Το πέρασμα της Μάρθας

του Γιάνη Α. Καμπύση

 

 

Στο τρίσβαθο λημέρι

του πονοχαιράμενου κόσμου

την αντανάκλαση του ονείρου μου ω αστέρι

φώτισε εντός μου.

...Την πόθησα στη μανιασμένη νύχτα

της λάμψης σου μια αχτίδα...

Εξάφνισες σαν αστραπή! Και σε είδα!

Μα κεραβνούς δεν έριξες μόνο η βροντή σου αλύχτα!

Ω συ που αστράφτεις και δεν κεραβνόνεις

σαν τις ζητάς στων πόθων μου την τρικυμία;

Τα σύγνεφα διες λιόνουν λιόνουν

με μεγαλύτερη κι αφ’ τη δική μου αδυναμία.

Έλα να ταξιδέψουμε μαζί

κ΄ έχω καράβι τα τραγούδια μου!

Έλα μαζί τους κόσμους να γυρίσουμε

κι απάνου στ΄ άστρα ν΄ ανεβούμε...

Έλα και σε προσμένει το τιμόνι μου...

― ω εσύ αταξίδεφτη παρθένα

ω πώς μου ανοίγεις των ονείρων τη χρυσόπορτα

με την πνοή σου...

... Φυσάει ο Βοργιάς απόγηα! Να τα σύγνεφα

πίσω μου μένουν!...

Πούσαι ω παρθένα μου

πούθε ανεβαίνουν στ΄ άστρα που δε σβένουν!

*

Α το παιδί της! Γλύτωσέ το το παιδί της!

Είναι βγαλμένο αφ’ την ψυχή μου το παιδί της

αχ! και την ώρα εκείνη, αγάπα το παιδί της,

μάνα του συ ήσουν στο παιδί της!

Α το παιδί μας! Ουρανέ μου το παιδί μας!

Ξεμέθησε! πούν΄ το παιδί μας...

ω Μάρθα πούναι το παιδί μας!

ω πάει! ω πάει το παιδί μας!...

(1897)

 

 

 Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε  στο τρίτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη».

Όπως αφηγείται ο Π. Νιρβάνας, προκάλεσε τα πειράγματα των δημοσιογράφων.

 Επιστροφή στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»