Ένα… ελαφρώς αμέτοχο λεξικό

 

Κατηγορήθηκε το ορθογραφικό λεξικό Μπαμπινιώτη, από τον Γιάννη Η. Χάρη, ότι έχει υπερτροφικό λημματολόγιο, και μάλιστα ότι με περισσή προθυμία καταχωρίζει (ή καταχωρεί) ένα σωρό παραλλαγές και παράγωγα λέξεων. Για παράδειγμα, σουλαντώ και σουλαντίζω, σουλάντισμα και σουλαντιστήρι. Το οποίο ‘σουλαντιστήρι’, αν δεν το ξέρετε, είναι το ποτιστήρι (αν δεν το ξέρετε, δεν θα το μάθετε σ’ αυτό το λεξικό, έπρεπε να είχατε πάρει το Μεγάλο). Δεν λέω ότι έπρεπε να λείπει η λέξη ‘σουλαντιστήρι’ εντελώς, ή τουλάχιστον δεν είμαι βέβαιος ότι έπρεπε να λείπει, αλλά ήταν ανάγκη να καλέσουμε στη δεξίωση και όλο της το σόι; Δεν έφταναν δύο μέλη της οικογένειας (σουλαντίζω, σουλαντιστήρι); Ή μήπως υπάρχει κανείς που θα ήθελε να γράψει το σουλάντισμα και θα είχε αμφιβολία ή θα κατηγορούσε το λεξικό για ελλείψεις;

 

Το πολύ δεν βλάφτει, θα μου πείτε. Δεν θα διαφωνήσω αμέσως μαζί σας. Ωστόσο, τα «σουλαντίσματα» του λεξικού (που είναι πάρα πολλά) φαίνονται όχι απλώς περιττά, αλλά και εντελώς παράλογα, προκλητικά θα έλεγε κανείς, αν σκεφτούμε ότι λείπουν από το λεξικό ορισμένα πολύ πιο συχνά παράγωγα λήμματα και μάλιστα ορισμένα με ενδεχόμενα προβλήματα ορθογραφίας.

 

Εννοώ τις μετοχές παρακειμένου. Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι απουσιάζουν όλες οι μετοχές, κάθε άλλο· λημματογραφούνται πολλές, πάρα πολλές, αλλά λείπουν αρκετές, κάποιες από τις οποίες παρουσιάζουν και προβλήματα ορθογραφίας. Δεν αξιώνω να λημματογραφούσε το λεξικό συστηματικά τις μετοχές όλων των ρημάτων που περιλαμβάνει, διότι έτσι θα αύξανε πάρα πολύ και χωρίς λόγο το λημματολόγιό του, αλλά θα ήθελα να περιλάμβανε όλες τις μετοχές που γράφονται αλλιώς από κάποιους ή που απαντούν και μόνες τους ή σε στερεότυπες φράσεις ή με αρκετή συχνότητα.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης, η μετοχή ψημένος. Παίρνει ένα μι ή δύο μι; Λήμμα ‘ψημένος’ δεν υπάρχει στο λεξικό. Στο ορθογραφικό παράρτημα (που έτσι κι αλλιώς είναι δαιδαλώδες) βρίσκουμε (αν είμαστε τυχεροί) αρκετά για τις μετοχές παρακειμένου, αλλά το συγκεκριμένο ρήμα απουσιάζει. Δια της εις άτοπον απαγωγής, που λέγαμε στο σχολείο, καταλήγουμε ότι γράφεται με ένα μι. Ωστόσο, αν έχουμε πολλούς φίλους, μπορεί να γνωρίζουμε και κάποιον κύριο Ψημμένο, ο οποίος μάλλον θα ορθογραφεί το όνομά του με δύο μι, έτσι κάνουν οι περισσότεροι, παρ’ όλο που και στ’ αρχαία το «εψημένος» έπαιρνε ένα μι. Έτσι το έγραφε το επώνυμό της και η δασκάλα που κατάφερε να με μάθει αγγλικά, ας της το αναγνωρίσω και δημόσια ύστερα από τόσες δεκαετίες. Οπότε; Οπότε υπάρχει πρόβλημα και καλύτερα να μην τσιγκουνευόταν το λεξικό τη μία καταχώριση (ή καταχώρηση) στο ‘ψημένος’ κι ας έκοβε ένα από τα πολλά του «σουλαντίσματα».

