Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Από το 1976 έως το 1982

 

Από το 1976 έως το 1982 το μονοτονικό βρίσκεται συνεχώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην επικαιρότητα. Να μου επιτραπεί εδώ να δώσω έναν προσωπικό τόνο, μια και την εποχή εκείνη ήμουν στις τελευταίες τάξεις του εξαταξίου Γυμνασίου (σήμερα θα λέγαμε στο Λύκειο). Θυμάμαι λοιπόν ότι στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, και παρά το γεγονός ότι ξέραμε σχεδόν στην εντέλεια (όμως παπαγαλία) τις δασείες και τις περισπωμένες, είχαμε καθιερώσει να γράφουμε χωρίς τόνους και πνεύματα –εγώ μάλιστα, θυμάμαι, που είχα ήδη διαβάσει Ελισαίο Γιανίδη, έβαζα και το ενωτικό στα εγκλιτικά. Ο κύριος Εμμανουηλίδης, ο καλός μας φιλόλογος, που ήταν άγιος άνθρωπος (θυμάμαι στην έκθεση είχαμε καθιερώσει να παραθέτουμε τσιτάτα ανύπαρκτων μεγάλων ανδρών όπως ο παραγνωρισμένος γερμανός γνωσιολόγος φον Ράινκε ντουχτ Σπραγκετζούγκεν, κι ο κύριος Εμμανουηλίδης απλώς σημείωνε Τα ρητά περίττευαν) δεν δυσανασχετούσε και δεν μας έκοβε βαθμούς για την απόπτωση των δασειοπερισπωμένων, όμως μας έκρουε, όπως όφειλε, τον κώδωνα του κινδύνου: στις εξετάσεις που θα γράψετε τον Σεπτέμβριο, μας έλεγε, θα κοπείτε αν γράψετε χωρίς τόνους! Όμως τους θυμηθήκαμε τους τόνους τον Σεπτέμβριο, ίσως για τελευταία φορά. Στο Πολυτεχνείο, όπου πέρασα, το μονοτονικό είχε επιβληθεί ντε φάκτο από το 1978, πολύ πριν από την επίσημη καθιέρωσή του από την πολιτεία το 1982. Και όλοι είχαμε την αίσθηση ότι το πολυτονικό είναι ένας άταφος νεκρός που απλώς περιμένει να εκδοθεί η άδεια ενταφιασμού του (για να παραφράσω τον Γ. Ράλλη που είπε το ίδιο για την καθαρεύουσα το 1976).

 

Σήμερα, πολλοί παρουσιάζουν την πραγματικότητα της εποχής εκείνης μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό, προσπαθώντας να πείσουν τους νεότερους, που δεν την έζησαν από πρώτο χέρι, ότι το μονοτονικό επιβλήθηκε στα καλά καθούμενα και αιφνιδιαστικά, χωρίς καμιά προηγούμενη συζήτηση, πράγμα ψευδέστατο. Ακόμα και ο κ. Χριστόδουλος δεν διστάζει να παραβεί την ενάτη εντολή και στην αντι-μονοτονική του πανταχούσα διατυπώνει το τερατώδες ψέμα ότι κανείς δεν ρωτήθηκε για το μονοτονικό και ότι μόνο ένα άρθρο είχε δημοσιευτεί στο Βήμα υπέρ του μονοτονικού για οικονομικούς λόγους, πολλά χρόνια νωρίτερα! Όμως δεν είναι έτσι. Για παράδειγμα, το 1977 το καθ’ ύλην αρμόδιο όργανο, το ΚΕΜΕ του Υπουργείου Παιδείας, είχε εισηγηθεί στην κυβέρνηση την καθιέρωση του μονοτονικού. Όλοι οι σύλλογοι εκπαιδευτικών το ζητούσαν, μάλιστα η απεργία των καθηγητών τον Ιανουάριο του 1981 είχε σαν πρώτο αίτημα την καθιέρωση του μονοτονικού, αλλά ο υπουργός απάντησε ότι βάσει του ν. 643/77 δεν δικαιούνται οι εκπαιδευτικοί να προβάλλουν αιτήματα που άπτονται της εκπαιδευτικής πολιτικής. Το καλοκαίρι του 1979 το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε πρόταση νόμου για την καθιέρωση του μονοτονικού. Εδώ μπορείτε να δείτε το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη της ημέρας εκείνης (είναι η μοναδική εφημερίδα που υπάρχει διαθέσιμη στο Διαδίκτυο για την περίοδο 1977-1982 που μας ενδιαφέρει). Διαβάζουμε ότι ναι μεν η κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση νόμου, αλλά γιατί; Όπως δήλωσε ο αρμόδιος υφυπουργός, ο Βασ. Κοντογιαννόπουλος, η κυβέρνηση δεν είναι αντίθετη με το μονοτονικό σύστημα, πρέπει όμως πρώτα να επιλυθούν άλλα ζητήματα της εκπαίδευσης. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, ο εισηγητής της πλειοψηφίας, ο βουλευτής κ. Καραϊσκάκης, ζήτησε μεν την απόρριψη της πρότασης νόμου χαρακτηρίζοντας το νομοσχέδιο «ατελές», ωστόσο στην ομιλία του τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης του μονοτονικού στην εκπαίδευση και ζήτησε από τον αρμόδιο υπουργό να φέρει στη Βουλή νομοσχέδιο που να ρυθμίζει το θέμα.

