ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ

Δέν έπρεπε νά γράψω σάν τόν Χειμωνά. Δέν θά μπορέσω από 'δώ καί πέρα. Δέν θά ξεφύγω. Επειδή η γλώσσα είναι ένα ευλο- γημένο φύλο. Που βγαίνει νά ευλογήσει τά άλλα φύλα τών αν- θρώπων. Συνεβρίσκονται τά φύλα τών ανθρώπων μέ τό φύλο γλώσσα καί τά μικρά τους ευγενικά παιδάκια. Τά μικρά τους παιδάκια γεννιούνται μ' ένα σκληρό βότσαλο στό στόμα στήν ρίζα τής γλώσας. Αυτό είναι τό γεννητικό όργανο τής γλώσ- σας. Μερικά παιδιά γεννιούνται στερημένα όπως ο Δημοσθέ- νης. Σπρώχνεται από τήν ρίζα τής γλώσσας καί μέ παιδικές ά- ναρθρες φωνές ανεβαίνει νά συνουσιαστεί μέ τό μυαλό. Πάνω στήν άσπρη μάζα του καί βγαίνει κάτι σάν ερωτικό πηχτό υγρό που μυρίζει σάν τήν γλυκιά σουμάδα που πίναμε όταν είμαστε μικροί καί μύριζε πικραμύγδαλο καί κανέλλα. Αλείβεται τό μυαλό καί η γλώσσα ερεθίζεται δέκα φορές καί σάν μανιακή προσπαθεί νά τό αναγκάσει. Σάν μανιακή γλείφει καί χαϊδεύει τό μυαλό γιά νά νικήσει τήν αδράνειά του ώστε νά προκύψει τό τέκνο τους. Αυτός είναι ο Ερμαφρόδιτος. Ζεί μέσα στούς έ- λικες. Από τά φύλα του ξεχύνεται σάν μύρωμα τό αρσενικό καί τό θηλυκό σπέρμα καί γονιμοποιεί αυτή τήν ουσία που δέν ήρθε ακόμα η σειρά μας νά καταλάβουμε. Μόνο σάν τά λα- μπρά άλογα τού Απόλλωνα χουρμάζει καθώς έρχεται η ώρα. Χτυπά τό πόδι στό χώμα νά σχιστεί ο φλοιός καί νά προβάλλει τό μυστικό λόγος. Σάν σέ μεγάλο κρεββάτι μέ κορμιά που τρώ- γονται από έρωτα λάμπουν οι αρσενικές καί οι θηλυκές φρά- σεις τού λόγου. Ερωτικά κορμιά καί οι λέξεις νά φέγγουν σάν μικρές αστραπές από τά όργανά τους. Σέ μιά απ' τίς πιό ευτυχισμένες στιγμές τής γλώσσας μου. Σά σφαίρα μπήχτηκε στό στήθος μου, εκεί που κατεβαίνει ο λόγος νά ρωτήσει τήν ζωή άν έχει ακόμα δύναμη νά τόν αντέξει, σάν σφαίρα μπήχτηκε η ομορφιά αυτού τού λόγου. Τό παγκάκι τών δολοφόνων 6-7-1998 Είμαι 56 χρονών. Ζώ απόλυτα μόνος. Τόν Αύγουστο είχα αι- σθανθεί μιά χαρά. Η μοναχική ζωή υποφέρεται. Μέ μιά χαρά είναι αβάσταχτη. Θέλω νά διηγηθώ κάτι. Κάθομαι στό παγκά- κι ενός πάρκου. Τό βράδυ εκεί γίνονται ορισμένα πράγματα. Δέν τολμάω νά μείνω. Ίσως καί φόνοι. Αλλά καί δολοφονού- νται καρδιές μέ μιά διαδικασία εγκλήματος. Που τό θέλουν πα- ρακαλώντας τέτοιαν ώρα. Λατρεύω τό πάθος σάν