ΕΙΝΑΙ Ο ΠΙΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΑΓΓΛΟΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΓΕΝΙΑΣ. ΕΝΑΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ

ΜΕ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΣΚΕΥΗ ΠΟΥ

ΥΜΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΦΛΕΡΤΑΡΙΣΕ

ΜΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΠΟΥΚΕΡ ΤΟ 2004

Αν ένας αναγνώστης λογοτεχνίας με σχετική πείρα και κάποια ελευθερία πνεύματος έκανε μια πρώτη προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει την αγγλική λογοτεχνική κριτική των τελευταίων δέκα ετών έτσι όπως διατυπώθηκε στα έγκριτα εβδομαδιαία έντυπα του Λονδίνου, θα εντόπιζε εύκολα μερικά σταθερά γνωρίσματα. Θα καταλάβαινε ότι στη σύγχρονη πνευματική Αγγλία δοξολογούνται η δομή, η διακειμενικότητα, ο δανεισμός, η παράθεση ετερόκλητων πραγματολογικών στοιχείων και ότι παράλληλα σνομπάρονται η διανοητική ελευθερία, η οργανωτική ασυνέπεια και οι ιδεολογικές διακηρύξεις. Αν μάλιστα ο υποτιθέμενος μελετητής απομόνωνε τις διθυραμβικές κριτικές και τις συνδύαζε με ολιγόωρη έρευνα στο Διαδίκτυο, θα ανακάλυπτε ότι οι υμνητές και οι δαφνοστεφανωμένοι έχουν κοινές καταβολές. Θα έβρισκε πως και οι μεν και οι δε έχουν ολοκληρώσει σπουδές Αγγλικής Φιλολογίας και Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Έπειτα από όλα αυτά, ο φανταστικός ερευνητής μας θα κατανοούσε για ποιους λόγους ο τριανταοκτάχρονος Ντέιβιντ Μίτσελ αντιμετωπίζεται από τους συμπατριώτες του ως διαμάντι της αγγλικής λογοτεχνίας.

Υπακοή στο εγχειρίδιο

Ο Μίτσελ είναι γνήσιο τέκνο της χώρας του και της εποχής του. Προκειμένου να γράψει έργα αξιώσεων, απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Είναι πολυταξιδεμένος, επαρκώς διαβασμένος και αισθάνεται πολίτης του κόσμου. Έχει ολοκληρώσει τέσσερα πολυσέλιδα μυθιστορήματα και το όνομά του έχει περιληφθεί δύο φορές στη μικρή λίστα για το βραβείο Μπούκερ. Για να στήσει μια δομή βασίζεται σε δοκιμασμένα υποδείγματα. Σε κάθε βιβλίο του αναμειγνύει πάνω από πέντε αφηγηματικά είδη. Στα κείμενά του θίγονται ζητήματα όπως ο εγκλεισμός, η μετενσάρκωση, η δύναμη της φαντασίας, ο ρατσισμός, ο φιλειρηνισμός, η τάση για προδοσία, ο πολιτισμικός εκφυλισμός και η θέληση για δύναμη. Παράλληλα τα γραπτά του δεν διακρίνονται για τη μαχητικότητα και την ανατρεπτική τους διάθεση.
Στον Άτλαντα του Ουρανού (2004), ειδικότερα, ο Μίτσελ κατασκεύασε έναν μηχανισμό με έξι πεδία. Στο πρώτο πεδίο η αφήγηση είναι ημερολογιακή, το ύφος αφελές και η πλοκή παραπέμπει στα μυθιστορήματα του Κόνραντ και του Στίβενσον. Το δεύτερο μέρος είναι επιστολογραφικό, ποτισμένο στον κυνισμό και θυμίζει Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ - συγκεκριμένα τις σημειώσεις του Χάμπερτ Χάμπερτ για τη μητέρα της Λολίτας. Ακολουθούν μία διαλογική αστυνομική νουβέλα εμφανώς επηρεασμένη από το εμπορικά καθιερωμένο παράδειγμα της Κάθι Ράικς και ένας παραληρηματικός μονόλογος σαφώς αντλημένος από το κρυόπλαστο σύμπαν του Μάρτιν Έιμις. Στη συνέχεια διαβάζουμε ένα αφήγημα με μορφή συνέντευξης που έχει βασιστεί στις απαισιόδοξες μελλοντολογικές συλλήψεις της Μάργκαρετ Άτγουντ και μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση- γεμάτη ασυνταξίες και νεολογισμούς- που περιγράφει το τέλος του κόσμου με γλωσσικά εργαλεία δανεισμένα από τον Τζέιμς Τζόις.