            Δεν ξέρω αν η στάση αυτή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας το 1979 ήταν ειλικρινής ή αν επρόκειτο για κωλυσιεργία ή για εύσχημο τρόπο απόρριψης, και δεν ενδιαφέρει και πολύ. Το συμπέρασμα που αβίαστα συνάγεται είναι ότι το 1979 το σύνολο του πολιτικού κόσμου συμφωνούσε ρητά στην ανάγκη να καθιερωθεί μονοτονικό σύστημα, ανάμεσά τους και ο τότε πρωθυπουργός και μετέπειτα πρόεδρος της δημοκρατίας, ο Κων. Καραμανλής. Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος (ουσιαστικά είχαμε μπει σε προεκλογική περίοδο από τις αρχές του 1980) σε συνδυασμό με την όξυνση των αντιπαραθέσεων δημιούργησαν κλίμα που δεν ήταν πρόσφορο για να συζητηθεί ξανά η τονική μεταρρύθμιση πριν από τις εκλογές του 1981.

 

            Πολύ πυκνός και έντονος ήταν και ο διάλογος μεταξύ γλωσσολόγων και εκπαιδευτικών, όχι μόνο στα ειδικά έντυπα αλλά και σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Μπορεί ο κ. Χριστόδουλος να είδε μόνο ένα «οικονομίστικο» άρθρο του Βήματος, αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ επιλεκτικός στο διάβασμα, αφού του ξέφυγαν, στο Βήμα πάντοτε, δεκάδες άρθρα του Εμμανουήλ Κριαρά, τα οποία όχι απλώς αναπτύσσουν την ανάγκη να καθιερωθεί το μονοτονικό αλλά και προχωρούν σε διάλογο για τις λεπτομέρειες του συστήματος (τόνος ή όχι στα μονοσύλλαβα, τόνος ή όχι στη λήγουσα, ενωτικό ή όχι στα εγκλιτικά, ποιο τονικό σημάδι θα μπαίνει, τις δυσκολίες από την εφαρμογή μεσοβέζικων λύσεων κτλ.). Τα άρθρα αυτά μπορεί όποιος ενδιαφέρεται να τα βρει συγκεντρωμένα στα βιβλία Η σημερινή μας γλώσσα και Άρθρα και σημειώματα ενός δημοτικιστή του Εμμ. Κριαρά. Και σε άλλες εφημερίδες αφθονούσαν τα άρθρα υπέρ και περί της τονικής μεταρρύθμισης, πολλά από αυτά γραμμένα άλλωστε σε μονοτονικό (ή, πιο σωστά, σε μια μορφή μονοτονικού).

