Τρεις και μία σύγχρονες αρχαίες φράσεις

 

Πριν αρχίσω θα ήθελα να ευχηθώ στο νέο περιοδικό της Κοινότητας των Ελλήνων του Λουξεμβούργου κάθε επιτυχία και μακροημέρευση. Πριν από εφτά περίπου χρόνια, ένα άλλο ελληνικό περιοδικό είχε κυκλοφορήσει στο Λουξεμβούργο, οι Σελίδες. Ήταν και αυτό συλλογική έκφραση των Ελλήνων, και γνώρισε αρκετή επιτυχία, όχι όμως και μακροημέρευση! Τη δεύτερη φορά ελπίζω ότι θα τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα.

 

Στις Σελίδες είχα δημοσιεύσει μερικά σημειώματα για τη γλώσσα, και αυτό σκοπεύω να κάνω κι εδώ, τουλάχιστον μέχρι να εξαντληθεί η υπομονή των αναγνωστών ή της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Ξεκινάμε λοιπόν με μια ματιά στη φρασεολογία της νέας και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

 

Πολλές παροιμιακές και ιδιωματικές φράσεις που χρησιμοποιούμε στον σημερινό προφορικό και γραπτό μας λόγο προέρχονται από τα αρχαία ή έστω τα παλαιότερα ελληνικά. Μερικές από αυτές είναι εύκολα αναγνωρίσιμες, γιατί διατηρούν το τυπικό της αρχαίας ή λέξεις της. Πάρα πολλές προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα. Εμείς εδώ θα αναφερθούμε σε τρεις και μία φράσεις που μοιάζουν εξαιρετικά σύγχρονες, κι όμως έχουν την απαρχή τους ή το αντίστοιχό τους στην αρχαία γραμματεία.

 

Για κάποιον που έχει στάση υπερβολικά ευθυτενή, συχνά μάλιστα και ύφος επηρμένο, λέμε ότι στέκεται "σαν να έχει καταπιεί στέκα". Η έκφραση είναι σύγχρονη, αλλά ακριβώς αντίστοιχη εικόνα βρίσκουμε στον Επίκτητο, ο οποίος απευθυνόμενος σε κάποιον που θέλει να τον θαυμάζουν, του λέει: "τι ουν ημίν οβελίσκον καταπιών περιπατείς;" Οβελίσκος εδώ είναι η μικρή σούβλα (υποκοριστικό του οβελός) και δυστυχώς στη νεοελληνική μετάφραση που έχω υπόψη μου ο μεταφραστής θεωρεί καλό να διατηρήσει τη λέξη, αλλά βέβαια στα νέα ελληνικά ο οβελίσκος δεν είναι ούτε στέκα του μπιλιάρδου, ούτε μικρή σούβλα, αλλά κάτι πολύ ογκωδέστερο που πολύ δύσκολα καταπίνεται, έστω και μεταφορικά.

 

Για κάποιον που με πλάγια μέσα πετυχαίνει κάτι, κυρίως δε να προσληφθεί κάπου ή να προσποριστεί κάποιο ευεργέτημα που δεν δικαιούται, λέμε ότι "μπήκε από το παράθυρο". Η φράση φαίνεται γέννημα-θρέμμα της νεοελληνικής πραγματικότητας, όμως η πρώτη μορφή της απαντά σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, στον Πλούταρχο. Ένα από τα έργα του είναι τα Συμποσιακά, στα οποία εξετάζονται διάφορα "προβλήματα" που αφορούν τα συμπόσια ή που συνηθιζόταν να συζητιούνται στα συμπόσια· θελτικές κουβέντες του κρασιού, περίτεχνα δουλεμένες. Σε μια τέτοια κουβέντα, θέμα της συζήτησης είναι αν πρέπει ο οικοδεσπότης να τοποθετεί τους προσκαλεσμένους του σε συγκεκριμένες θέσεις ή μήπως είναι καλύτερο να τους αφήνει να διαλέγουν οι ίδιοι τις θέσεις τους. Εκεί, ο Πλούταρχος, αποκρούοντας τη δεύτερη αυτή άποψη, λέει: "δέδια μη δοκώμεν τη αυλείω τον τύφον αποκλείοντες εισάγειν τη παραθύρω μετά πολλής αδιαφορίας", δηλαδή "φοβάμαι μήπως, από την πολλή φροντίδα να αποφύγουμε τις διακρίσεις, φαίνεται μεν ότι διώχνουμε τη ματαιοδοξία από την πόρτα αλλά στην πραγματικότητα την βάζουμε μέσα από το παράθυρο". Χρήση πολύ όμοια με τη σημερινή.

