ΑΔΥΝΑΜΙΑ

 

Αν ο καλός μου ο πατερούλης μου’ χε αφήκει

τίποτα χτήματα καλά, κάνα τσιφλίκι,

δε θα ήμουν έτσι. Το αφεντόπουλο του τόπου

γνωρίζεται κι απ’ τα σημάδια του προσώπου.

 

Θα μύριζε όλο ευγένεια τ’ όνομα Κοτζιούλας,

καρφί στο νου κάθε φτωχιάς κι αρχοντοπούλας.

Μια με την άλλη θα μου κένταε ένα μαντήλι

και θα παιδεύονταν με ποιον να μου το στείλει.

 

Αχ, ο καιρός μου θα περνούσε δίχως έννοιες.

Μα εγώ, αφχαρίστηγος ν’ ακούω μόνο παίνιες,

(τρόπος παράξενος κανείς να διασκεδάσει),

μέρες και μέρες θα χανόμουνα στα δάση.

 

Θα ’ταν καλά μες στο λογγιά με τα ζαγάρια,

να πέφτει καμιά ντουφεκιά μακριά κι ανάρια.

Θα συλλογιόμουνα και τη βασιλοπούλα

που καρτερεί με την κορώνα και τη βούλα.

 

Θα ’κοβα μόνος μου σταφύλια από τ’ αμπέλι

κι ούτε οι γερόντοι δε θα μ’ έλεγαν τεμπέλη.

-- Τι να του κάνω όμως εγώ του πατερούλη.

που’ θελε να με αξήνει με το μεροδούλι;

 

Από τη συλλογή Η δεύτερη ζωή (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.

 

 Επιστροφή