Ήπειρος

 

Φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια

κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμνούς,

ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας· μα η πούλια

δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς.

 

Ξεσηκωμένος ο φτωχός απ’ το ζευγάρι

κι ο άλλος αφήνοντας αφύλαχτη κοπή,

τ’ ακονισμένο σίδερο έτρεξε να πάρει

λαός που, αδιάβαστος, δε σήκωνε ντροπή.

 

Βαρείτε την οχιά! –μας το ’μαθαν οι πάπποι

πως δεν τη θέλει ούτ’ ο Θεός την αδικιά.

Νωρίς μάς ξύπνησες, ασβέ, κλεφτοζουλάπι,

για τον καρπό που μόλις μπήκε στα σακιά.

 

Τι, θα μας πάρετε κι εσείς αυτά τα λίγα

που τα ’χουμε ποτίσει μ’ ίδρωτα πικρόν;

Έλα, μικρόσωμε, στυλώσου μπρος στο γίγα

για ν’ αλαλάξει κι η χορεία των νεκρών!

 

Τα πόδια πόχουνε τριφτεί στις κοφτερίδες

ξέρουν καλά τον τόπο, κάθε πιθαμή.

Θα ιδείς εσύ πώς γίνονται άξαφνα κιοτήδες

όσοι πατούν ανίερα τ’ άλλου το ψωμί.

 

Θα ιδείς εσύ τυραγνισμένες απ’ τη γέννα

νοικοκυρούλες λιγοκρέατες πώς μεμιάς

ολόιδιες λιόντισσες τινάζονται οργισμένα,

στο έμπασμα απόκοτος αν φτάσει τής μονιάς.

 

Φυλή τόσο άφοβη, ποτέ δεν θα πεθάνει.

Τα χέρια που έκαναν αθώα το σταυρό

θηλιές θα γίνουν να σας πνίξουν, νυχτοπλάνοι,

που βρήκατε κι εσείς γι’ αντρείες τον καιρό.

 

Μην τον πειράζετε τον ήσυχο που είν’ όλο

φροντίδα και δουλειά και προκοπή,

γιατ’ η απαλάμη η μαθημένη από το σβώλο,

με λόχη φονική θ’ αλλάξει το τσαπί.

 

Εκεί βυζαίνουν απ’ της μάνας τους τον κόρφο,

με γάλα ξένο δεν αξαίνουν τα παιδιά,

κι εκεί θα βρεις ακόμα απάρθενη μια Μόρφω

με καταπλούμιστη από κλάρες την ποδιά.

 

Στον τόπο μας δε μεγαλώνουν οκνοί δούλοι.

κανένας δεν ακούει τυράννου προσταγή:

το ξακουσμένο πέφτει εδώ, το μέγα Σούλι,

που’ ν’ αγιασμένη η κάθε πέτρα του στη γη.

 

1941

 

Γραμμένο το 1941, αλλά δημοσιευμένο το 1953 στη συλλογή «Ηπειρώτικα» και στη συνέχεια στον τρίτο τόμο των Απάντων του. Πρόκειται για το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή και το πρώτο τετράστιχο το βρίσκω σε αρκετούς ηπειρώτικους ιστότοπους –περίεργο που κανείς δεν αναδημοσιεύει άλλα τετράστιχα πέρα απ’ αυτό. Μια και οι Ηπειρώτες δεν αξιώθηκαν να παραθέσουν ακέραιο το ποίημα, ας το αντιγράψω εγώ ο μη Ηπειρώτης.

 

 


 Επιστροφή