Πρωταπριλιά

του Γεωργίου Σουρή

 

 

Ο κόσμος απεφάσισε τον δρόμο του ν΄ αλλάξει,

να αγαπά, να συγχωρεί, ποτέ να μη σκοτώνει,

ο κλέφτης τ΄ άλλου το ψωμί να μη ζητεί ν΄ αρπάξει,

κι ο ψεύτης να φουρκίζεται για την αλήθεια μόνη.

Του γείτονά του το καλό ο άνθρωπος να θέλει,

και πώς περνά την ώρα του ποτέ να μη τον μέλλει.

 

Όλα τ΄ ανδρόγυνα να ζουν πιστά κι αγαπημένα,

εις την γυναίκα μοναχά ο άνδρας της να φθάνει,

ποτέ της να μη φαίνεται με μάγουλα βαμμένα,

και ούτε να τρελλαίνεται για μόδα και φουστάνι.

Να είναι όλα ζάχαρη, να είναι όλα γλύκα,

κι ο κόσμος να παντρεύεται χωρίς παπά και προίκα.

 

Να παύσουν πια οι πόλεμοι, να λείψει πια το αίμα,

να μην πατεί ο δυνατός εις του πτωχού το χώμα,

ο κόσμος να μη σκιάζεται το ράσο και το στέμμα,

κι ο Κουμουνδούρος να γενεί με τον Τρικούπη κόμμα.

Οι βουλευταί να μη ζητούν ρουσφέτια για τους φίλους,

και πέντε δέκα νάχουμε του κράτους υπαλλήλους.

 

Οι νόμοι και το Σύνταγμα να παν κατά διαβόλου,

να μην ευρίσκεται αρχή, κλητήρας, Αστυνόμος,

ο Δεληγιάννης ο κομψός να μη μιλεί καθόλου,

κι ο Τραπεζίτης ο Σκουζές να γίνει γαλαντόμος.

Να προσκαλούνται στα ψηλά σαλόνια κι οι χωριάται

κι οι κύριοι ομογενείς να γίνουν δημοκράται.

 

Ο Παπαμιχαλόπουλος θα γίνει δικολάβος,

και μυλωνάς ο Μπούμπουλης αν θέλει, και βαρκάρης,

ο Άνταμ Σωτηρόπουλος αχύρων εργολάβος,

κι ο γυναικάς Αυγερινός δεν θάναι σκανδαλιάρης.

Ο γέρο μας Καλλιφρονάς θα βάλει ρεδιγκότα,

κι ο Βλάχος πάλι ποιητής θα γίνει σαν και πρώτα.

 

Θα γράψει άρθρα κύρια στην Ώρα κι ο Γονίδης,

για Πρέσβυς και ο Κότταρης θα πάει στο Παρίσι,

μοναστηριού ηγούμενος θα γίνει ο Ροΐδης,

και θέση ο Βυζάντιος τελώνου θα ζητήσει.

Θα γίνουνε μανάβηδες οι δημοσιογράφοι,

κι ο Γιάννης ο Καμπούρογλους ακόμη δεν θα γράφει.

 

Η κάσσα του Ταμείου μου θε να βρεθεί γεμάτη,

ποτέ σε δικαστήριο κανένας δεν θα τρέξει,

του Κόντε Κάστρου θα παιχθεί το δράμα στο Παλάτι,

και μια κυρία πρεσβευτού την Μάρτυρα θα παίξει.

Κι ο γέρο Κλάδος θα γενεί στις Τούρκισσες ευνούχος,

κι εγώ θα γίνω πια πεζός… και εκατομμυριούχος.-

 

               

Μη Χάνεσαι, Τόμος 3, αρ. 275 (1882), σ. 1-2.