άνθρωπος. Φοβάμαι νά του δοθώ. Μιά φορά. Είχα αγκαλιαστεί κι εγώ. Ούρλιαζα. Ήθελα νά σκοτώσω. Πόσο κακή ένοιωσα τήν αγά- πη. Η αγάπη βγαίνει απ' τήν χολή. Πράσινη. Μαστίζει μ' ένα πράσινο γάλα σάν τήν Φύση. Γεμάτος όλος κακία αγαπούσα. Ίσως όχι νά σκοτώσω. Αλλά νά κάνω από τόν φόνο που δέν εί- ναι φόνος. Νά κάνω κακό από αγάπη. Νά επέμβω. Μέ πράσινο μίσος είχα γίνει όλος πράσινος. Είχα τσακίσει δέντρα επειδή ό- μορφα. Ερωτικές βουκαμβίλιες. Μασούσα τό αίμα πράσινων χορταριών. Ένοιωθα μέ τήν άκρη τού βλέμματος που κοίταζε εμένα. Ύστερα εμένα τόν άλλον. Έβλεπε τό χειρότερο επειδή δέν υπάρχει καλλίτερο απ' τό χειρότερο. Μετά έφυγε. Τώρα πηγαίνω νά κάτσω μόνος. Μόνος έχω ασπρίσει. Έρριχνα ψί- χουλα σ' ένα σπουργίτι. Επικίνδυνος. Σχεδόν τρυφερός. Σχεδόν βλάκας. Επειδή βλακεία δέν είναι έλλειψη εξυπνάδας. Αλλά χασμουρητό. Χασμουριέται τό μυαλό. Ετοιμάζεται νά ξαπλώ- σει σάν αγελάδα. Είχα ξεχάσει ότι τό σπουργίτι δολοφόνος. Ξαφνικά ακρίδα. Βιάζομαι, αλλά πρέπει. Στό χώμα. Τά πίσω πόδια της γεμάτα δύναμη. Αλλά καθυστερεί επειδή η ζωή της πάνω σ' αυτή τήν γή έχει τελειώσει. Τό σπουργίτι θηλυκιά μά- να. Μέ μένος αρπάζει μέ ράμφος δέκα φορές. Δαγκώνει μπρο- στινό πράσινο πόδι. Τινάζει τό σώμα σάν χορδή. Αμέσως πίσω μεγάλο. Μικρά σύννεφα σκόνης στό χώμα. Πράσινη αστραπή δέν έχει μισά πόδια τώρα. Δέν μπορεί νά βουτήξει στά φύλλα. Ο αέρας βαρύς. Ο τρυφερός δολοφόνος μέ δέκα ράμφη. Απο- σπάει. Τινάζεται σάν τό θηλυκό χορδίσιο μάτι της νά βλέπει πεινασμένα στόματα ανοιχτά. Μετά φτωχό μαλακό σώμα στε- ρημένο. Μαλακή φουσκωμένη κοιλιά στό χώμα ακίνητη. Φτε- ρά διάφανα που χωρίς βοήθεια τυραννισμένα. Κεραίες σάν τό- ξα καί χρυσοπράσινα νέφη από πολύγωνα αστεριών στά μάτια. Αισθάνεται. Φοβάται. Τροφή σάν σκουλίκι. Ποιός είμαι τότε; Από κακή αγάπη επεμβαίνω. Πρέπει νά σκοτώσω σάν άνθρω- πος αλλιώς είμαι δολοφόνος. Κατεβαίνω επίπεδα άσπρης μα- λακής ουσίας. Διατάζω πράσινα ένστικτα δικαιοσύνης. Όμως ολολύζω από οίκτο σέ εγκαταλειμμένο πρώτο επίπεδο. Αντέχω. Σάν σκουλίκι λειώνω μέ γρήγορο πόδι στερημένο σώμα καί θηλυκή φτερωτή μάνα. Σπουργίτι σπαρταράει. Ξεμασχαλιάζω φτερά. Στρίβω λαιμό. Αφίνω στό χώμα νεκρά αυτά που χτύπη- σα μέ θάνατο. Σπλαχνικός θάνατος γιά όλους μας. Ανεβαίνω ξανά. Κλαίω. Τώρα