 

            Και αυτό μας φέρνει στο επόμενο ψέμα των πολυτονιατών. Διότι βέβαια δεν είναι σωστό να λέγεται ότι το μονοτονικό δεν είχε δοκιμαστεί στην πράξη· πολλά έντυπα κυκλοφορούσαν με τη μία ή την άλλη μορφή μονοτονικού· ακριβή στοιχεία δυστυχώς δεν υπάρχουν και αναγκάζεται κανείς να στηρίζεται στη μνήμη του, οπότε δεν μπορώ να γράψω με βεβαιότητα πότε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά μονοτονικό σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, ωστόσο είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο έπαινος της πρωτιάς ανήκει στις εφημερίδες του συγκροτήματος Βελλίδη, τη «Μακεδονία» και τη «Θεσσαλονίκη» που κυκλοφόρησαν ήδη επί δικτατορίας με μονοτονικό σε ορισμένες ή στις περισσότερες σελίδες τους (δεν έχω ιδία πείρα, αλλά η πληροφορία έχει δημοσιευτεί πλατιά, μεταξύ άλλων έχει αναφερθεί επαινετικά και από τον Στ. Παπαθεμελή στη Βουλή το 1976). Λίγο μετά τη μεταπολίτευση, η «Καθημερινή» κυκλοφόρησε με μια κουκίδα στη θέση πνευμάτων και τόνων, δηλαδή είχε ένα μόνο τονικό σημάδι· λέγεται ότι η αλλαγή πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τους αναγνώστες· ακόμα και στελέχη της εφημερίδας που είδαν το φύλλο πριν κυκλοφορήσει, δεν πρόσεξαν την καινοτομία! Η λύση αυτή, του ενός δηλ. τονικού σημαδιού στη θέση των πνευμάτων και τόνων, επεκτάθηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 και σε πολλά άλλα έντυπα –ο Εμμ. Κριαράς τη χαρακτήρισε ‘συντηρητικό μονοτονικό’, αν και ο ίδιος επέμενε τα δικά του άρθρα να τυπώνονται με το γνήσιο μονοτονικό. Πέρα από εφημερίδες, η πρωτιά στο μονοτονικό ανήκει (παίρνω στοιχεία από άρθρα του Εμμ. Κριαρά), από μεν τα ιδρύματα στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που το είχε καθιερώσει στην αλληλογραφία του από τα μέσα της δεκαετίας του  1970, ενώ από τα επιστημονικά περιοδικά την ίδια περίπου εποχή μονοτονικό εφάρμοσε το περιοδικό «Δίκη» του Κ. Μπέη.

 

Προς το τέλος της δεκαετίας, το μονοτονικό είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, που ο ένας στους δύο αναγνώστες εφημερίδων δεν έβλεπε πια περισπωμένες και δασείες όταν διάβαζε την εφημερίδα του, αφού έξι μεγάλες καθημερινές εφημερίδες (Βήμα, Νέα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία και οι δυο πρωτοπόρες θεσσαλονικιές) τυπώνονταν με τη μια ή την άλλη μορφή μονοτονικού· μάλιστα, αυτή η πολυμορφία δεν ήταν πάντοτε αρεστή· για παράδειγμα, σε κύριο άρθρο της στις 7.4.1979, σχεδόν τρία χρόνια πριν από την κατά Χριστόδουλο αποφράδα νύχτα, η εφημερίδα Καθημερινή διαπιστώνει ότι τώρα πια που εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία και άλλα έντυπα τυπώνονται με το μονοτονικό σύστημα, οφείλουν οι αρμόδιοι να προπορευτούν και να δώσουν ένα δοκιμασμένο πρότυπο στον κόσμο που εφαρμόζει ή θα ήθελε να εφαρμόσει την τονική μεταρρύθμιση. Δηλαδή, όχι απλώς δεν είχε εφαρμοστεί καθόλου στην πράξη το μονοτονικό, όπως θέλουν να πιστέψουμε σήμερα οι πολυτονιάται, αλλά εφαρμοζόταν πολύ και συχνά –πολύ πριν η πολιτεία δεήσει να το καθιερώσει.

