ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ

1

ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ ΤΗΣ ΒΙΤΡΙΝΑΣ

 

Οι βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια

 

Την Κυριακή, το χειμώνα, είναι η πιο βαρετή  μέρα. Από το πρωί, η Μυρτώ κι εγώ παίζουμε, τσακωνόμαστε , διαβάζουμε κανένα βιβλίο, αλλά το απόγευμα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.

Τα απογεύματα μένουμε στο σπίτι μόνες με τον παππού. Ο μπαμπάς κι η μαμά παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή, που είναι ο διευθυντής  του μπαμπά στην τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδερφή του παππού, πάει επίσκεψη  στις φίλες της, κι η Σταματίνα, η υπηρέτρια , έχει έξοδο . Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του και διαβάζει τους «αρχαίους» του. Έτσι λέμε, με την αδελφή μου τη Μυρτώ, τα βιβλία του παππού, γιατί είναι όλα Αρχαία Ελληνικά. Πηγαίνουμε τότε στην τζαμωτή  βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. Τα κύματα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε  τα τζάμια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες πάνω τους, μοιάζουν με δάκρυα. Τότε φτιάχνουμε με τη Μυρτώ τις πιο λυπητερές ιστορίες. Τάχα πως πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός μας είναι πιο κακός κι από του Δαβίδ Κόπερφιλντ. Ή πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος , κι εμείς, ντυμένες με κουρέλια , γυρίζουμε μαζί του μέσα στο κρύο και ζητιανεύουμε  ψωμί, από πόρτα σε πόρτα.

Αυτή όμως την Κυριακή βαριόμασταν όλα τα παραμύθια και τα παιχνίδια μας.

- Δε φτιάχνουμε μια ιστορία για το καπλάνι ; - είπα, και το μετάνιωσα  αμέσως, πριν καλά καλά τελειώσω τη φράση μου.

- Σα δε ντρέπεσαι! Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου – απάντησε θυμωμένα η Μυρτώ.

Για το καπλάνι, που είναι βαλσαμωμένο  μέσα σε μια βιτρίνα, κάτω, στο μεγάλο σαλόνι, μονάχα ο ξάδελφός μας ο Νίκος ξέρει να διηγείται . Ο Νίκος σπουδάζει στην Αθήνα χημικός. Κάθε καλοκαίρι έρχεται στο νησί και πηγαίνουμε μαζί στην εξοχή, στο Λαμαγάρι. Ξέρει ένα θαυμαστό παραμύθι για το καπλάνι, που δεν τελειώνει ποτέ και κάθε καλοκαίρι το συνεχίζει.

Είχε σκοτεινιάσει για καλά. Η θάλασσα δεν ξεχώριζε . Μονάχα ακούγαμε ένα «παφ» και γέμιζαν τα τζάμια δάκρυα. Ο δρόμος έξω ήταν έρημος. Ήταν σκοτεινά και φοβόμουνα. Τότε ακούστηκαν τραγουδιστά τα μαγικά λόγια: ΠΑ, ΒΟΥ, ΓΑ, ΔΕ, ΚΕ, ΖΩ, ΝΗ… Ήταν ο παππούς. Όταν τέλειωνε τη μελέτη του, έψελνε  σε μια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Μετά ο παππούς ήρθε στη τζαμωτή, μας πήρε στην τραπεζαρία και μας έδωσε φάμε καρύδια  με μέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς είπε:

 

- Μυρτώ, τι προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ ένα μύθο;

- Φυσικά, καρύδια – απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος δεν τρώγεται.

Ο παππούς μας δεν μοιάζει με τους παππούδες των άλλων παιδιών. Είναι ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάμι  και δεν καμπουριάζει  καθόλου. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ». Ξέρει όλον τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δεν μας λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά μας διηγείται μύθους για τους αρχαίους θεούς και ήρωες.

- Λοιπόν, θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.

…Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε  το κερί που μ’ αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε . Γι’ αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον

Μέσα στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας. Τι μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο ! Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ’ άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες, απέραντες .. Τι όμορφα που θα ’ναι να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ , μια στιγμή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό , σκοινάκι, πεντόβολα;

- Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά φορά ο άνθρωπος; - ρώτησα.

- Σαχλαμάρες ! – είπε η Μυρτώ.

- Μπορεί. Αν περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, μπορεί να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε Γενάρη του 1936, μπορεί ως το Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε κοντά στον ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά τους.

- Ούουου, ως τότε τι να το κάνουμε; - λέει η Μυρτώ. Εμείς θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς  δεν θα μπορούμε να πετάμε.

Ο παππούς τη μάλωσε  πως είναι εγωίστρια. Αν σκέφτονταν όλοι έτσι, δεν θα ’χε γίνει καμία ανακάλυψη  στον κόσμο. Οι επιστήμονες  δεν θα κουράζονταν να βρουν τούτο ή εκείνο, αφού, ώσπου να τελειοποιηθεί  η εφεύρεσή τους, αυτοί θα έχουν πεθάνει.