είμαι συγγενής. Αλλά πρέπει νά ολοκλη- ρώσω ώστε νά κλείσει ο καταραμένος κύκλος, ο ευλογημένος σάν η μόνη ευλογία που επιτράπηκε γιά τήν ζωή. Κατεβαίνω ξανά σέ σχεδόν πρόσφατο επίπεδο ωμοφαγίας. Τρώω λειωμένη ακρίδα. Φτύνω πούπουλα από ζεστό σπουργίτι. Σκαρφαλώνω στό πεύκο που έχω δεί αθώα φωλιά. Μικρά μαλακά σωματά- κια. Βλαστημάω από παρασυρμένο χαμηλά ανώτερο επίπεδο καθώς ξεσκίζω. Λειώνω κεφαλάκια μέ δάχτυλα. Μικρά μυαλά χασμουριώνται. Γλείφω δάχτυλα μέ ηδονή. Σκούρες βρωμιές από άντερα. Καταπίνω. Κυνηγός. Γιά θρέψη. Καμμιά κατηγό- ρια: Ί Τσίνγκ. Ζώ απόλυτα μόνος.. Μέ λένε Γιάννη. Είμαι 56 χρονών. Τόν Αύγουστο είχα αισθανθεί μιά χαρά. Σάν τροφή. Σάν ζωντανό στερημένο σώμα. Σάν ανατιναγμένα πόδια που παράτησαν στό χώμα μιά ζεστή φουσκωμένη κοιλιά. Σάν δέκα φορές τά μικρά ράμφη. Σάν τρυφεροί λαιμοί που καταπίνουν... Όχι. Όχι χαρά. Όχι θηλυκιά αγάπη μάνας. Μόνο πράσινο αίμα τού έρωτα στό παγκάκι τών δολοφόνων. Η παρθένα τών βράχων Ήρθα εδώ νά κρυφτώ μέ τό παιδί μου. Κοφτερά βράχια καί ξαφνικές χαράδρες κι ακίνητες σαύρες μέσα στό σκληρό φώς τού ήλιου. Στό φώς τού ήλιου καί στήν σκιά μ' ακολουθεί ένα φώς. Όχι, δέν υπάρχει σκιά γιά μένα, μά πρέπει νά γίνει σκιά γιά νά βάλω τό μωρό μου. Βλέπω συνέχεια σκιά κι ακουμπάω τό χέρι μου αλλά στήν καυτή πέτρα σου, δώσε μας, αφού δέν μπορείς νά μάς δώσεις σκιά, δώσε μας λίγο φώς χωρίς νά καίει απ' τήν μεγαλειότητά σου! Μέ βρήκε ένας χωροφύλακας στά χωράφια καί μέ πήγε σέ μιά καλύβα κι έπιασε τό βυζί μου καί φώναξα απ' τόν πόνο επειδή ήταν γεμάτο γάλα, κι έπεσε στά πόδια μου, άσε με, είπε, άσε με, μόνο αυτό καί θά σ' αφίσω νά φύγεις, τόν άφισα, τού χάϊδεψα καί τό κεφάλι, είχε κλειστά τά μάτια κι έβγαζε τήν γλώσσα του καί ρούφαγε απ' τήν ρώγα μου σάν μικρό μοσχάρι, νωρίς αποκόβωνται οι άντρες, είναι που κάνουμε συνέχεια τόσα παιδιά, μετά μού φίλησε τά χέρια καί μούδωσε βρεμμένα παξιμάδια γιά τήν δίψα καί τυρί. Απ' αυτά τρώω ακόμα καί κατεβάζω γάλα. Απ' αυτά τρώω ακόμα καί κατεβάζω γάλα, αλλά εσύ που μού 'στειλες τόν άγγελό σου, πού μ' αφίνεις μές τόν ήλιο καί τό φώς σου τό ανελέητο μέ τό παιδί μου κηνυγημένο; Άχ εσένα δέν σέ γέννησε μάνα γιά νά τήν ρωτήσεις. Νά σού πεί νά μήν απολύσεις στόν κόσμο αυτό τό στραβό θηρίο, τήν