 

Για τις αντιρρήσεις μετά την ψήφιση του μονοτονικού δεν θα πω πολλά γιατί έχω σκοπό να τις αναφέρω αλλού· επιγραμματικά μόνο: όποιος ξεφυλλίσει εφημερίδες του Ιανουαρίου 1982 θα δει ότι η καθιέρωση του μονοτονικού επιδοκιμάζεται σχεδόν ομόφωνα. Σχετική πανεπιστημιακή μελέτη της Αντωνίας Φασουλιώτη (περί το 2004), η οποία εξέτασε τα δημοσιεύματα τεσσάρων εφημερίδων επί αρκετές εβδομάδες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καθιέρωση του μονοτονικού δεν προκάλεσε κανέναν «ηθικό πανικό», αντίθετα με την υπόθεση εργασίας της συντάκτριας της μελέτης και αντίθετα με άλλα γλωσσικά θέματα πολύ μικρότερης σημασίας, που όμως απασχόλησαν πολύ τις εφημερίδες, όπως οι «βούλγαροι του Λεξικού Μπαμπινιώτη» ή το επεισόδιο της «αρωγής και της ευδοκίμησης».

Οι αντιδράσεις των λογοτεχνών, τις οποίες τόσο τονίζουν (πολυτονίζουν;) σήμερα οι πολυτονιάται, πράγματι υπήρξαν, έστω και αν ήρθαν πολύ καθυστερημένα. Όμως προέρχονταν από μια μικρή αριθμητικά μερίδα λογοτεχνών (όσο κι αν ανάμεσά τους περιλαμβάνονται πράγματι πολλοί πνευματικοί άνθρωποι με πολύτιμη προσφορά). Αντίθετα, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, το «μαζικό» σωματείο του χώρου, αφενός ζητούσε επίμονα να καθιερωθεί μονοτονικό πριν από το 1982, και αφετέρου επιδοκίμασε την καθιέρωσή του μετά.

Τέλος, για να αντικρούσω και το επιχείρημα περί «αιφνιδιασμού»: διαβάζοντας τα δημοσιεύματα των εφημερίδων του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1981, βλέπει αφενός άφθονη αρθρογραφία μελών της ομάδας εργασίας περί μονοτονικού που συζητούσαν ποια θα είναι η τελική μορφή του μονοτονικού (τα βασικά αντιλεγόμενα σημεία ήταν αν θα μπαίνει τόνος ή όχι στα μονοσύλλαβα και αν θα υπάρχει ενωτικό στα εγκλιτικά), όπως επίσης βλέπει και να αναγγέλλεται κατ’ επανάληψη ότι θα έρθει στη Βουλή η καθιέρωση του μονοτονικού. Για παράδειγμα, βλέπω στον Ριζοσπάστη της 29.11.1981 ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε ότι το μονοτονικό θα εισαγόταν στη Βουλή πριν το σώμα διακόψει για τα Χριστούγεννα, δηλ. έως τις 18 Δεκεμβρίου. Τελικά δεν πρόλαβαν και το έφεραν μετά τις γιορτές, οπότε αν μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει για αιφνιδιασμό, θα είναι όχι επειδή το έφεραν πολύ νωρίς αλλά επειδή το άργησαν τόσο πολύ.

 

            Κατά την ταπεινή μου γνώμη, έστω και αυτά τα λίγα στοιχεία, που προέκυψαν από μια σχετικά πρόχειρη αναζήτηση σε εύκολα διαθέσιμες πηγές, αρκούν για να καταρρίψουν την άποψη ότι το μονοτονικό ήρθε στα καλά καθούμενα, χωρίς να ερωτηθεί κανείς εκπαιδευτικός, πανεπιστημιακός ή γλωσσολόγος. Άλλωστε, και διορθώστε με αν κάνω λάθος, σήμερα, ύστερα από 24 χρόνια που ισχύει το μονοτονικό σύστημα, οι φωνές (ή κραυγές) που ζητούν την παλινόρθωση του πολυτονικού προέρχονται κυρίως από ιεράρχες, λογοτέχνες, διανοούμενους βουλευτές, πάντως όχι από γλωσσολόγους ή εκπαιδευτικούς. Και αυτό, ασφαλώς, κάτι λέει.

 

 

 

Επιστροφή στην "Δράκα"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2006 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu