Φώτης Αγγουλές, Τρία ποιήματα

 

ΠΟΤΕ;

Ταξίδι παν οι σκέψεις μου με τ’ αφρισμένα κύματα

Του γυρισμού σου τα γλυκά πότε ν’ ακούσω βήματα

Χρυσέ μου πού’ σουν πάντοτες καλός κι ανοιχτοχέρης,

Σαν έρτεις απ’ την ξενητιά, τι δώρα θα μας φέρεις;

 

 

ΑΣΤΕΝΕΙΣ

Ήτανε οι αστενείς

Βυθισμένοι μες στη δίνη τους

Πήγαμε στην κλίνη τους

Δε μας ένιωσε κανείς…

 

Κάτι παραμίλαγαν μες στον πυρετό τους

Απαλά χαϊδέψανε τ’αναμμένο μέτωπό τους

Όταν ξύπνησαν λουλούδια ήβρανε στην κλίνη τους

Μα δε μάθαν ποιος τα πήγε,

Δε μας ένιωσε κανείς,

Ήταν βλέπεις οι αστενείς

Βυθισμένοι μες στη δίνη τους.

 

 

ΩΡΑ ΚΑΛΗ

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή

Που φεύγετε απ’ την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε

Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί

Ν’ ακούσω το τραγούδι σας, καθώς περνάτε.

 

Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό

Ξηπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό

Κι ήταν το ρέμα δυνατό κι η θυμωμένη λάμια

Είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια

 

Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή.

Κεντώ στο μισοσκόταδο έναν ήλιο για κονκάρδα,

Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί

Απόψε που σταυρώνεται σαν το Χριστό η Ελλάδα.

 

(Δημοσιεύτηκαν στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 39, Μάρτης 1958, σελ. 123)