δικαιωσύνη σου. Παναγιά η εκατονταπηγιώτισσα Μέ λένε Μαρία. Είμαι γυναίκα χωροφύλακα. Γεννάω συνέ- χεια. Μάνα!, φωνάζουν οι κρατούμενοι γιά κλοπή, γιά φόνο, γιά βιασμό, επειδή χτύπησαν τόν αδερφό τους, βάρεσαν τόν γέ- ρο πατέρα τους γιά ένα ξερό κομμάτι χτήμα... Τό πως μπορού- με νά κάνουμε τόση αμαρτία είναι δικό μας φταίξιμο; Χωρίς ψωμί καί νερό τούς αφίνουν γιά μέρες καί βογγούν απ' τούς πόνους τού στομαχιού τους. Μήτε όρθιοι δέν μπορούν νά ση- κωθούν αλλά στό μικρό κελί τού καθενός τους υπάρχει ένας μικρός φεγγίτης. Εκεί μπήγω τήν νύχτα τό βυζί μου. Μέ πρωτοφανή μανία καί τό ζουπάω νά ξεπεταχτεί τό γάλα. Σάν βρύση πετάγεται χορταίνοντάς τους καί σχεδόν μέ μίσος. Μέ μίσος κελλαρίζει γιά τόν Κόσμο που μέσα του αστράφτουν οι δυστυχίες καί φέγγουν τά φεγγάρια τής λύπης στήν μοίρα τών ανθρώπων. Σάν εκατό πηγές βγαίνουν από τίς ρώγες μου. Πλημμυρίζει ο ουρανός καί η μακρόνησος Γαλαξίας όπου εξό- ριστες μέ τό παράπονο έχουν αφανιστεί οι γενιές. Όταν χορτά- σουν αποτραβιέμαι. Κι όταν τούς παίρνουν γι' αλλού μού φυ- λούν τά χέρια. Είμαι γυναίκα χωροφύλακα. Συνέχεια γεννάω. Τά παιδάκια μου! Τά παιδάκια μου! Τής νηός ημών δελφίνες παρατρεχάμενοι Τής ηδονής τού συνομιλείν μετ' άλλου ομοίου μου απεστερή- θην, λόγω τής ασθενείας μου. (Αόριστος τις ανάμνησις τέκνων αγαπημένων, μέ ρίπτει εις τοιούτον μαρασμόν, ώστε εξέρχομαι μετά κόπου εκ ταύτης, σύρων υπολείματα τινα τής παλαιοτέ- ρας ευτυχούς περιόδου τής ζωής μου, μή δυνάμενα νά επανα- φέρουν παρά σκιάς χαμογελώντων προσώπων, θροΐσματος χα- ριτωμένων φορεμάτων τό ασαφές κριτήριον τού ανέμου, πλη- μελή γεύσην τρυφερών παιδικών φιλημάτων, λαθραίον ερωτι- κόν πλησίασμα συμβίας επιθυμητής... Όλα καταπωθέντα πλέ- ον είς τά θλιβερά χρώματα μιάς τόσον πλησίον, αλλίμονον, ε- νεδρευούσης δύσεως). Έτι δε καί τής τρυφερωτέρας ίσως συν- διαλλαγής μετ' αγαπημένου τινός ζώου απώλεσα τήν ευχαρί- στησην, εκ τής αδυναμίας μου νά προσφέρω εις κάποιον είδος εξ αυτών τάς περιποιήσεις διά τών οποίων θά προσελκύετο τούτο νά ζήσει πλησίον μου. Ο όφις τής οικίας μου είχε πρό πολλου, (άν καί αιωνόβιος καί υπερμεγέθης) λόγω τής αγαθής αυτού φύσεως (αφού επρόλαβε νά γευματίσει τήν μοναδικήν γαλήν ήτις με κατεδέχετο, εν ή ώρα αύτη καθηύδε, τού στομά- χου