- Αλλά οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, σκέφτονται τη ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά το όνομά τους μένει αθάνατο .

- Θα ’θελα να γίνω εφευρέτης , λέει η Μυρτώ.

- Αν οι .. εφευρέτες ξέρανε την προπαίδεια όπως εσύ, της είπε ο παππούς, δεν θα γινόταν καμιά εφεύρεση  στον κόσμο.

 

Δεν φανταζόμασταν ότι θα τέλειωνε τόσο άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7x7 κι εκείνη όλο τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7x8 κάνει 46 κι ο παππούς θύμωσε .

- Αν δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά , δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε να κοιμηθούμε.

Εγώ πηγαίνω στη δευτέρα κι η Μυρτώ στην Τετάρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο, μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν διδαχθείσες κατ’ οίκον  και περνούμε τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δεν θέλουν να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, έχει τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και το ιδιωτικό  σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς, δεν είναι «για το β α λ ά ν τ ι ό  μας»

Όταν πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα που τη μάλωσε ο παππούς για την προπαίδεια, γιατί ρώτησα αν θα μπορέσει στ’ αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να ξέρω εγώ ότι, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει απέξω κι ανακατωτά την προπαίδεια;

Μπορούσε, όμως, ποτέ Κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ τώρα…

- Αχ, να πηγαίναμε σχολείο… λέω δυνατά, αλλά η Μυρτώ κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόμα πιο δυνατά:

- ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

- ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη κάτω από τα σκεπάσματα.

Αυτά δεν ήταν β υ ζ α ν τ ι ν ά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.

Να ’χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

 

2

Οι Πέμπτες, το καπλάνι, ο δεσπότης και ο κύριος Αμστραμντάμ Πικιπικιράμ.

 

Αν οι Κυριακές ήταν οι πιο βαρετές μέρες, οι Πέμπτες είναι οι πιο διασκεδαστικές. Η θεία Δέσποινα δεχόταν επισκέψεις. Τότε άνοιγε τη μεγάλη σάλα, κι εμείς μπορούσαμε να δούμε το κ α π λ ά ν ι, μέσα στη βιτρίνα του. Τα μάτια του ήταν παράξενα, το ένα μαύρο και το άλλο γαλάζιο. Η θεία Δέσποινα λέει πως έκαναν λάθος όταν το βαλσάμωσαν και του έβαλαν μάτια παράταιρα. Ο Νίκος όμως ξέρει μια άλλη, μια θαυμαστή ιστορία.

 

…Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο δάσος ένα καπλάνι (αυτό που είναι στη βιτρίνα ) και είχε ένα μαύρο μάτι κι ένα ολογάλανο . Έτσι είχε γεννηθεί . Τη μια μέρα είχε ανοιχτό το γαλάζιο μάτι και το μαύρο κοιμόταν, την άλλη έβλεπε με το μαύρο και το γαλάζιο έμενε κλειστό. Σαν έβλεπε με το γαλάζιο, ήταν ήρεμο , σα γάτα, τριγύριζε  ανάμεσα στους ανθρώπους, τους βοηθούσε κι έπαιζε με τα παιδιά και τα ζωάκια στο δάσος. Όταν όμως άνοιγε το μαύρο μάτι, γινόταν άγριο, χαλούσε  τις δουλειές των ανθρώπων και τα ζωάκια έτρεχαν να κρυφτούν.

Ο Νίκος μας διηγείται ένα σωρό περιπέτειες του καπλανιού, κι όχι μόνο σε μας, αλλά και στα άλλα παιδιά, όταν πηγαίνουμε στην εξοχή το καλοκαίρι.

Μόλις ξυπνήσαμε, θυμήθηκα αμέσως πως είναι Πέμπτη, γιατί η Μυρτώ με ρώτησε:

- Δε μου θυμίζεις καμιά ε ξ υ π ν ά δ α  μου;

Η Μυρτώ είναι το κ α μ ά ρ ι  της θείας Δέσποινας. Τις Πέμπτες, η θεία Δέσποινα μας φωνάζει να κατεβούμε στο σαλόνι, όταν έρθουν οι επισκέψεις της. Τότε βάζει τη Μυρτώ να πει τις «εξυπνάδες» της (εμείς τις βαφτίσαμε έτσι).

- Λοιπόν, θα μου θυμίσεις καμιά εξυπνάδα; - ξαναρωτά η Μυρτώ.

- Πες – της λέω – που, σαν ήσουνα τεσσάρω χρονώ, ρώτησες τον δεσπότη αν κατουριότανε  απάνω του, όταν ήταν μικρός.

- Τρελάθηκες; Σήμερα θα είναι κι ο δεσπότης!

- Τότε, πες αυτό που είπες στον παππού την Κυριακή, όταν σε ρώτησε αν θέλεις κι άλλα καρύδια ή να σου πει ένα μύθο, κι εσύ είπες «Φυσικά, καρύδια, αφού ο μύθος δεν τρώγεται.»

