Τραγούδι του καιρού μας

για όσους μέλλεται ναρθούν

 

(…)

Της Βίας ο νόμος πια τον κόσμο κυβερνά.
μπότα βαρβάρου πήρε σβάρνα την Ευρώπη
και σα μερμήγκια, λέω, ποδοπατιούντ’ οι ανθρώποι
πιο ανυπεράσπιστοι απ’ τα ζούδια τ’ αχαμνά

 

Και οι τύραννοι περνούν με σβέρκο σα βοδιού
μεις λιμουριάζουμε κι αυτοί κάνουν προκοίλι,
μόνο για προσταγές ανοίγουνε τα χείλη
και μήτε ακούν τους βόγγους γέροντα ή παιδιού

 

Α, ράτσα απάνθρωπη, φυλή βασανιστών,
ποιος μαύρος δαίμονας που εχθρεύεται την πλάση
σας έχει ως τις ακρογιαλιές μας κατεβάσει,
στίφος πειθαρχημένο, ορδή στρατιωτών;

 

Αλλά η Αρκούδα η Κοκκινότριχη αγρυπνά.
Και σαν κατεβασιά βουερή θα ξεμπουκάρει,
κατακλυσμός και καθαρμός, να συνεπάρει
κατηφορίζοντας κοιλάδες και βουνά.

 

Τότε δημιουργία πρωτόφαντη θα βγει.
Κι αφού της αδικίας θα λείψει το βασίλειο,
μήνυμα ειρήνης θα δονήσει την υφήλιο
και θα ξυπνήσει μ’ αναστάσιμο ύμνο η γη.

 

Θα ξαναπάρει τόνο ανθρώπινο η λαλιά,
το βλέμμα δε θα σε ζυγιάζει σαν πραμάτεια.
Θα γίνουν ήμερα, καλόβολα τα μάτια
-σαν των προγόνων μας, στα χρόνια τα παλιά.

 

(Καλοκαίρι)

 

Οι 6 τελευταίες στροφές από τις συνολικά 20 που περιλαμβάνει το ποίημα, που είναι το δεύτερο από τα Τρία ποιήματα προπολεμικά που γράφτηκαν το 1941, αλλά εκδόθηκαν το 1946. Στη συνέχεια, στον πρώτο τόμο των Απάντων.

 

 Επιστροφή