περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες μιας πυρκαγιάς σε ξυλουργείο που έλαβε χώρα, το Μάιο του 1883, στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων στο κέντρο της Αθήνας. Στο τέλος του ποιήματος, ο Σουρής, επιβεβαιώνοντας ότι η ποίηση είναι η πιο ιερή λειτουργία της ψυχής, κάνει έκκληση στους Αθηναίους φιλάνθρωπους να βοηθήσουν τον άτυχο βιοτέχνη. 
 
ΧΡΙΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΡΣΙ ΜΑΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑ2 

Παν του Ρωμιού τα σύνορα, μα παν κι οι τορναδόροι! 
Εκάηκε το μαγαζί του ξυλουργού Δημώρη. 
Τώρα θα συνορεύουμε μ΄ Αγίους Θεοδώρους, 
κι αντίκρυ μας θα έχουμε καμένους τορναδόρους. 
Αλλ΄ όμως ας αφήσουμε αυτά τα κολοκύθια… 
πρέπει σ' αυτόν τον δυστυχή να γίνει μια βοήθεια. 
Εις τα καλά καθούμενα ο άνθρωπος εχάθη, 
και δεν φοβάται συμφορά χειρότερη να πάθει. 
Όλα του τάφαγ’ η φωτιά, δεν τ' άφησε σανίδα, 
και τώρα κλαίει ο πτωχός χωρίς καμμιά ελπίδα. 
Κι όταν κανένας χάνεται, προ πάντων φαμελίτης, 
πρέπει καθείς να βοηθεί αληθινός πολίτης. 
Εμπρός, στην τόση συμφορά απλώσετε το χέρι, 
και ο Ρωμιός ο φουκαράς ό,τι μπορεί προσφέρει. 
Μάιος 1883.

 
Πυροσβέστες σε δράση. Σκίτσο του 1883 .
Ο Γεώργιος Σουρής ήταν πολύ δημοφιλής στο κοινό της εποχής του, κυρίως, χάρη στην εβδομαδιαία εφημερίδα ο Ρωμιός, στην οποία δυο τύποι - δημιουργήματά του, ο Φασουλής και ο Περικλέτος σχολίαζαν και διακωμωδούσαν γεγονότα, πολιτικά και άλλα, της εποχής. Ο Θαυμασμός των συγχρόνων του υπήρξε πολύ μεγάλος, θεωρήθηκε και πολύ σωστά ως «ο νέος Αριστοφάνης» προτάθηκε μάλιστα, το 1906, για το βραβείο Νόμπελ. 
Ο σατιρικός ποιητικός διάλογος, μεταξύ Φασουλή και Περικλέτου που ακολουθεί, έχει ως αφορμή μια πυρκαγιά που εκδηλώθηκε, τον Ιούλιο του 1884, στο Παλάτι και έδωσε αφορμή στο Σουρή να εκδηλώσει, για μια ακόμη φορά, τ' αντιβασιλικά του αισθήματα, για τα οποία είχε υποστεί πολλές διώξεις. Διάχυτη στους πικάντικους στίχους του η εκτίμηση και ο θαυμασμός του για τους προδρόμους μας σκαπανείς της Διλοχίας Σκαπανέων που εκτελούσαν τότε πυροσβεστικά καθήκοντα. 
 
ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ4 

Φασουλής και Περικλέτος, 
ο καθένας νέτος σκέτος, 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Ουφ! άφησέ με, Περικλή, και σου'χω μία λύπη ! 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και για ποιο λόγο, βρε κουτέ; εσένα τί σου λείπει; 
έχεις τα παραδάκια σου, έχεις κι εμένα φίλο, 
πηγαίνεις και στο Φάληρο, τρως κάποτε και ξύλο… 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Μα δεν αφίνεις, Περικλή αυτά τα χωρατά σου, 
δεν έρχεσαι για μια στιγμή και λίγο στα σωστά σου; 
Εδώ ο κόσμός καίεται… 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Τί καίεται, βρε, πάλι; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Νάτα! λοιπόν στην πυρκαγιά δεν ήσουν την μεγάλη; 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Ποιά πυρκαγιά; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Του Παλατιού. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Εκάη το Παλάτι; 
Πάλι σε τρώει, φαίνεται, η έρημή σου πλάτη. 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Μα πώς, μωρέ; στην πίστη σου δεν πήρες συ χαμπάρι; 
Εδώ ο κόσμος σύσσωμος σηκώθη στο ποδάρι 
και έτρεχε ξεσκούφωτος στο ντάλα μεσημέρι, 
και όλοι εβαστούσανε κι έναν κουβά στο χέρι. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Πάλι τα ίδια μ' άρχισες και θα σε μπαγκλαρώσω. 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Βρε αφησέ με μια μικρή ιδέα να σου δώσω 
γι' αυτό το φοβερό κακό, που πάλι μας συνέβη, 
γιατί εμένα άρχισε ο νους μου να σαλεύει. 
Άκου λοιπόν…. εφύσαγε ένα μελτέμι πρώτης, 
όταν εμπρός μου πέρασε δρομαίος στρατιώτης. 
Γειά σου του λέω, αδελφέ, μα στάσου και κομμάτι, 
πολλά τα έτη μ' απαντά …. φωτιά εις το Παλάτι! 
Τότε κι εγώ, βρε Περικλή, διόλου καιρό δεν χάνω, 
το βάζω εις τα τέσσερα και στο παλάτι φθάνω, 
και τί να δω, βρε μάτια μου;….σπίθες, καπνό, φαντάρους, 
και τον Τρικούπη στη σκεπή με δυο ψηλούς κολλάρους, 
και να σου πω, βρε Περικλή, τον θαύμασα στ' αλήθεια… 
Είναι ο μόνος άνθρωπος, πούχει ζωή στα στήθια. 
Μπορεί και τον Κουταλιανό ολάκερο να φάει. 
αυτός δεν είναι άνθρωπος, αυτός και που δεν πάει; 
στις πυρκαγιές, στα δάνεια, στις Τράχωνες, στα δάση 
στους φόρους, στους προβιβασμούς κι όπου άλλου προφθάσει. 
Προφθαίνει και στο θέατρο ακόμη του Φαλήρου…. 
Αυτός είν' άνδρας του πυρός, καθώς και του σιδήρου, 
γιατί σε τούτο τον καιρό όλ' η Ελλάς ανάβει, 
και δεν μπορεί κανείς γιατί και πως να καταλάβει. 
Αλλ' ας αφήσουμε αυτόν κι ας έλθουμε και πάλι 
στη φοβερή την πυρκαγιά και την ανεμοζάλη. 
Λοιπόν κοντά στον Πρόεδρο στεκόταν ο Μαμούρης, 
εις τον Μαμούρη δε κοντά στεκόταν ο Μπουντούρης, 
εις τον Μπουντούρη δε κοντά στεκότανε ο Σούτσος, 
και εις τον Σούτσο δε κοντά στεκότανε ένας μούτσος, 
και εις τον μούτσο δε κοντά στεκότανε ο Λέλης, 
και εις τον Λέλη δε κοντά στεκόταν ο Γουβέλης, 
και στο Γουβέλη δε κοντά στεκότανε ο Λάγγες, 
και εις τον Λάγγες δε κοντά, ένα φουσάτο μάγγες, 
και εις τους μάγγες δε κοντά καμπόσοι λωποδύτες, 
και πυροσβέστες άπειροι απάνω στις σοφίτες, 
και ο Πηνειός, ο Τσέρνοβιτς, ο Σέκερης, ο Πάλλης,  
ακόμη κι ο Γενήσαρλης, ο Λάμπρος ο Μιχάλης, 
και με το σκύλο του μαζί ο Φων Κολοκοτρώνης, 
ο Γιώργης της Δημήτραινας κι ο Σπύρος ο Πομόνης… 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και τέλος τί απέγινε;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Τι ήθελες να γίνει 
μέσα σε τέτοιο φλογερό και άσβεστο καμίνι; 
Πρώτα επήρανε φωτιά άξαφνα οι κουζίνες, 
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά και οι κουρτίνες, 
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά κι οι καναπέδες, 
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά κι οι λακέδες, 
κοντά σ' αυτούς το θέατρο, μαζί κι η εκκλησία, 
και τέλος πάντων έγινε εσπερινή θυσία. 
Και όταν πια επήρανε φωτιά και τα φουγάρα, 
απελπίσθηκαν όλοι των και άναψαν τσιγάρα. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Μα πες μου, τούτη τη φωτιά ποιός να την έχει βάλει; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Και θέλει ρώτημα κι αυτό, μωρέ στραβό κεφάλι; 
Τι άνθρωπος! … αιώνια ζητά να με πειράζει!... 
Σου είπα όλες τι φωτιές, πως ο Μελάς τις βάζει. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Λοιπόν; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Λοιπόν εκάηκαν καμπόσοι στρατιώται, 
μα παλληκάρια της φωτιάς κι αληθινοί ιππόται, 
που βασιλιάς για μια στιγμή λαχτάριζα να γίνω, 
να τους φορέσω στέφανο, και Φασουλής να μείνω. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και ποιοι ακόμη τόδειξαν; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Οι σκαπανείς κι οι ναύτες, 
κι οι άλλοι όλοι ήτανε σπουδαίοι μυιγοχάφτες. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και λες η νέα πυρκαγιά, να έχει σημασία, 
η λες κι αυτή πώς έγινε για τη φωτοχυσία; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Ε! όταν βλέπεις σκαπανείς και μέσα στο Παλάτι, 
και βασιλείς με βασιλείς και κράτη επί κράτη, 
και στα καλά καθούμενα ανάβει και ο θρόνος, 
αυτό θα πει, συντέλεια, πως ήλθε του αιώνος. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και η ζημία πόσο λες να είν' απάνω κάτω; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Όσα περίπου έχασε, θαρρώ το Συνδικάτο. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Και τώρα τούτη τη ζημιά ποιός λες θα την πληρώσει; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Στη ράχη σας ο βασιλιάς κι αυτή θα την φορτώσει. 
Και τίποτα παράξενο ν' ακούσεις σε κομμάτι 
καινούργιους φόρους για φωτιές που βάζουν στο Παλάτι. 