 

ΑΣΠΟΝΔΥΛΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

Η δράση στον Άτλαντα του Ουρανού διακόπτεται και μεταφέρεται με άλματα: από 1850 στο 1931, από το 1975 στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, από το απώτερο στο απώτατο μέλλον. Το πεδίο που προηγείται είναι πάντοτε μια καταγεγραμμένη εκδοχή που πέφτει στην αντίληψη του προσώπου που πρωταγωνιστεί στο επόμενο αφηγηματικό τμήμα. Και οι έξι κεντρικές φιγούρες έχουν στην ωμοπλάτη ένα εκ γενετής σημάδι σε σχήμα κομήτη.
Άρα, για να μιλήσουμε ελαφρώς ισοπεδωτικά, στο βιβλίο διακρίνονται τρία κυρίως τινά. Πρώτον, η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται ουσιωδώς απαράλλαχτη στο πέρασμα των χρόνων. Δεύτερον, και σε αυτό το πεζογράφημα διατυπώνεται η ακραία μεταμοντέρνα αντίληψη περί Ιστορίας- δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές, αλλά απλώς πειστικές ή μη, αφηγήσεις. Τρίτον και κυριότερον, ολόκληρο το οικοδόμημα απευθύνεται σε αυτόκλητους ή αναγνωρισμένους κριτικούς, δηλαδή σε άτομα που αντιλαμβάνονται την ανάγνωση ως διαδικασία εντοπισμού λογοτεχνικών τερτιπιών. Πάλι καλά που στο κείμενο υπάρχουν ψήγματα χιούμορ και κάμποσες σελίδες με μάλλον πρωτογενή τεχνάσματα. Κατά τα άλλα, όσο και αν πασχίζει κανείς, δεν μπορεί να εξακριβώσει την ιδιοσυγκρασία, την ιδεολογία, το όραμα του συγγραφέα. Διότι το συγκεκριμένο βιβλίο διατυμπανίζει ότι είναι αποτέλεσμα της δύναμης της θέλησης και επιδεικνύει την υποδούλωσή του σε σαθρές προδιαγραφές που έχουν τεθεί σε αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια. Το γραπτό είναι άκαμπτο και ελάχιστα απολαυστικό· η ανάγνωσή του δίνει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας του αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως αστραφτερή λύση στο πρόβλημα της ανεργίας. Από κει και πέρα, στο μυθιστόρημα παρατηρούνται και ευρύτατα διαδεδομένες αδεξιότητες. Ο Μίτσελ για παράδειγμα, απορροφημένος καθώς ήταν με το μοντάζ και τη μίμηση ύφους, έβαλε κάθε ήρωα να αυτοσυστήνεται αμέσως και να προδίδει από νωρίς το θεσμικό πλαίσιο της εποχής του.

 

 

Η ελληνική εκδοχή

Για να γίνουν απολύτως κατανοητές οι διακειμενικές ακροβασίες του Μίτσελ και να διαπιστωθεί το ψυχικό έλλειμμα του κειμένου, το μυθιστόρημα πρέπει να διαβαστεί στα αγγλικά. Στα ελληνικά, αυτό το χλιαρό και πεποιημένο έργο μετατρέπεται σε συνονθύλευμα οικτρής μορφής. Ένας Αμερικανός δικηγόρος του 1850 γράφει σε ασυνεπή καθαρεύουσα. Οι νεολογισμοί του Μίτσελ μετατρέπονται σε ανέμπνευστες ανορθογραφίες. Από το έκτο αφηγηματικό πεδίο του πρωτοτύπου με τους βάρβαρους συνειρμούς προκύπτει στα ελληνικά ένας χυλός χωρίς νόημα. Επιπλέον, ειδικά στα δύο πρώτα μέρη, πασίγνωστα κύρια ονόματα παρατίθενται αγνώριστα- ο κλασικός Άγγλος συνθέτης Πέρσελ αποδίδεται ως Πούρσελ και ο συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ ως Ντούρελ. Δεν αποκλείεται η μετάφραση του Άτλαντα του Ουρανού να ανήκει στις χειρότερες όλων των εποχών.