- Κι αυτό είναι εξυπνάδα; - απόρησε η Μυρτώ.

- Φαίνεται είναι – κάνω εγώ – γιατί άκουσα τον παππού που το διηγιότανε στη θεία Δέσποινα κι εκείνη είπε: «Τι έξυπνο!»

- Καλά – συμφωνεί η Μυρτώ – μία όμως δε φτάνε ι.

- Το βρήκα ! – φώναξα. Θυμάσαι που σαν είχε σπάσει ο μπαμπάς το πόδι του, εσύ τον ρώτησες: «Αν πεθάνεις, μπαμπά, πού θα βρίσκουμε τα λεφτά να τρώμε;»

- Ευχαριστώ, Μέλια, που μου το θύμισες, - είπε η Μυρτώ μ’ ένα ύφος … μα τι ύφος!

Αλήθεια , δεν είπα πως με λένε Μέλια. Ίσως γιατί ντρέπομαι λιγάκι για το όνομά μου. Όλοι με φωνάζουν Μέλια, το πραγματικό μου όμως όνομα είναι Μέλισσα. Ο παππούς ήθελε να με βγάλουν έτσι, γιατί έτσι έλεγαν τη γιαγιά. Ο παππούς λέει πως Μέλισσα ήταν μια αρχαία βασίλισσα. Μα φαίνεται πως, εκτός από τον παππού, κανείς άλλος δεν το ξέρει.

Η μαμά μπήκε στο δωμάτιό μας, και σαν μας είδε με τις νυχτικιές  ακόμα, έβαλε τις φωνές. Ο παππούς μας περίμενε για μάθημα.

Το απόγευμα καθόμασταν στο δωμάτιό μας και περιμέναμε τη Σταματίνα να μας φωνάξει να κατέβουμε στη σάλα. Σε λίγο μπήκε στο δωμάτιο φουρκισμένη .

- Τι με στέλνει – λέει – αφού κάθε φορά αρνιέται  να κατέβει!

Η θεία Δέσποινα κάθε Πέμπτη στέλνει τη Σταματίνα να πει του παππού να ’ρθει στη σάλα, μα κάθε φορά ο παππούς δεν ερχόταν.

- Σήμερα μάλιστα που θα ’ναι κι ο τράγος ! Ο παππούς σας ούτε να τον δει δε δεν μπορεί.

- Ποιος τράγος; - πεταχτήκαμε  εμείς.

- Δείτε τώρα να το μαντατέψετε  στην κυρία πως τον είπα έτσι.

Η Μυρτώ θύμωσε για τα καλά .

- Το ξέρεις, πως εμείς δεν μαντατεύουμε!

- Καλά ντε , - γέλασε η Σταματίνα. Είπα μόνο.

Ύστερα άρχισε να χτενίζει τη Μυρτώ. Η αδερφή μου έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια. Είναι πολύ όμορφη. Έτσι λένε όλοι. Μοιάζει στη θεία Δέσποινα, σαν ήτανε νέα. Γι’ αυτό είναι η αγαπημένη της. Σαν  πεθάνει η θεία Δέσποινα, θα της αφήσει το σπίτι που μένουμε, που είναι τώρα δικό της. Εγώ έχω μαύρα μαλλιά και μοιάζω του μπαμπά. Μα εκείνος δεν έχει τίποτα να μου αφήσει. Μόνο τον πέτσινο  χαρτοφύλακά  του.

 

Όταν κατεβήκαμε στη σάλα, ήταν γεμάτη κόσμο. Ο δεσπότης καθότανε μαζί με τρεις κυρίες και παίζανε χαρτιά . Η θεία Δέσποινα μας έγνεψε να πάμε να του φιλήσουμε το χέρι. Εμείς περιμέναμε λιγάκι, γιατί μοίραζε την τράπουλα . Ύστερα μας το έδωσε να το φιλήσουμε, χωρίς καν  να μας κοιτάξει. Ήταν κρύο και μαλακό.

Μετά, τρυπώσαμε γρήγορα γρήγορα πίσω από τη βιτρίνα με το καπλάνι, και κανείς δεν μας θυμήθηκε πια. Συζητούσανε όλοι μαζί και φωνάζανε. Ο νομάρχης  έλεγε πως η πατρίδα κινδυνεύει και πως μόνος ο βασιλιάς δεν μπορεί να τη σώσει. Ύστερα είπε πως θα ’ρθουν οι μπολσεβίκοι. Εμάς τα παιδιά θα μας πάρουνε από τους γονείς μας και το δεσπότη θα τον κρεμάσουνε  στη μέση της πλατείας! Η κυρία νομάρχου φορούσε πάντα άσπρα πέτσινα γάντια, ως τους αγκώνες. Κουνούσε τα χέρια της κι έλεγε με ψιλή  τραγουδιστή φωνή.

- Τιιιιι φρίιικηηη! Τιιιιι φρίιικηηη!

