ΝΑ ΓΛΥΚΟΤΡΕΜΕΙ


Να γλυκοτρέμει τ’ ασημί τ’ αυλάκι πάνω στα νερά
της θάλασσας, νανουριστά το κύμα να πεθαίνει,
ν’ αποκοιμίζει αθέλητα μέσα στη βάρκα τον ψαρά,
για της αυγής το βόλιασμα π’ αγρυπνισμένος μένει.

Κι απ’ την απέναντι στεριά, καθώς ξανοίγεις να θωρείς
να παιχνιδίζουν τρέμοντας τα λιγοστά τα φώσα
σα στην ψυχή σου να μιλούν κρυφά κι εσύ να μη μπορείς
να καταλάβεις τι σου λεν στην οπτική τους γλώσσα.

Κι όπως τα μάγια σε μεθούν της θάλασσας και τ’ ουρανού
και στο μεθύσι της χαράς τον πόνο σου ξεχάνεις,
τέτοια μιαν ώρα να ’τανε να μη σου πέρναγε απ’ το νού
η μαύρη σκέψη: να σκεφτείς πως ζεις για να πεθάνεις!

 

(Μου το έστειλε ο Γ. Κρανιάς που τον ευχαριστώ)

Έκανα αντιπαραβολή με τον τόμο «Εκ νέου» σε επιμέλεια Γ. Μπλάνα (εκδ. Γαβριηλίδη) αλλά δεν θα συμφωνήσω με τη διόρθωση «φώτα» αντί για «φώσα» τον έκτο στίχο ούτε με το «σαν» στον έβδομο στίχο.

 

Από τη συλλογή Αμαβασιά, Χίος 1934.

 

 

Επιστροφή