Φιλολογικά χρονικά

 

                        «Εκείνη δεν απήντησε»

 

Ένα παλιό διαβάζοντας ρομάντζο της Σερράο

εβρήκα μες στα φύλλα του κρυμμένο κάποιο γράμμα

που φαίνεται πως δεν εστάλη.

Ήταν για κάποιον έρωτα συγκρατημένο, πράο

που δεν ανταποδόθηκε. Ήταν βουβό ένα κλάμα,

μια συντριβή πολύ μεγάλη.

……………………………………

Της έγραφε: τα λόγια μου ποτέ δεν θα διαβάσεις

δεν θα τολμήσω να στα στείλω

όσο η καρδιά μου κι αν σπαράζει·

δε θα μαντέψεις τον κρυφό τον πόνο που με σφάζει.

Θα με νομίζεις πάντα φίλο

που θα ’ρθει μια πικρή στιγμή για πάντα να ξεχάσεις.

 

Ήταν γραμμένο τόσο ευγενικά

κι ο πόνος ξεχυνόταν στις γραμμές του

σα μια θλιμμένη μουσική με πλούσια νότα

σε λόγια απλά, γλυκά, σπαραχτικά…

 

Για δε ρε, τι χαλβάδες που ’ταν πρώτα

και πώς ξηγιότανε κανείς στις γκόμινές του.

«Εκείνη δεν απήντησε». Τι να σου πει, ρε βλάμη;

Της εξηγήθηκες ωμά;

Την έφαγες με τα λιμά;

Ρε, εσύ και την κουβέντα σου, την είχες με το δράμι.

Γι’  αυτό και κείνη –τι ήθελες η δόλια να σου κάνει;

μια μέρα «οχετός απιών» κι αμόλησε μελάνι.

 

Άχθος Αρούρης

 

 

Δημοσιεύτηκε στο φ. 355 του Τρίβολου (15.3.1940), δυο χρόνια μετά το προηγούμενο. Ποίημα που πλησιάζει στις «ψυχρολουσίες». Το «οχετός απιών» παραπέμπει στο αρχαίο «ώχετο απιών» (έφυγε τρέχοντας, ας πούμε).

 

 

 

Επιστροφή στα ποιήματα από τον Τρίβολο (2ο μέρος)