 

Τότε κάποιος μίλησε με τόσο δυνατή φωνή, που τραντάχτηκε η βιτρίνα. Ήτανε ο κύριος Αμστραντάμ Πικιπικιράμ. Δεν είναι αυτό το όνομά του, εμείς τον βαφτίσαμε έτσι. Είναι πρόξενος  της Ολλανδίας στο νησί μας, και, σε κάθε φράση που λέει, προσθέτει: «Λοιπόν, που λέτε, στο Άμστερνταμ…» κι ας μην έχει πάει ούτε μια φορά εκεί πέρα. Εμάς μας θυμίζει το ακαταλαβίστικο  τραγουδάκι, που λέμε όταν τα «τα βγάζουμε» στο κρυφτό:

«Άμ-στρα-νταμ, πικι-πικι-ραμ,

πούρι-πούρι-ρα,

Άμ-στρα-νταμ».

- Έναν Χίτλερ, έναν Χίτλερ χρειάζεται η Ελλάδα, - ξεφώνιζε ο κύριος Αμστραντάμ Πικιπικιράμ.

Ύστερα ακούστηκε σιγανή η φωνή της μαμάς.

- Ε, όχι δα και Χίτλερ, κύριε πρόξενε!

Τότε ο μπαμπάς έγνεψε της μαμάς να σωπάσει, και η θεία Δέσποινα άρχισε να προσφέρει καφέ και γλυκό. Ο μπαμπάς μας πήρε είδηση  και μας είπε να πάμε στο δωμάτιό μας. Τα χέρια του τρέμανε, όπως όταν είναι πολύ θυμωμένος.

Εμείς τρέξαμε κατ’ ευθείαν στο δωμάτιο του παππού. Ήταν ανεβασμένος στη σκαλίτσα που έχει στη βιβλιοθήκη και ξεφύλλιζε  έναν α ρ χ α ί ο. Του είπαμε ότι θα κρεμάσουν το δεσπότη και το ράσο  του θ’ ανεμίζει, ότι πάρουν τα παιδιά και θα τα ρίξουν σ’ ένα λάκκο  με ασβέστη και…

- Αυτά όλα είναι κουταμάρες , κι ας τα είπε ο νομάρχης. Δεν τους φτάνει, βλέπεις ο βασιλιάς, θένε  και χειρότερα!

- Τι χειρότερα, παππού;

Τότε ο παππούς άρχισε να μιλάει για τους αρχαίους Έλληνες, που είχαν έναν αρχηγό και τον λέγανε Περικλή, κι είχανε δημοκρατία, κι όλοι οι άνθρωποι ζούσανε καλά κι ευτυχισμένα. Γι’ αυτό κείνη η εποχή λέγεται «χρυσούς αιών του Περικλέους». Έτσι κι εμείς είχαμε δημοκρατία, μα τώρα είναι ο βασιλιάς. Το χειρότερο όμως απ’ όλα είναι η δικτατορία… Θα ’λεγε κι άλλα ο παππούς, μα εμείς νυστάξαμε  και χασμουριόμασταν  τόσο, που μας είπε:

- Τρεχάτε τώρα στα κρεβάτια σας, κι όνειρα γλυκά!

Την ώρα που πλέναμε τα δόντια μας, πριν κοιμηθούμε, η Μυρτώ είπε να πλύνουμε τα χείλια μας με σαπούνι, γιατί είχαμε φιλήσει το χέρι του δεσπότη. Ύστερα κάναμε «χου» και ρωτούσαμε η μια την άλλη: «Μυρίζω δεσποτίλα

 

Όταν ξαπλώσαμε, η Μυρτώ μου λέει:

- Ας λέει ο παππούς για τον Περικλή του, εγώ αγαπώ τους βασιλιάδες. Η θεία Δέσποινα είπε πως, αν δεν ήτανε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, η Ελλάδα θα ’τανε ακόμα σκλάβα στους Τούρκους.

- Τι λες καλέ, -θύμωσα εγώ. Ο παππούς είπε πως, αν δεν ήτανε ο Βενιζέλος, θα ’χαμε ακόμα τουρκοκρατία.

- Όχι, ο βασιλιάς!

- Ο Νίκος είπε πως όλοι οι βασιλιάδες είναι βλάκες .

- Στα παραμύθια.

- Όχι, στ’ αλήθεια.

- Είσαι μικρή και δεν καταλαβαίνεις τίποτα.

- Κι εσύ ζαβολιάρα . Πέρσι ήσουνα βενιζελικιά, έκοβες φωτογραφίες του Βενιζέλου κι έλεγες πως ήθελες να τον είχες παππού.

- Ε, και τι μ’ αυτό; Τώρα θέλω το βασιλιά!

- Ξέχασες που, σαν ήμασταν μικρές κι ήρθε ο Βενιζέλος  στο νησί μας, στα εγκαίνια του

ταχυδρομείου, έδωσε το χέρι του στον παππού κι εμάς μας χάιδεψε τα κεφάλια. Θυμάσαι που ύστερα τα μαλλιά μας μυρίζανε σαπούνι «Κοτικούρα», όχι δεσποτίλες ..

