Ο Γέρος μας

του Γεωργίου Σουρή

 

 

Βαρειά βαρειά το σήμαντρο της Εκκλησιάς σημαίνει,

χρυσά στεφάνια πλέκονται, πικρά γροικιούνται λόγια,

κι η Μάνη η λεβέντισσα στα μαύρα βουτημένη,

στο θάνατο του γέρου μας τονίζει μοιρολόγια.

Μ΄ αφίνει και η Μούσα μου τα πρώτα χωρατά,

και δακρυσμένη τ΄ άψυχο κουφάρι του κυττά.

 

Πόσα του γέρου χωρατά δεν έψαλλες και πόσα!

πόσες φορές εγέλασες και έπαιξες μαζί του!

αλλά ποτέ δεν τούβγαλες φαρμακωμένη γλώσσα,

ούτ΄ έχαιρες στα σφάλματα δημοφιλούς πολίτου.

Και σαν εσκόρπισε ζωή στη σκλάβα μας πατρίδα,

εσύ δεν τον ωνόμασες προδότη Ανταλκίδα.

 

Τώρα ο γέρος, Μούσα μου, για πάντα μας αφίνει,

φεύγει ο μόνος πρακτικός του έθνους Κυβερνήτης,

το πιο γλυκό χαμόγελο από μπροστά μας σβύνει,

ο πιο καλός μας άνθρωπος, ο πιο Ρωμηός πολίτης.
Φεύγει το τέκνον της βουλής, το ζαχαρένιο στόμα,

που μόνο με το γέλιο του επλήθαινε το κόμμα.

 

Στη θέση του την ορφανή ποιος τώρα θα καθίσει;

ποιος θάχει εις τα λόγια του του γέρου μας τη χάρη;

ποιος θα μπορέσει γύρω του το κόμμα να κρατήσει,

και ποιος το κομβολόγι του στα χέρια του θα πάρει;

Ποιος νους γενναίος θα φανεί καθώς τον ιδικό του;

ποια χείλη θα στεφανωθούν με το χαμόγελό του;

 

Καρτερικός και άφοβος εις όλα πατριώτης,

είχε την καλωσύνη του για μόνο του κακό·

κι αν σ΄ άλλους είναι στόλισμα λαμπρό η αγαθότης,

νομίζεται ελάττωμα εις τον πολιτικό.

Προ πάντων σ΄ όποιον κυβερνά τη νέα Ρωμηοσύνη,

που θέλει βούρδουλα στ΄ αυτιά, και όχι καλωσύνη.

 

Ποιος απ΄ το γέρο έφυγε ποτέ του θυμωμένος;

και ποιον γλυκά δεν χάιδεψε ο γέρος εις τον ώμο;

ποιος πήγε εις το σπίτι του σκυφτός και λυπημένος,

και δεν εβγήκε με χρυσά ονείρατα στο δρόμο;

Και ποιος εχθρός την κλίμακα της στέγης του ανέβη,

και θιασώτης ένθερμος του γέρου δεν κατέβη;

 

Αν ήτο λίγο πιο κακός, αν πάντα δεν ωμίλει

και εις εχθρούς και φίλους του με όψη γελαστή,

αν τούλειπε και μια φορά το γέλιο απ΄ τα χείλη,

κι αν κάπου κάπου έμενε η στέγη του κλειστή,

ω! πιο πολύ θα τούκαιε το έθνος του λιβάνι,

κι η δόξα θαλερώτερο θα τούπλεκε στεφάνι.

 

Σ΄ αυτόν χρωστούμε σκοτεινάς κι ανοίξεως ημέρας,

σ΄ αυτόν χρωστούμε μαρασμό, ζωή και καρδιοκτύπι·

μαζί του επετάξαμε εις φωτεινούς αιθέρας,

κι αντήχησαν τριγύρω μας βαρείς αρμάτων κτύποι.

Μ΄ αυτόν ωνειρευθήκαμε πιο εύμορφη πατρίδα,

και της σκλαβιάς εσπάσαμε τη μαύρη αλυσσίδα.

 

Και αν χυδαία στόματα και φθόνοι σιχαμένοι

επίκραναν στα ύστερα την άχολη καρδιά του,

στεφανωμένος πάντοτε κι αγαπητός θα μένει

με όλας του τας αρετάς και με τα σφάλματά του.

Γενναίος, ανεξίκακος, θερμός επαναστάτης,

αλλά και φρονιμώτερος απ΄ όλους διπλωμάτης.

 

Σιμώσετε στο φέρετρο εξόχου Κυβερνήτου

εσείς, πολιτευόμενοι, και κλάψετε θερμά·

σεις όλοι ποτισθήκατε με την πολιτική του,

και σεις εμεγαλώσατε στο γέρο μας σιμά.

Μα πρόβαλλε και συ, πατρίς, εγκώμια να ψάλλεις,

στον ύστερο πολιτικό μιας εποχής μεγάλης.-

 

           

Μη Χάνεσαι, Τόμος 4, αρ. 431 (1883), σελίδα 6.