(Πήγα με τους απρόκοφτους και παρακατιανούς)
Πήγα με τους απρόκοφτους και παρακατιανούς,
μ’ εκείνους που δεν έχουνε κάτου απ’ τον ήλιο μοίρα.
Το χέρι μου άπλωσε άφοβα κι ό,τι μου δώσαν πήρα
την ώρα π’ ούτε γύριζα να ιδώ τους αλλουνούς.
Αν γράφω στίχους σήμερα και λέγομαι ποιητής,
στο σπίτι μου έτρωγα μικρός τρίψα με γκορτσοζούμι.
Στο χώμα χώσου, υποκριτή, θα σου’βρω το λαγούμι
και δεν μπορείς απ’ τη σκληρή ματιά μου να κρυφτείς.
Μα όποια τη θέρισε η ντροπή κι έχασε τη μιλιά
(μαζί με λούστρους ξενυχτάει για ένα κομμάτι η μαύρη)
πού αλλού θα πάει ξαλάφρωμα για την ψυχή της να’ βρει;
Δεν τους ζυγώνουν πια εκεινούς με τα μακριά μαλλιά.
Αχ, είν’ αγώνας η ζωή, τσακίζεται ο φτωχός.
Αν τύχει να ’χεις φαμελιά, δε βρίσκεις ησυχία.
Σ’ άλλους (αφού δεν παίρνω εγώ) θα πέφτουν τα λαχεία,
μα τι σκοτίζεσαι, όλοι μας θα γίνουμε μπουχός.
Από την ενότητα Δύσκολα παιγνίδια της συλλογής Η δεύτερη ζωή (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.