- Σπουδαίο πράγμα! Ο βασιλιάς θα πλένεται με τριανταφυλλόνερο και γιασεμόνερο, και θα’ χει ολόχρυση κορώνα στο κεφάλι.

Εκείνη την ώρα μπήκε η Σταματίνα να κλείσει τα παραθυρόφυλλα.

- Σταματίνα, εσύ με ποιον είσαι; Με το Βενιζέλο ή το βασιλιά;

- Με τον κακό μου τον καιρό  είμαι, - απάντησε εκείνη.

Ύστερα έκλεισε τα παράθυρα βροντώντας  τα με δύναμη κι είπε:

- Όποιος και να ’ρθει, μονάχα εμένα δε θα ρωτήσει. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δούλα κι αγράμματη θα’ μαι.


 

 

3

Το μεγάλο νέο. Φεύγουμε στην εξοχή. Πύργοι, αποθήκες και τσαρδάκια .

 

Έτσι περνούσαν οι μέρες και κόντευε ο καιρός που θα φεύγαμε στην εξοχή. Η ζέστη είχε αρχίσει για τα καλά. Ήταν πια 1η Ιουνίου. Τότε μάθαμε δυο πράγματα που μας έκαναν να πετάξουμε απ’ τη χαρά μας. Το ένα ήταν ότι θα φεύγαμε φέτος νωρίτερα για την εξοχή και το άλλο… ότι θα πηγαίναμε επιτέλους σε αληθινό σχολείο!! Ο κύριος Καρανάσης θα μας δεχόταν στο σχολείο του με έκπτωση.

- Πάμε να πούμε τα νέα στο καπλάνι, λέω στη Μυρτώ.

Όταν μπήκαμε στο σαλόνι, στην αρχή δεν βλέπαμε τίποτα, γιατί οι κουρτίνες ήταν κλειστές. Σε λίγο τα μάτια μας συνήθισαν  στο σκοτάδι και τότε… τρομάξαμε  τόσο πολύ! ΤΟ ΚΑΠΛΑΝΙ ΕΙΧΕ ΓΥΡΙΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ! Το κεφάλι του τώρα ήταν γυρισμένο προς το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Τρέξαμε στην κουζίνα.

- Ξεσκόνισες  τη βιτρίνα; Φωνάξαμε κι οι δυο στη Σταματίνα.

Μα εκείνη δεν ήξερε τίποτα.

 

 

2ο επεισόδιο

Το Λαμαγάρι

Η εξοχή που πηγαίνουμε είναι απέναντι στη χώρα, στην άλλη μεριά της θάλασσας. Λέγεται Λαμαγάρι και δεν είναι ακριβώς χωριό. Εκεί μένουνε μονάχα όσοι δουλεύουνε σε κάτι στενόμακρα κτίρια, που τα λένε αποθήκες  και φυλάνε εκεί μέσα τα βαρέλια με τα κρασιά. Μένουν σε κάτι μικρά χαμηλά σπιτάκια από πλίθες ή από πέτρα, που τα λένε τσαρδάκια.

Είναι και μερικά πέτρινα διώροφα σπίτια, με βεράντες και αυλές, που τα λένε «πύργους» , κι ας έχουν μόνο τρία δωμάτια, σαν το δικό μας. Εκεί παραθερίζουν  όσοι έχουν δικές τους τις αποθήκες. Εκτός από εμάς, βέβαια, που δεν έχουμε ούτε ένα βαρέλι. Πριν από πολλά χρόνια ο μπαμπάς του παππού είχε αποθήκες, αλλά τις πούλησε, για να σπουδάσει ο παππούς και ν’ αγοράσει τους «Αρχαίους» του.

Κάθε χρόνο έρχεται ο κυρ-Αντώνης, ο βαρκάρης, με την «Κρυσταλλία» του. Έτσι λένε τη βάρκα του. Σαν τη γυναίκα του, που πνίγηκε  στη θάλασσα. Πολλές φορές ο κυρ-Αντώνης φέρνει και την κόρη του, την Άρτεμη, που είναι η καλύτερη φιλενάδα μας στο Λαμαγάρι.

Φεύγουμε με τη θεία Δέσποινα και τον παππού. Ο μπαμπάς κι η μαμά έρχονται μόνο τα Σαββατοκύριακα. Την παραμονή το βράδυ, ο μπαμπάς μας φωνάζει να μας πει τις «δέκα εντολές». Κάθε χρόνο μας λέει τα ίδια και τα έχουμε μάθει πια απέξω.

 

Οι «δέκα εντολές» [του μπαμπά]

1) Να μην κολυμπάμε στα βαθιά.

2) Να μην περπατάμε ξυπόλυτες .

3) Να μην μένουμε πολλές ώρες μέσα στη θάλασσα.

4) Να μην ανεβαίνουμε στα δέντρα.

5) Να μην τρώμε άγουρα  φρούτα.

