Αφρόκρινα

 

 

Το Εριντάν ορθόπλωρον

όργωνε το γαλάζιο κάμπο

τον ανθισμένο αφρόκρινα

κι αν ήταν το ταξίδι μας,

ταξίδι σκλάβων ή όχι,

δε μ` ένοιαζε, δεν τόκρινα.

Στην πλώρη στέκουμουν ορθός

και κοίταζα το τέρμα

τη δύση που ήταν κόκκινη

σα να τη βάψαν μ` αίμα

κι αν ήταν το αίμα της ζωής

που τη μαχαίρωναν ανθρώποι,

την ώρα αυτή δεν τόκρινα

τι `ταν για μας σκληρή η ζωή

και ξένοι γύρω οι τόποι

και το Εριντάν ορθόπλωρον

όργωνε το γαλάζιο κάμπο

τον ανθισμένο αφρόκρινα.