ΠΕΡΚΛΕΤΟΣ 
Και ύστερα απ' όλα αυτά ο βασιληάς τί κάνει; 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Του τηλεγράφησαν, θαρρώ, και με το πρώτο φθάνει. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Εγώ σου λέω πως αυτός δεν το κουνάει διόλου 
κι αν όλο το Παλάτι του πάει κατά διαβόλου. 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Εγώ σου λέω πως θάρθη… 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Εγώ σου λέω σκάσε. 

ΦΑΣΟΥΛΗΣ 
Εγώ σου λέω πως θα'ρθη και να μου το θυμάσαι. 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ 
Μα συ το παραξίλωσες μ' αυτό σου το γινάτι… 
όρσε λοιπόν δύο τρεις σβερκιές και σύρε στο Παλάτι. 
Ιούλιος 1884

Θα συνεχίσουμε και θα τελειώσουμε την αναφορά μας στον ανεπανάληπτο Σουρή, που με τους στίχους του μαστίγωνε την Κοινωνία της εποχής του, μ' ένα ποίημα του που εμπνεύστηκε από πυρκαγιά που συνέβη, τον Αύγουστο του 1884, στην κεντρική Αγορά των Αθηνών. 
 
                      Η ζωγραφιά μου. 
Μπόι δυο πήχες  
κόψη κακή  
γένια με τρίχες 
εδώ κι εκεί. 

Κούτελο θείο 
λίγο πλατύ 
τρανό σημείο 
του ποιητή 

Δυο μάτια μαύρα 
χωρίς κακία 
γεμάτα λαύρα 
μα και βλακεία. 

Μακρύ ρουθούνι  
πολύ σχιστό 
κι ένα πηγούνι 
σαν το Χριστό

Πηγάδι στόμα 
μαλλιά χυτά  
γεμίζει στρώμα 
μόνο μ' αυτά 

Μούρη αγρία  
και ζαρωμένη 
χλωμή και κρύα  
σαν πεθαμένη. 

Κανένα χρώμα  
δεν της ταιριάζει 
και τώρα ακόμα 
βαφές αλλάζει. 

Δόντια φαφούτη 
όλο σχισμάδες 
ύφος τσιφούτη 
για μαστραπάδες.

 
Σατίριζε τα πάντα ακόμα και τον εαυτό του ο Σουρής, όπως έκανε με το ακόλουθο ποίημα:
 
ΑΣ ΡΙΞΩΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ - ΣΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΑΣ ΤΗ ΦΩΤΙΑ5 

Κοντά στη μια καταστροφή καινούργια μας προφθάνει, 
κοντά στις τόσες συμφορές και στις πολλές θυσίες, 
δεν ξέρω τίνος βάλθηκε παντού φωτιές να βάνει 
και κάθε βράδι νάχουμε φρικτές φωτοχυσίες. 
Και δος του νέα πυρκαγιά και κάτω στο παζάρι, 
και μέσα στη σαρακοστή εκάη το χαβιάρι. 

