Η προσευχή του αλήτητου Τεύκρου Ανθία (1904-1968) |
|
|
|
|
|
|
|
|
|
Άγιος,
άγιος, άγιος, Κύριος
Σαβαώθ, πλήρης
ο ουρανός και
η γη της δόξης σου. Ωσαννά!
ο εν τοις υψιστοις. |
|
|
|
|
Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες
και κοιτώ τον ουρανό, που συγνεφιάζει,
ο αλιτήριος! Θα ΄χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος
Κύριος, με κάποιον άγγελο, ασφαλώς
λίγο κουτό. |
|
|
|
|
|
Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός
γιατρός, ω ναι, ασφαλώς· και κάνει ενέσεις «θανατίνης»
στο κορμί μου. Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται
κι οι αρμοί μου... – «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι
αμαρτωλός; |
|
|
|
|
|
»Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο
που θα΄ πρεπε– δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς
ποιείται υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη
και έθιμα. – Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με
τιμωρείτε; |
|
|
|
|
|
»Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω
σατανικά, γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις,
αν υφίστασαι. Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη,
δεν εξίστασαι, από του ύψους σου ορών...
τόσα κακά». |
|
|
|
|
|
Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες
στη γωνιά. με μιαν ευλάβεια και πόνο
τους σιμώνω. Ω! μας κυκλώνει και τους
τρεις η παγωνιά... Θέλω να σφίξω τις γροθιές
μου... αλλά... κρυώνω...- |
|
|
|
|
|
Από το Τεύκρος Ανθίας : Μια παρουσίαση από τον Κώστα
Νικολαΐδη, Γαβριηλίδης 2002, σ. 45-46. |
|