6) Να μην τρώμε άπλυτα  σταφύλια.

7) Να μην μπαίνουμε στις βάρκες χωρίς μεγάλους.

8) Να μην σκαρφαλώνουμε  στα βράχια.

9) Να μην πηγαίνουμε πιο μακριά απ’ όσο ακούγεται η φωνή της θείας Δέσποινας.

10) Να μην τσακωνόμαστε.

Εμείς τις ακούγαμε και λέγαμε: Ναι μπαμπά.

Μα, σα φτάναμε στο Λαμαγάρι, τα ξεχνούσαμε όλα. Οι δέκα εντολές εφαρμόζονται  μόνο τα Σαββατοκύριακα. Αυτές τις μέρες τις λέμε «η α π ε λ π ι σ ί α  μας».

Η «Κρυσταλλία» φάνηκε από μακριά. Σε λίγο, δίπλα στον κυρ-Αντώνη ξεχωρίσαμε μια κόκκινη κουκίδα. Ύστερα ακούστηκαν μακρινές φωνές από τη θάλασσα.

- Μυρτώωωω! Μέλιαααα!

- Άρτεμηηηηη!

Η Άρτεμη είναι ένα χρόνο πιο μεγάλη από μένα κι ένα χρόνο πιο μικρή απ’ τη Μυρτώ. Έτσι την έχουμε φίλη κι οι δυο μας. Δεν έχει πάει ποτέ της σχολείο κι ο κυρ-Αντώνης δεν ξέρει γράμματα για να της μάθει. Ξέρει όμως ένα σωρό πράγματα η Άρτεμη: πώς λένε το κάθε ψάρι, ως και κάτι μικρούτσικα ακόμα, τι δόλωμα  θέλει το καθένα, πού έχει πεταλίδες, πού πάνε τα γαριδάκια. Ψαρεύει μόνη της, ως και χταπόδια . Κι αν την άφηνε ο κυρ-Αντώνης, θα μπορούσε και βάρκα με πανί να μανουβράρει .

Μόλις μπήκαμε στη βάρκα, αρχίσαμε τα αγκαλιάσματα.

-Τι κάνει το καπλάνι; Ψιθύρισε  η Άρτεμη.

Τότε εμείς τα είπαμε όλα, πώς γύρισε κατά τη θάλασσα.

 

Στο μουράγιο  ήταν μαζεμένα τα παιδιά. Ο Νώλης, ο Οδυσσέας και η μικρούλα Αυγή. Ξεφώνιζαν όλα μαζί.

Στον «πύργο» μάς περίμενε η Σταματίνα. Είχε έρθει μία μέρα πριν, να καθαρίσει το σπίτι. Γρήγορα γρήγορα βγάλαμε τα πέδιλά μας. Η Μυρτώ μάλιστα έδωσε μια στο δικό της, που πήγε και στάθηκε σ’ ένα ράφι.

- Πάνε κι οι δέκα εντολές του μπαμπά, λέει.

 

Τα παιδιά μάς περίμεναν κάτω «στ’ αμπέλι  του παππού», καθισμένα πάνω στη μεγάλη μυγδαλιά . Τ’ αμπέλι του παππού δεν έχει σταφύλια . Είναι σπαρμένο ντοματιές κι ο παππούς το σκάλιζε και το πότιζε μόνος του. Στη μέση έχει μια τεράστια μυγδαλιά. Σκαρφαλώσαμε κι εμείς στο δέντρο κι αρχίσαμε τα χοροπηδητά. Τα κλαδιά ανεβοκατέβαιναν σαν κούνια.

 

η Πιπίτσα ή ο μεγάλος μπελάς

 

- Έρχεται, έρχεται! Φώναξε ο Νώλης ξαφνικά, κι όλοι γυρίσαμε το κεφάλι.

Ήταν η Πιπίτσα, ένα άλλο κοριτσάκι από τη Χώρα , που μένει κι αυτή σε «πύργο». Πιπίτσα!! Μα μπορεί να υπάρξει πιο γελοίο  όνομα; Δεν τη χωνεύουμε  καθόλου. Ο μπαμπάς της έχει όλες τις αποθήκες του κρασιού δικές του. Είναι σαν κι εμένα στα χρόνια, αλλά ούτε κολύμπι δεν ξέρει. Την έχουμε βγάλει «μεγάλο μπελά», γιατί όπου πάμε η μαμά της μας τη φορτώνει. Είναι χοντρή χοντρή σαν βαρελάκι κι έχει ψιλή ψιλή κλαψιάρικη  φωνή.

- Γιατί δεν ήρθατε να με δείτε; -παραπονέθηκε στη Μυρτώ και σε μένα, όταν ήρθε κοντά.

- Γιατί δεν ήρθατε να με δείτε; -την κορόιδεψε  ο Οδυσσέας και κάνει τη φωνή του ίδια σαν της Πιπίτσας.

- Καλά, -τσιρίζει  εκείνη- κοροϊδεύετε εσείς κι εγώ δε θα σας βάλω στη βαρέλα.

