Προσωπογραφία

 

Θα κατεβαίνει πάντα απόγευμα Κυριακή μόνος την Πανδρόσου κρατώντας το τελευταίο φύλλο International Herald Tribune

με τις ειδήσεις του τελειωμένες για τους δρόμους της Αμε­ρικής

ένας ξένος μέσα στις πόλεις διατηρώντας τώρα βιαστικά

τις θέσεις τουρίστα στην αλλοδαπή που θυμάται

μέσα στη νάρκωση του καλοκαιριού την επιστροφή, τη βρύση που υδρορροεί

και πίνει σιωπηλά και τρώει στα μπαρ της τροπικής φυγής

με τα παιδιά του vivere pericolosamente φορώντας παλιά που­κάμισα με μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια, χωρίς διαφημίσεις στις εξωτερικές σελίδες, με χαμηλό κοστολόγιο για τις ανεπι­θύμητες καταχωρήσεις

δημοσιογράφος ανύπαρκτων ειδήσεων, ένας παυμένος κληρικός του Σόχο

διατηρώντας επαφές με την Washington Post, με τους εκδότες της Γαλλίας

φορώντας μαύρα γυαλιά μέσα στα τούνελ, αγγίζοντας μόνο τις χειρολαβές

τον ξανθό Αλέξαντρο, πελάτης μόνιμος των πάρκων

ένας φίλος των σταθμών, μια διαιώνιση του αυνανισμού των ρεσεψιόν

Παλιός μου γνώριμος πριν απ' την Άλωση, τον επιστάτη του επάνω ορόφου

τον θυμάμαι

να περπατά τη μόνιμη πτώση του μοναχικού πριν απ' τον θάνατο

τις εγχειρήσεις των παιδιών, την μετάληψη των φοβισμένων

κρατώντας μυστικά δική του τη διακοπή της συνδρομής-Προεδρικό γραφείο

Μετά ν' ανεβαίνει παράλληλα με τις γραμμές των ποταμών, ν' ανάβει

φωτιές μες στα δωμάτια, ν' αρνείται μόνιμα την διαιώνιση του είδους του

ένας νέγρος μες στη λευκότητά του, να συναντά στις βάρκες τον εκδότη

μέσα στο βλέμμα του νάμαι εγώ κι εκείνος ο στρατιώτης απ' τ' Αργοστόλι.

 

***

 

Απ' όσες πέρασαν από τούτο το χωριό

μονάχα η Μάγια τ' άξιζε

Της δώσαμε σκουλαρίκια χρυσά, βραχιόλια

με χάντρες για τα χέρια,

άνοιξε το παράθυρο τ' άφησε.

Και μια φορά που πήγαμε με τη Λιλίκα

δε μιλιότανε

Μπήκε στο διπλανό δωμάτιο φώναξε — φύγετε.

 

Θε μου, σε υπόγεια μέναμε, δίπλα σε τρύπες βγάζαμε

τα μεσοφόρια μας, άλλες στο κέντρο δεν παίρναμε

 

Μαύρες γάτες -πλάι στα γαρύφαλα κοιμίζαμε

 

 

Από τη συγκεντρωτική δίγλωσση έκδοση «99 poems – 99 ποιήματα», εκδόσεις Οδός Πανός – Σιγαρέτα 1999, που περιλαμβάνει 99 ποιήματα του Γιώργου Χρονά από το 1973 έως το 1997 από τις συλλογές του Βιβλίο 1 (1973), Οι Λάμπες (1974), Τα Μαύρα Τακούνια (1979), Ο Αναιδής Θρίαμβος (1984) και Κατάστημα Νεωτερισμών (1997). Η μετάφρασή τους, στην αγγλική γλώσσα, είναι του Γιάννη Γκούμα.