Εκάηκαν τα βούτυρα, τα μήλα και τ' αχλάδια,  
οι μπάμιες τα πετρέλαια, τα ραζακιά σταφύλια, 
οι λεμονάδες, οι ελιές το γιάτσο και τα λάδια, 
η ζάχαρη και ο καφές, λουμίνια και φυτίλια. 
Γιατ' ήλθαν χρόνια δίσεκτα, καταραμένα χρόνια, 
να ψήνονται στην αγορά και τ' άγουρα πεπόνια  

Ήτο σχεδόν μεσάνυχτα και λίγο περασμένα, 
ο Ταβουλάρης έπαιζε στο θέατρο ακόμα, 
όταν μπάμ μπούμ ακούσθηκαν στα ύψη σκορπισμένα, 
κι όλος ο κόσμος φώναξε αμέσως μ' ένα στόμα: 
Συναθροισθήτε, σκαπανείς, ορμήσετε φαντάροι, 
απ' άκρη σ' άκρη χαλασμός… φωτιά και στο παζάρι.

Κι ιδού με σκούφους ναυτικούς, με νυχτικά φουστάνια, 
γυναίκες κι άνδρες ώρμησαν μέσα στους δρόμους όλοι, 
με στάμνες, με πλατύσταμνα, και με τα γιαταγάνια, 
κι έβλεπες σαν στρατόπεδο των Αθηνών την πόλη. 
Εν τούτοις μες στην ταραχή πολύ παρετηρείτο,  
πως μόνον ο πρωθυπουργός στην πυρκαγιά δεν ήτο. 

Ως τα επτά ουράνια ανέβαιναν οι φλόγες, 
κι εφώτιζαν τα τέσσερα της πόλεως σημεία, 
σαν σκάγια εσκορπίζονταν των σταφυλιών οι ρόγες, 
και πέριξ διεχέετο μεγάλη ευθυμία. 
Κοκκίνζ' η Ακρόπολις απ' την πολλή χαρά της, 
που έβλεπε να καίεται το δώρον του Ελγίνου, 
γιατί αυτή δεν ξέχασε ακόμη τα παλιά της, 
πως θαύμα έγιν' άλλοτε του κλέφτη της εκείνου. 
Αν το ξεχνούνε οι Ρωμιοί, οι πέτρες δεν ξεχνούνε 
με ποιους εζούσαν άλλοτε και τώρα με ποιους ζούνε. 

Ω τόσων αναμνήσεων καημένο μου παζάρι, 
με τ' ακριβά σου κρέατα, τα βρώμια σου τα ψάρια, 
τις ξύλινες παράγκες σου, τον κάθε μακελάρη, 
τις ζυγαριές τις ξύγκικες, τά ξύγκικα καντάρια, 
αιώνια στη μνήμη του κανείς θα σε φυλάττει 
και γαίαν έχεις ελαφράν, ω Αγορά φιλτάτη. 
Αύγουστος 1884.

Η συνέχεια στο επόμενο τεύχος. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
1. Μερικά από τα έγγραφα αυτά στοιχεία, έχουν χρησιμοποιηθεί σε άρθρα και σημειώματά μου που έχουν δημοσιευθεί στο παρόν περιοδικό. Επιθυμία μου είναι το αρχειακό αυτό υλικό να κατατεθεί στο Ιστορικό Πυροσβεστικό Αρχείο που είναι ανάγκη να δημιουργηθεί στο Πυροσβεστικό Σώμα. 
2. Γεωργίου Σουρή, Άπαντα, Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας, Τόμος 5ος , σελ. 47. 
3. Βλέπε σχετικά, Ιστορία του Πυροσβεστικού Σώματος, Έκδοση Διεύθυνσης Μελετών Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, Αθήνα 1980, σελ. 16. 
4. Όπως προηγούμενη σημείωση 2, Τόμος 2ος , σελ. 144 - 147. 
5. Όπως προηγούμενη σημείωση 2, Τόμος 5ος , σελ. 37.