ΜΟΝΟΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

 

Στα ξένα κακοπάθησα κι απόμεινα μισός.

Καλά μου τόειπαν, μοιάζω εγώ με το πουλί το γκιώνη.

Στα μέρη αυτά περπάτησα με κάμα και με χιόνι

κοιτώντας πώς, μες στις βρωμιές, διαβαίνει ο Ιλισσός.

 

Τ’ αστέρια λάμπουν ήσυχα, μας βλέπουν από κει

καθώς τα μάτια τα ήσυχα που στάζουν καλοσύνη.

Θέλει κανείς λιγάκι φως, αν πρέπει να υπομείνει.

-- Το νιώθουν τάχα πως για μας εδώ είναι φυλακή;

 

Μια μέρα ο ήλιος θ’ ανεβεί και θα ’μαστε βαθιά.

(Τη νύχτα θα σφυρίζουνε μακριά οι σιδηροδρόμοι

κι ο αέρας πράος θα περνάει απάνου από τη βρώμη).

Θα μας πετάξουνε καθώς σε μια ξερολιθιά.

 

Στο πέλαγο, αδερφούλη μου, το μαύρο θα πνιγείς.

Θ’ αστοχηθούνε οι καλοί κι όσοι άδικα έχουν πράξει·

ή πάς κοντά από ζαβολιές ή ακολουθάς την τάξη,

ποτέ δεν ξαναφαίνεται στο πρόσωπο της γης.

 

Από τη συλλογή Η δεύτερη ζωή (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.

 

Επιστροφή