της τίς οίδε πόσους πόντικας αναγκασμένου νά χωνεύει ταυτοχρόνως), είχε πρό πολλού λοιπόν τραπεί εις φυγήν, εξ αι- τίας αλήτου τινός κυνός, ακολούθου κατά τήν παρούσαν περί- στασιν τών ακονιστών γύφτων (αγαθοτάτων ανθρώπων) οι ο- ποίοι εξέπεσαν πλησίον τής οικίας μου, καί εις τούς οποίους προσέφερα μετά μεγίστης χαράς τήν στομωμένην μοναδικήν μάχαιραν ήτις εκόσμει τήν τράπεζά μου, καθώς καί τό μοναδι- κόν ψαλλίδιον, κληρονόμημα τής μητρός μου πρό αμνημονεύ- των ετών, τά οποία ευσυνειδήτως ηκόνιζον ούτοι μετ' ακαμά- του ζήλου, τής ύλης των τοσούτον ηλαττουμένης εκ τής κατερ- γασίας, ώστε ψυχανεμίσθην εκτάκτως λόγω τής μετ' αυτών μακράς συγκατοικήσεως, ότι μετά δύο ή τρείς ακόμη επαναλή- ψεις -εις τόν μελανότερον τής νυκτός καί σκληρότερον τού γρανίτου όνυχα τού αντίχειρός των-, τών τεσσάρων ή πέντε προηγηθησών δοκιμών διά τήν εξακρίβωσιν τής αποτελεσματι- κότητος τής προσπαθείας των, δέν θά επερίσσευεν πλέον υλι- κόν διά νά εργασθούν πλήν τών λαβών. ΄Εσωσα τά δύο τούτα κειμήλια παρακαλώντας τους νά μήν φθάσουν εις τάς επιγρα- φάς τάς οποίας έφερον ως αποδεικτικόν γνησιότητος εις τήν ράχην των καί πείθοντάς τους ότι εάν τά ετρόχιζον περισσότε- ρον θά ηλατούτο ο αριθμός τών δακτύλων μου, ήδη από τής πρώτης εσπέρας, οπότε τό φώς μου θά αδυνάτιζε, μετά τήν α- ναχώρησήν των. Ο αλητήριος χαρακτήρ τού εν λόγω κυνός τόν καθιστούσε τελείως ακατάλληλον διά κατοικίδιον σύντρο- φον, ως ήλπισα πρός στιγμήν, καί αφού κατετρόμαξε τόν ήμε- ρον όφιν μου παγιδεύοντας τάς εξόδους του καί καταδαγκώνο- ντας τήν ουράν του, κατεξέσχισε τά υποδήματα μου τήν ώραν τής μεσημβρινής αναπαύσεως καί ετράπη όπισθεν τών προσω- ρινών του κυρίων, κυλιόμενος εις τήν σκόνιν τού δρόμου, ευτυχής, ως υπέθεσα, εκ τής μεγάλης αυτού ικανοποιήσεως νά εκλέγει αυτός ούτος δι' εαυτόν. Μικράν κτηματικήν περιουσίαν κατέχων (ήν, εις τό μακρυνόν παρελθόν, ως λάτρης τού φυσικού κάλλους καί τών μυστηρίων τής χθονίου ποιήσεως συλλέκτης -εξ ιδίων αλλά καί προγενε- στέρων εμπειριών ομοίων πρός εμέ τρυφερών τής Φύσεως ε- ρωμένων- ηυτύχισα ιδείν καρπίζουσαν εκ τής εργασίας μου), έ- ναντι δέ εξ ίσου μικράς αμοιβής παραχωρών ταύτην μετά μεγί- στης οδύνης εις ξένας χείρας, εξησφάλισα τά ελάχιστα καί α- ναγκαία διά τήν ομοίως ως