Οδός Βίκτ. Ουγκώ, δίχως αριθμό

 

Το περασμένο ξάμηνο καθόμουν σε μια γριά,

κάποια κυρά Δημήτραινα, πλύστρ’ από το Μωριά.

Μαζί μ’ αυτήν επέρασα τον τελευταίο χειμώνα,

μες σε φωτογραφίες παλιές και μια ασημένια εικόνα.

Σαν έβρεχε, πλημμύριζαν οι λάκκοι στην αυλή

και μύριζαν οι κάμαρες· καθόντανε πολλοί

Μες στη δική μας η γριά, στην ψύχρα τη μεγάλη,

έφερνε και τ’ αδέρφι της, έναν παλιό χαμάλη.

Έγερνε αυτός ολάκερος απάνου απ’ τη φωτιά

κι οι τέσσεροι άλλοι παίζανε στην αγκωνή χαρτιά.

Κάποτε μάς ερχότανε κι η Τούλα η μαυρομάτα

-την έρμη! που με φίλευε καμιά βραστή πατάτα.

Μέγαρα αντίκρια υψώνονταν αριστοκρατικά

και στα παράθυρα έβγαιναν δυο δυο τα θηλυκά·

κρυφογελούσανε κι αυτές με τη μανία που’ χα

να κάνω εκτάσεις και λοιπά μες στ’ απλωμένα ρούχα.

Κει μέσα μού χαθήκανε (φύλλα μικρά χαρτί)

και κάμποσα χειρόγραφα που τα ’χα πως και τι.

Θα τα ’ριξε η Δημήτραινα κι αυτά μες στα σκουπίδια,

τα πέταξε σα να ’τανε φλούδες από κρεμμύδια.

 

 



Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938) και στη συνέχεια στον πρώτο τόμο των Απάντων του.

 

Επιστροφή