 

Είχα γράψει τον ψημένο και λυπάμαι να τον σβήσω, αλλά πολύ πιο τρανταχτό παράδειγμα έλλειψης, και μάλιστα στην αρχή-αρχή του λεξικού, είναι η μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ‘αγανακτώ’. Πώς είναι; Έλα ντε! Λείπει τελείως. Πρόκειται για χονδροειδή παράλειψη, διότι εδώ έχουμε μια λέξη που και απροσδόκητο σχηματισμό έχει (θα περίμενε κανείς ‘*αγανακτημένος’) αλλά και ορθογραφικό πρόβλημα, αφού στο γκουγκλ βρίσκω ικανό ποσοστό χρηστών να τη γράφει *αγανακτησμένος. Πενήντα σουλαντίσματα δεν αναπληρώνουν την έλλειψη αυτή.

 

Και μερικές ακόμα μετοχές που θα μπορούσαν να υπάρχουν: σκαμμένος, γερμένος, πειραγμένος, δαρμένος, ηλεκτρισμένος, εγχειρισμένος, εγκλωβισμένος, εξημερωμένος (ενώ υπάρχει το εξημερώσιμος!), οργισμένος (!! ενώ υπάρχει, άκουσον, οργιστικός) ψαγμένος, χορτασμένος, χρησιμοποιημένος, χωμένος, χωρισμένος και ασφαλώς πολλές ακόμα. Η έλλειψη του χωρισμένος ή της κοινότατης χρησιμοποιημένος είναι εντυπωσιακή και εντελώς αδικαιολόγητη, αλλά απίστευτο μοιάζει ότι δεν λημματογραφείται το ξεγραμμένος και το ξοφλημένος (που ίσως αξίζει, η έλλειψή τους εννοώ, χωριστό σημείωμα)! Και ο βρεμένος λείπει, αλλά εδώ τουλάχιστον υπάρχει ο βρεγμένος. Αντίθετα, ο αφορισμένος λείπει και στις δυο του παραλλαγές, δηλ. ούτε αφορεσμένος υπάρχει, ενώ λημματογραφείται, πλάι στον αφορισμό και ο σπάνιος (ή ίσως ιδιωματικός, επτανησιακός) αφορεσμός.

 

Με το συμπάθειο, επίσης, αλλά λείπουν επίσης ο κατουρημένος και ο χεσμένος· και μπορεί να μου πείτε ότι από καλαισθησία δεν μπήκαν οι κακέμφατες αυτές μετοχές, αλλά τότε γιατί χώρεσαν στο λεξικό το χεσιματάκι, και αντιστοίχως ο κατρουλής σε όλες του τις παραλλαγές και τις εκφάνσεις: κατουρλής και κατρουλής, κατουρλιάρης και κατρουλιάρης, κατουρλού και κατρουλού! Άρα, δεν είναι η καλαισθησία που απέβαλε τις μετοχές, αλλά το… σουλάντισμα. Και παρόμοια, το γαμημένος που κακώς λείπει γιατί έχει και αυτόνομη σημασία, δεν παραλείφθηκε από σεμνοτυφία, διότι αν ήταν έτσι θα έμενε έξω και ο γαμιόλης και η γαμιόλα.

 

Υπάρχει και μια άλλη μετοχή, που περιλαμβάνεται στο λεξικό, αλλά γι’ αυτήν έχω άλλες ενστάσεις και θα της αφιερώσω χωριστό σημείωμα. Είναι η μετοχή «οξυμένος».

 

 

 




Επιστροφή στα Ορθογραφικά Μεζεδάκια