μικρόν λυχνάριον συντήρησίν μου, ήτοι γάλα καί ολίγα αυγά, έλαιον καί τινάς χονδρελαίας, έν ε- βδομαδιαίον καρβέλιον άρτου καί τά πολύ αγαπητά εις εμέ ρα- δίκια μετ' άσπρου τυρού, δύο χαμηλά ποτήρια οίνου ημερησί- ως, καί μετά μεγάλης μου λύπης διά τό άτυχον ζώον, κάθε δε- καπέντε, ολίγον κατσικάκι διά τήν αναγκαία διασταύρωσιν τών τροφών καί τό "λίγδωμα τού εντέρου" (κανόνα απαράβατον τής ορθής διατροφής έως καί εις τά πλέον απομεμακρισμένα μέρη τών ημετέρων επαρχιών). Αλλά βλέπω όλο καί περισσότερα τών αγαθών τούτων παρα- μένοντα εν αναμονή τής ευλογημένης καταναλώσεώς των εις τό εντοιχισμένον κιβώτιον τού μαγειρίου, όλο καί περισσότε- ρον δέ μειούται τό σιτηρέσιόν μου, ως εάν ηθική τις στένωσις ήρξατο κατατρέχειν τό υγιές τού στομάχου μου εκτόπισμα, καί αντιλαμβάνομαι ότι η διάθεσίς μου διά τροφήν ελαττούται, καί ενώ τό σώμα μου διατηρεί τίς διαστάσεις του, άλλος είς σπιν- θήρ εν τό εσωτερικώ διαστήματι τής κατασκευής του χάνει τήν ερωτικήν αυτού έφεσιν πρός τό δεδομένον, ενώ η τήν ραφήν τών συστατικών μου μερών κατακαίουσα παλαιά φλόγα, εξα- πλούται τάχιστα, μή συναντώσα χαράν τινα διά νά τήν κατα- σβέση, αλλά αντιθέτως τό μελαγχολικόν δάσος τής καρδίας μου, εντός τού οποίου οδηγείται ανορθουμένη υπέρ τών κα- μπτομένων φυλλωμάτων, υπό τού κατηφούς αστερισμού τής ε- ντελούς μου λύπης. Τελείως μόνος εναπομείνας, τών λιγοστών μου βιβλίων ήδη ε- ξηντληθέντων εκ τών πολλαπλών αναγνώσεων, έτι δέ καί τούς πόντικας απωλέσας οι οποίοι τά εροκάνιζον καί οι οποίοι μή έ- χοντες πλέον όφιν διά νά παίξωσιν καί γαλήν διά νά τούς αλα- τίζει τόν βίον, σιγά σιγά εξηφανίσθησαν, τού δέ σώματός μου ερειπίου καταστάντος χειροτέρου τής αδυνάμου πλέον νά μέ καλύψει σιωπηλής οικίας μου, έρμαιον κατέληξα τής αθώας α- δηφαγωσύνης τού χρόνου, όστις ως δελφίς παρατρεχάμενος τής αποσαθρωμένης νηός μου, πλήν εις τό βλέμμα του χαριτω- μένης επί τών κυμάτων συντρόφου, εξακολουθεί χαριεντιζό- μενος μετ' αυτής, προκαλώντας την εις αγώνα δρόμου, τού ο- ποίου, φεύ, τό τέλος γιγνώσκω μετ' ακλονήτου βεβαιότητος. Τήν παράστασην ταύτην Σάς εσωκλείω Ευγενέστατοι εις τήν παρούσα επιστολήν μου, ευπειθώς, όπως έζησα υπό τήν σοφήν σας διακυβέρνησην έως σήμερον, διαβεβαιών τό γνήσιον τής υπογραφής μου αποτύπωμα, μέ τήν παράκλησην νά μέ απαλ- λάξετε τών επιπλέον ετών τά οποία ενδεχομένως προετοιμάζε- τε, ως κάποιαν ανεξήγητον αμοιβήν διά τήν ταπεινότητά μου. Νιπτήριον ποδών Έχω πρό πολλού επιλέξει κόγχην τινά, εις τό ανατολικόν μέρος τού κήπου μου, ανθίζουσαν εκ τής καλωσύνης τής αγράμπε- λης, χρωματιζομένην υπο τού προσφιλούς εις τά όμματά μου πλήθους ανθέων -τών εκ τής τυχαίας μεταφοράς τής σποράς των προκυπτόντων υπό τού φιλικώς νεύοντος καθ' όλον τό έτος ανέμου, τών καθ' όλον τό Έαρ καί τό Θέρος βομβούντων εντό- μων, καί τών μικρών πτηνών τών βοσκούντων μεθ' ορέξεως τούς σκώλικας τήν πρωΐαν εντός τής υγράς χόρτου-, στεγαζο- μένην δέ υπό τής ευγενούς πεύκης τής εχούσης τουλάχιστον τό διπλάσιον τής ιδικής μου ηλικίας -εφ' όσον επί τών κλάδων της επροπονήθην καί από τών κλώνων της συχνότατα ευρέθην αιφνιδίως ως άλλος Ανταίος εις τήν αγκάλην τής μητρός Γής ί- να ανακτήσω τάς απωλεσθήσας εκ τής αναρριχήσεως δυνά- μεις-, προσέτι δέ συνορευούσης μέ τήν γωνίαν ερειπωμένου τε- μένους, φυλάττοντος επί αιώνας τό μυστήριόν του καί φράζο- ντος αυστηρώς τό σύνορόν του μέ μικράν εκ πρασίνου μαρμά- ρου λάρνακα, επί τής σμαραγδίνης πλευράς τής οποίας δύναταί τις νά αναγνωρίσει βαθείαν επιγραφήν, σκαλισμένην εις άπται- στον Ελληνικήν: "Νιπτήριον ποδών". Άς μου επιτραπεί νά τα- φεί τό σώμα μου εκεί. Η δέ μικρά λάρναξ άς πληρωθεί υπό κα- θαρού εκ τού πηγαδίου μου ύδατος. Τήν ευγένειαν τών ποδών ίσως παραβλέψας, εις σκληρά καί βάναυσα υποδήματα επί τό- σα έτη ως δεσμώτας φυλακίσας, άς αναπληρώσω τήν υστάτην στιγμήν τό πρός αυτά χρέος μέ τό δροσερόν ύδωρ τής τιμούσης ταύτα λάρνακος, μέ τήν παράκλησην, καθαρά καί ανακουφι- σμένα, νά μέ οδηγήσουν είς τήν χώραν όπου δέν θά σύρεται πλέον εκ μαρασμού η αόριστος ανάμνησις τών αγαπημένων μου τέκνων, ούτε υπολείματα τής παλαιοτέρας ευτυχούς περιό- δου τής ζωής μου θά φέρουν σκιάς χαμογελώντων προσώπων, αλλ' όπου τρυφερά γεύσις αθώων παιδικών φιλημάτων θά συ- ναντά τά χείλη μου, θρόϊσμα χαριτωμένων φορεμάτων θά στρέφει τήν κεφαλήν μου, ερωτικόν πλησίασμα συμβίας επιθυ- μητής θά μέλπει εις τούς φρένας μου... Χτυπήσατε τάς χείρας σας πρός εκπλήρωσιν Ευγενέστατοι. Α- πολύστε μιάν στρακαστρούκαν. ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 19