 

Η τρίτη φράση που θα εξετάσω είναι εκείνη που μιλάει "για την αγελάδα που κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα και τη χύνει". Η φράση αυτή χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στις εφημερίδες· θυμάμαι μάλιστα συνέντευξη πολιτικού, ο οποίος, όταν του επισήμαναν ότι η συμπεριφορά του μοιάζει με της αγελάδας που χύνει την καρδάρα με το γάλα, δηλαδή ότι με μία του ενέργεια χαλάει όσα έχει κερδίσει από μακρόχρονες προσπάθειες, απάντησε ευφυώς ότι "βεβαίως το βλέπετε από τη σκοπιά του αγελαδοτρόφου· για την αγελάδα δεν είναι κακό να χύνει το γάλα."

 

Ομολογώ ότι εντύπωσή μου ήταν ότι η φράση είναι πρόσφατο δάνειο από άλλη γλώσσα. (Ανάλογη φράση δεν φαίνεται να υπάρχει στα αγγλικά ή στα γαλλικά, υπάρχει όμως στα γερμανικά). Διαβάζοντας όμως τον Λιβάνιο, τον τελευταίο ίσως μαχόμενο εθνικό συγγραφέα της ύστερης αρχαιότητας, βρήκα μια επιστολή του στην οποία προτρέπει κάποιον να μη μιμηθεί την αγελάδα της παροιμίας και να μην χύσει με μια κλωτσιά όσο γάλα μαζεύτηκε: "μη την εν τη παροιμία μιμείσθαι βουν μηδ' ο ημέλχθη γάλα λακτίσαντα εκχέαι" Βλέπουμε ότι η φράση ήταν ήδη παροιμιώδης από την εποχή του Λιβανίου, αν και, από μια πρόχειρη έρευνα, οι αρχαίοι παροιμιογράφοι φαίνεται να μιλάνε όχι για αγελάδα, παρά για την "αίγα από τη Σκύρο" (τη Σκυρία αίγα): αι γαρ κατά Σκύρον αίγες πολύ γάλα αφιείσαι, είτα ανατρέπουσιν το αγγείον.

 

Για τις δύο πρώτες φράσεις που είδαμε, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι πρόκειται για ανεξάρτητο σχηματισμό, δηλ. ότι γεννήθηκαν και έγιναν παροιμιώδεις στην αρχαία και ύστερα ξαναεμφανίστηκαν στη νέα γλώσσα. Για την τρίτη φράση, με την αγελάδα και το γάλα, υπάρχουν περισσότερες ενδείξεις ώστε να υποθέσουμε ότι διατηρήθηκε παροιμιώδης από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. 

 

Για την τελευταία φράση του σημερινού σημειώματος, στην οποία τιμής ένεκεν θα αφιερώσω περισσότερο χώρο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι προέρχεται από τα αρχαία και ότι διατηρήθηκε ζωντανή και σχεδόν απαράλλαχτη τουλάχιστον επί 25 αιώνες. Έτσι, είναι κατά πάσα πιθανότητα η μακροβιότερη παροιμιακή φράση της ελληνικής γλώσσας και, ίσως, όλων των γλωσσών!

 

Εννοώ τη φράση λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

 

Η πρώτη της εμφάνιση διασώζεται σε απόσπασμα του Αριστοφάνη, όπου ο ήρωας λέει: "Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων." Την ίδια φράση ξαναβρίσκουμε στον Πλούταρχο, αρκετούς αιώνες αργότερα, όμως να επισημάνω ότι ο Πλούταρχος (στο έργο του Αποφθέγματα βασιλέων και στρατηγών) την αποδίδει στον Φίλιππο της Μακεδονίας, άρα το χρονικό κενό μειώνεται πάρα πολύ. Πήγαν λοιπόν κάποιοι και παραπονέθηκαν στον Φίλιππο ότι κάποιοι από το περιβάλλον του Φιλίππου τους αποκαλούν προδότες. Απάντησε λοιπόν ο Φίλιππος, σκαιούς έφη φύσει και αγροίκους είναι τους Μακεδόνας την σκάφην σκάφην λέγοντας. Να διορθώσω με την ευκαιρία κι ένα λαθάκι πολλών μελετητών, που βασιζόμενοι σε αυτό το απόσπασμα λένε ότι ο Πλούταρχος θεωρούσε αγροίκους τους Μακεδόνες. Είναι όμως πεντακάθαρη θαρρώ η ειρωνεία της φράσης. Είναι σαν να λέει ο Φίλιππος, "Τι τα θέλετε, ρε παιδιά, εμείς οι Μακεδόνες είμαστε από χωριό και λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, χωρίς ευγένειες. Αφού προδότες είσαστε, πώς θέλετε να σας λέμε;" Και μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι ο Φίλιππος χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσια τη φράση όπως βρίσκεται στον Αριστοφάνη.

