ΟΙ ΔΟΞΑΡΙΕΣ ΤΟΥ ΛΑΛΗΤΗ

                                                            «ων ουκ έστιν αριθμός»

 

 

ΣΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

Ένα όμικρον που στ’ όνομα πήες κι άλλαξες, Μανόλη,

λεν πως αυτό σου είν’ η αντρεία οπόδειξες όλη όλη·

μα αν άλλαζες τα ρούχα σου στ’ αλήθεια, τούτο θα ’χε

μια χάρη που σου λείπει πια, γλωσσοκονταρομάχε.

 

 

 

ΣΤΟΝ ΤΕΛΛΟ ΑΓΡΑ

Τραβούσες την ουρά απ’ αυτούς π’ απλώνουν το ζουνάρι

μα έλαχε βόλι ρέμπελου στο κότσι να σε πάρει,

ποιητή, και πήγες άδικα: να τι κερδίζουν όσοι

φρόνιμοι από παλληκαριές φυλάγονται όλο γνώση.

 

 

 

Ο ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ ΙΕΡΟΚΗΡΥΚΑΣ

Μοβόρος άνθρωπος, σπορά κουρσάρου Μπαρμπαρέσου

(θαυμάζω, Παντοδύναμε, κι εγώ με τις βουλές σου!)

ποιος το ’λεε ποιος το πίστευε θεοτικός να γίνει

με ράσο αγιορείτικο, σταυρό και κομποσκοίνι;

 

 

 

ΣΤΟΝ ΑΥΓΕΡΗ, ΕΝ ΕΤΕΙ 1948

Πού πήγες και το διάλεξες τ’ όνομα τούτο, Μάρκο,

σε τέτοιες ώρες σίγουρο για τον Άη Στράτη μπάρκο!

Σε βλέπω και λοξοδρομώ, σ’ ακούω, σταυροκοπιέμαι

και μαθητή π’ αρνήστηκε το δάσκαλό του ’πέ με.

 

 

 

ΣΤΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ

Σε θέλει η τύχη, δε μπορείς όχι να πεις, Μενέλη,

πολύ η μαγκούφα σ’ αγαπάει κι από καρδιάς σε θέλει.

Με τέτοια ακρίβεια στα νησιά ποιος πάει δροσιά να πάρει

και μ’ έξοδα του δημοσίου –ποιος τη δική σου χάρη!

 

 

 

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΧΡ. ΓΑΝΙΑΡΗ

Όπως μαδιέται σκούζοντας το μοναχό τρυγόνι

πο'χασε ταίρι του ακριβό και στη φωλιά μαργώνει,

το ίδιο κι ελόγου σου θρηνείς για τη στεφανωτή σου.

Μ’ ανακαλήματα, άμοιρε κι εσύ, παρηγορήσου.

 

Η «ΟΔΥΣΣΕΙΑ» ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Να σ’ αγοράσω βάλθηκα, Δυσσέα, από την Κρήτη

κι ένα σακκί φορτώθηκα μ’ άσπρα, μ’ αγνό μετζίτι.

Μα το κιτάπι σου όταν πήγα ατός μου εκεί να πάρω,

κραίνει ο φυλλαδοπουλητής: - Και πού ’ναι, μπρέ, το κάρρο;

 

 

 

ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕ ΤΟΥΣ 33.333

Σταυροκοπήσου τρεις φορές, τριτόγεννος αν είσαι

κι απέ στον κόρφο σου άλλες τρεις τα τρία κακά σου φτύσε,

βάλε τα χρόνια του Χριστού, και με τ’ άγιο τρικέρι,

των στίχων θα ’χεις τρίδιπλο το θησαυρό στο χέρι.

 

 

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΡΙΔΗ

Τι σου ’φταιγαν τα πνεύματα κι οι τόνοι οι φιγουράτοι,
που Έλληνες τα ’βγαλαν, ψωμί για δάσκαλο ακαμάτη;
Με τη βαρεία αν τα ’βαλες, βαριά σου η καταδίκη:
κάτσε και μάθε γράμματα τώρα στη Σαλονίκη.

 

 

 

ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟ ΚΑΜΠΑΝΗ

Με κόνισμα τον Άλυωτο, πιστός του Κοντοστούπη

κι απόστολος του Αντίχριστου (μα έπεσες πια στο κιούπι)

ποιος σ’ έλυσε απ’ τα Τάρταρα –τόπο για σένα ειρήνης–

των απροσκύνητων κριτής, βρυκόλακα, να γίνεις;

 

 

ΣΕ ΑΣΥΔΟΤΟ ΣΤΙΧΟΠΟΙΟ

Μαντήλι για τη μύτη σου τον Έλιοτ και Σεφέρη

διατίμησες, το τσαμπουνάς και για όποιον δε σε ξέρει,

το Νόμπελ σίγουρος κι εσύ πως κάποτε θα πάρεις·

μας είπες όμως, φαφλατά, πως είσαι και μυξιάρης.

 

 

 

Τα έντεκα αυτά τετράστιχα περιλαμβάνονται στον τρίτο τόμο των Απάντων του, ανάμεσα σε ανέκδοτα ποιήματα που ενδεχομένως προορίζονταν για την συλλογή «Τα πλούτη του φτωχού» που δεν τυπώθηκε ποτέ. Ο λαλητής ίσως παραπέμπει στον Δωδεκάλογο του Γύφτου του Παλαμά.

 

Αγνοώ ποιος είναι ο «άγνωστος στιχοποιός».

 

Ο Χρ. Γανιάρης είναι ο εκδότης και ποιητής Χρυσόστομος Γανιάρης –η γυναίκα του Ελένη εκτελέστηκε.

 

Ο Άριστος Καμπάνης, γερός κριτικός και λογοτέχνης, έγινε ο εκφραστής της 4ης Αυγούστου στο λογοτεχνικό χώρο και διεύθυνε επί κατοχής το ναζιστικό περιοδικό Εικοστός Αιών επιδοτούμενο από το Ράιχ· δεν είχε τις διασυνδέσεις του Σπυρομελά κι έτσι πέρασε από δικαστήριο δοσιλόγων αλλά αθωώθηκε· πάντως πέθανε στο Δρομοκαΐτειο. Στο τετράστιχο του Κοτζιούλα, κοντοστούπης είναι ο Μεταξάς, Αντίχριστος ο Χίτλερ και Άλυωτος μάλλον ο βασιλιάς Γεώργιος Β’.

 

Ο Τέλλος Άγρας χτυπήθηκε από αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο τη μέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944) και πέθανε ένα μήνα αργότερα.


 Επιστροφή