ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΣΕ ΦΙΛΟ

ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΟ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

 

 

Ο Χριστογιάννης πέθανε στα εικοσιπέντε χρόνια,

η αρρώστια του ήταν ξαφνική, τον πήρε και βαριά.

Όλη τη μέρα αντίκρυζε των πεύκων τα βελόνια

κι αυτός θυμόταν κάτι ελιές και μια κληματαριά.

 

Πρόσωπο συμπαθητικό, δε θα σε ματαϊδούμε!

Τα μάτια σου εβασίλεψαν για πάντα στο βουνό.

Με ζαλισμένο το μυαλό τις νύχτες τραγουδούμε

κι εκείνος έμενε στο νου σημάδι σκοτεινό.

 

Ήτανε φρόνιμο παιδί, καθώς ελέγαν όμως

τα βράδια επαραφύλαγε κοπέλες του σκολειού.

Τους πέταε λόγια που κρατούν κι αν του βολούσε ο δρόμος,

τις εδοκίμαζε, έλεγαν, στην άκρη του αχειλιού.

 

Αν τα ’κανε, καλά έκανε· γιατί από τη μελέτη

τόσω χρονώ τι κέρδισε, ποιαν άλλη προκοπή;

Στο σπίτι που ξοδεύτηκε θα μείνει το σεκλέτι,

τ’ αδέρφια τα μικρότερα θα πιάσουν το τσαπί.

 

Ο Χριστογιάννης έφυγε χωρίς το δίπλωμά του

(στο τέλος δεν τον ένοιαζε πολύ, μπορεί γι’ αυτό).

Μ’ αφού ήταν ο λιγόχρονος ταμένος τού θανάτου

καθόλου ας μην εδιάβαζε –δεν ήτανε σωστό.

 

Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938) και μετά στον πρώτο τόμο των Απάντων.

 

 Επιστροφή