Στη βαρέλα!!! Μεμιάς πηδήξαμε όλοι από το δέντρο κάτω. Από πέρσι την παρακαλούσε ο Νώλης να ζητήσει απ’ τον μπαμπά της ένα παλιό βαρέλι του κρασιού. Έλεγε πως μπορούσε να πλέει σαν αληθινή βάρκα.

- Μαρή , δε λες ψέματα; -ρωτάει ο Νώτης.

- Να νεκροφιλήσω τη μαμά και τον μπαμπά – λέει η Πιπίτσα και φιλάει σταυρό τα χέρια.

Όλο τέτοιες σαχλαμάρες λέει, γι’ αυτό δεν τη χωνεύουμε. Δε λέει σαν όλα τα παιδιά «λόγω τιμής». Μετά τη ρωτούσαμε πού είναι η βαρέλα, πόσο μεγάλη είναι και τέτοια.

- Είναι στην αποθήκη μας. Ο μπαμπάς είπε πως και τώρα, αν θέλουμε, μπορούμε να την πάρουμε.

Μόλις όμως κάναμε να ξεκινήσουμε, μας σταμάτησε.

- Θα με ξανακοροϊδέψετε; Αλλιώς  δεν πάμε πουθενά.

- Όοοοχι, όοοοοχι! – φωνάζουμε όλοι μαζί.

- Ορκιστείτε!

- Ορκιζόμαστε !

- Όχι, όχι έτσι. Να πείτε: να μας δεις με τη γλώσσα κρεμασμένη και τ’ άντερα  χυμένα έξω!

- Τέτοιες σαχλαμάρες δε λέμε. Μη μας δώσεις την ψωροβαρέλα σου – είπε ο Νώλης.

- Κι όλο το καλοκαίρι μην έρθεις να μας παρακαλέσεις να σε παίξουμε – την απείλησε η Μυρτώ.

- Θα σου βάλουμε και τσούχτρα  στην πλάτη – φωνάζει ο Οδυσσέας.

- Καλέ, δεν την παρατάτε! – λέει η Άρτεμη.

- Καλά – κλαψουρίζει η Πιπίτσα – πέστε μόνο «λόγω τιμής».

 

η βαρέλα

Είχε δίκιο ο Νώλης. Έπλεε σαν αληθινή βάρκα η βαρέλα. Έγινε όμως ένας καβγάς! Γιατί η βαρέλα χωρούσε  μόνο τρεις. Εγώ μπήκα μόνο μία φορά κι ύστερα βαρέθηκα να περιμένω να ‘ρθει πάλι η σειρά μου. Έδωσα μια βουτιά … Το πρώτο μπάνιο φέτος. Τι όμορφα που είναι να κολυμπάς! Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο όμορφη θάλασσα στον κόσμο από τη θάλασσα του Λαμαγαριού. Πότε γίνεται πράσινη και πότε γαλάζια, αλλού έχει άμμο κι αλλού χρωματιστά βότσαλα , και τα πεύκα  φτάνουν ως το ακρογιάλι . Και να σκεφτείς πως υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν και πέθαναν και δεν είδαν ποτέ τους θάλασσα. Δεν είδαν ποτέ τους το Λαμαγάρι...

Στην ακρογιαλιά τα παιδιά ήταν μαζεμένα και κοίταζαν ένα τεράστιο ψόφιο  ψάρι. Η Άρτεμη έλεγε πως ήταν δελφίνι . Φωνάξαμε τον παππού.

- Βέβαια και είναι δελφίνι – είπε ο παππούς. Και ύστερα μας διηγήθηκε την ιστορία του δελφινιού και του Αρίωνα. Ο Αρίωνας ήταν τραγουδιστής - στα αρχαία χρόνια, φυσικά - και ταξίδευε με ένα καράβι. Οι ναύτες ήθελαν να του κλέψουν ό,τι είχε και να τον πετάξουν  στη θάλασσα. Εκείνος τους παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο να τραγουδήσει. Πήρε την κιθάρα του, τραγούδησε και ύστερα έπεσε  στη θάλασσα. Ένα δελφίνι όμως που περνούσε τόσο μαγεύτηκε  απ’ το τραγούδι του, που τον πήρε στη ράχη του και τον έβγαλε στη στεριά. Η στεριά αυτή ήταν το νησί μας.

- Κι έτσι, να το ξέρετε – λέει ο παππούς – ο πρώτος κάτοικος του νησιού μας ήταν ο Αρίων.

Η Άρτεμη το ήξερε πως στα δελφίνια αρέσει η μουσική. Μια μέρα τα είδε που έτρεχαν πίσω από ένα κότερο  απ’ όπου ακούγονταν κιθάρες και τραγούδια.

Ο Νώλης καβαλίκεψε  το ψόφιο δελφίνι κι άρχισε να τραγουδάει. Είχε τόσο ωραία φωνή! Ο Νίκος έχει υποσχεθεί  στον Νώλη, αν δεν είναι τόσο σκούρα τα πράγματα, θα τον πάρει στην Αθήνα, να τον στείλει στο σχολείο και στο Ωδείο.