               Για να συνεχίσουμε, ο Λουκιανός χρησιμοποιεί δύο φορές τη φράση, στο Ζευς τραγωδός και στο Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν, όπου λέει πώς είναι κατά τη γνώμη του ο ιδανικός συγγραφέας ιστορίας: "Τοιούτος ουν μοι ο συγγραφεύς έστω -άφοβος, αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος, ως ο κωμικός φησι, τα σύκα σύκα, την σκάφην δε σκάφην ονομάσων, ου μίσει ουδέ φιλία τι νέμων ουδέ φειδόμενος ή ελεών ή αισχυνόμενος ή δυσωπούμενος ..." Το απόσπασμα αυτό του Λουκιανού είναι το πρώτο στο οποίο πλάι στη σκάφη παρουσιάζονται και τα σύκα. Να προσέξουμε όμως ότι ο Λουκ. το αποδίδει σε παλαιότερον (προφανώς κλασικό;) κωμικό, άρα η προσθήκη των σύκων στην εικόνα πιθανότατα δεν είναι εύρημα του Λουκιανού.

               Στους επόμενους αιώνες έχουμε χρήση της φράσης από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό και από τον Συνέσιο Κυρήνης και, αρκετά αργότερα πια, ο παροιμιογράφος Αρσένιος τον 15ο αιώνα αποθησαυρίζει δύο εκδοχές της, τη γνωστή του κωμικού "άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων" και την "τα σύκα σύκα, την σκάφην σκάφην λέγει". Εικάζω ότι αυτή η δεύτερη καταχώριση αντιστοιχεί στην καθομιλουμένη τότε μορφή της παροιμίας.

               Και βέβαια η φράση συνεχίζει να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στην ελληνική γλώσσα.

               Πώς γεννήθηκε η φράση; Η υποψία μου είναι ότι εδώ έχουμε σεξουαλικό υπονοούμενο. Δηλαδή, θέλω να πω, ο Αθηναίος της καλής κοινωνίας πιθανόν να μη χρησιμοποιούσε μπροστά σε κόσμο τις λέξεις "σύκα" και "σκάφη", επειδή πιθανώς στην αργκό της εποχής χρησιμοποιούνταν με άσεμνη σημασία. Και για το σύκο αυτό ξέρουμε ότι συνέβαινε (και συμβαίνει ως τα σήμερα, άλλωστε), αν θυμηθούμε π.χ. το στίχο του Αριστοφάνη "Του μεν μέγα και παχύ, της δε ηδύ το σύκον" (Ειρήνη 1351-2). Για τη σκάφη δεν είμαι βέβαιος αν είχε πονηρές σημασίες, το θέμα αξίζει διερεύνηση. Μπορούμε όμως δοκιμαστικά να προτείνουμε την ιδέα ότι ο καθωσπρέπει Αθηναίος μπροστά σε αγνώστους θα προτιμούσε να αποφύγει να πει "σύκα" και "σκάφη" και θα έλεγε, ας πούμε, "ισχάδες" και "κάρδοπος".

               Τελειώνοντας, να δούμε αν η φράση πέρασε σε άλλες γλώσσες. Ξέρουμε ότι οι Γάλλοι λένε, για την ίδια περίπτωση, "appeler un chat un chat", ενώ οι Άγγλοι "to call a spade a spade". Υπάρχει η ομοιότητα της δομής, αλλά τα σύκα και η σκάφη έχουν αντικατασταθεί από τη γάτα και την τσάπα. Πώς έγινε αυτό;

               Με την Αναγέννηση, η αρχαία φράση πράγματι πέρασε σε άλλες γλώσσες. Μεταφράστηκε από τον Ραμπελαί στα γαλλικά, αλλά δεν ευδοκίμησε υπό τη μορφή αυτή στη γλώσσα: πράγματι, γρήγορα έδωσε τη θέση της στο "appeler un chat un chat" (λέω τη γάτα γάτα -όμως και η γάτα έχει ενδεχομένως πονηρή σημασία στα γαλλικά). Η φράση πέρασε και στα αγγλικά, όμως έγινε αγνώριστη εξαιτίας της απροσεξίας ενός μεγάλου διανοητή! Λένε ότι και ο Όμηρος νυστάζει καμιά φορά, κι ο Έρασμος λοιπόν, όταν μετέφραζε στα λατινικά τον Πλούταρχο, μπέρδεψε τη σκάφη με το σκαφείον, την  τσάπα σαν να λέμε, και τη μετέφρασε ligo. Και ο Άγγλος μεταφραστής του Εράσμου μετέφρασε (σωστά) το λάθος, και έτσι γεννήθηκε η αγγλική φράση to call a spade a spade, κατά λέξη "λέω την τσάπα τσάπα" και με σημασία ολόιδια με τη δικιά μας!

 

 

Επιστροφή στα 'Αρθρα από το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2003 Νίκος Σαραντάκος
sarant@village.uunet.lu
This page has been visited times.