 

Σκούρα τα πράγματα

Δεν ξέρω τι τους έχει πιάσει όλους τους μεγάλους, κι όλο λένε «σκούρα τα πράγματα». Κάθε βράδυ που γύριζε ο μπαμπάς από τη δουλειά, ο παππούς τον ρωτούσε:

- Τι νέα;

- Σκούρα τα πράγματα – έλεγε ο ο μπαμπάς.

- Δεν πιστεύω να πάνε για δικτατορία; - ξαναρωτούσε ο παππούς.

- Πολύ σκούρα σας λέω – απαντούσε ο μπαμπάς.

- Ο βασιλιάς δεν θα το επιτρέψει  – έμπαινε στην κουβέντα η θεία Δέσποινα.

Τότε οι μεγάλοι αρχίζουν να τσακώνονται χειρότερα από μας, όταν μαλώνουμε για το ποιος θα πρωτομπεί στη βαρέλα. Όταν ρωτήσαμε τον παππού τι θα πει «σκούρα τα πράγματα», μας είπε πως θα πει ότι η Δημοκρατία πέθανε. Όχι εκείνη του χρυσού αιώνα του Περικλή, αλλά η σημερινή.

Έτσι, όταν η γάτα μας γέννησε  δύο γατάκια, το ένα σκούρο σκούρο γκρίζο και το άλλο άσπρο, τα βγάλαμε με τη Μυρτώ Σκούρα και Δημοκρατία. Ο παππούς γέλασε πολύ, όταν του το είπαμε, η θεία Δέσποινα όμως θύμωσε.

- Εμείς φταίμε, που κάνουμε συζητήσεις μπροστά στα παιδιά!

Οι μεγάλοι μας τα μπέρδευαν  περισσότερο. Έτσι γίνεται σχεδόν πάντα. Ένα μονάχα καταλάβαμε, πως, αν δεν είναι σκούρα τα πράγματα, ο Νίκος θα πάρει τον Νώλη μαζί του.

 

Τι δεν κάναμε την πρώτη μέρα στο Λαμαγάρι! Μαζέψαμε κοχύλια, καβούρια, αχινούς. Έτσι, το βράδυ δεν κρατιόμασταν απ’ τη νύστα , όταν μας είπε η θεία Δέσποινα «εμπρός, πλύντε τα πόδια σας». Τότε, πολύ θα θέλαμε να ήμασταν σαν τα άλλα παιδιά από τα τσαρδάκια, που ξάπλωναν έτσι όπως ήταν, πάνω σε μια κουρελού . Μ’ αυτό ξενυστάξαμε κι όταν ξαπλώσαμε, αρχίσαμε τον καβγά με τη Μυρτώ για το πώς θα βγάλουμε  τη βαρέλα. Εγώ ήθελα να την πούμε «Δαβίδ Κόπερφιλντ» κι η Μυρτώ δεν συμφωνούσε.

 

- Γιατί; -επιμένω εγώ. Είναι τόσο όμορφο! Θα το γράψουμε με κόκκινη μπογιά και…

- Ούτε να το πεις στα παιδιά –λέει η Μυρτώ – γιατί θα γίνεις ρεζίλι .

Τότε αρχίσαμε να φωνάζουμε τόσο δυνατά, που ανέβηκε πάνω ο παππούς να δει τι τρέχει .

- Οι αρχαίοι έλεγαν «θυμού κράτει» - μας λέει. Που θα πει, να κρατάς το θυμό σου. Όταν θυμώνει η μια με την άλλη, να μετρά ως το δέκα, πριν απαντήσει, και τότε ο θυμός θα περνάει.

Βγήκε ο παππούς, αλλά η Μυρτώ συνέχιζε.

- Πώς τη βρήκες τέτοια σαχλαμάρα!

- Ένα … δύο …τρία … - μετράω μέσα μου.

- Ως κι η μικρούλα η Αυγή θα γελάσει.

- Τέσσερα … πέντε …έξι …

- Βέβαια, τι να πεις; Δεν απαντάς!

- Εφτά … οχτώ … εννιά …

Η Μυρτώ μου πετάει το μαξιλάρι της. Η κόχη του με βρήκε στο μάτι. Ύστερα σου λέει ο παππούς «θυμού κράτει» και μέτρα ως το δέκα. Σηκώθηκα και της έδωσα μια τσιμπιά, εκείνη μια κλοτσιά, μετά πλαγιάσαμε στα κρεβάτια μας. «ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ» είπαμε και οι δύο.

Σε λίγο όμως ακούστηκε ψιθυριστή η φωνή της Μυρτώς.

- ΕΥ-ΠΟ! Αρίωνα να βγάλουμε τη βαρέλα.

- ΕΥ-ΠΟ, Αρίωνα – λέω κι εγώ. Και με πήρε ο ύπνος .