Τυραννομάχος

 

29 Γενάρη – ετούτη, ετούτη δω
τη μέρα ξεφαντώνω εγώ, κι όχι την άλλη
πού ’θελε εκείνος ο φριχτός, ο Οξαποδώ,
το πενταπίθαμο ανθρωπόμοιαστο βουβάλι.

 

Πάει το βαρύ σκοτάδι τέσσερω χρονώ,
πάει ο βραχνάς που μας επλάκωνε τα στήθη.
Σωριάστηκε όμοια με τσουβάλι από σανό
κι όπως πατάς σκορπιόν έτσι κι αυτός διαλύθη.

 

Δεν έπεσε όμως από χέρι εκδικητή,

τον ζούληξε μονάχα η φτέρνα του θανάτου.

γιατί στην κλούβα όπου είχε ο τύραννος κλειστεί

μόνο τους δήμιους κάποτε άφηνε κοντά του.

 

Σιγουρεμένος όπως φρούριο κινητό,

μα έντρομος πάντα κάτου απ’ τα ματογυάλια

κρυφάκουε των μαρτύρων, αχ, το βογγητό,

χοροπηδώντας όλο απάνθρωπη αναγάλλια.

 

Κι απ’ τους ραγιάδες κάναν τούμπες οι μισοί,
μη τα μουσούδια του χαμόγελο ημερώσει
και δεν τους στείλει Ροβινσόνες σε νησί
με κεδροκούκουτσα πικρά να βάλουν γνώση.

 

Μα εσύ που σε κελί όλο μούχλα, αλυσωτός,

αν και θεομάχος, λέω, σαν τον Άη Γιάννη εγίνης

χωρίς τον ήλιο, την ανάβρα του φωτός

μπόρεση απούθε βρήκες τόσο να υπομείνεις;

 

Πίστη ενεργή, ακατάβλητη! Ούτε οι βουρδουλιές
ούτε οι βρισιές, χαφιέδων άτιμων τα σάλια
δεν ελυγίσαν τις αντρίκειες σας βουλές,
καθώς ούτε κι η μέγγενη ούτε και η τανάλια

 

Μα εσείς αναίσθητοι και σ’ όποιον πειρασμό,
σταθήκατε πιστοί στο ανώτερό σας χρέος,
λέγοντας μέσα του ο καθένας: «Πολεμώ
να γίνει ετούτος ο Αδης κόσμος πανωραίος».

 

Κι οι άλλοι, τους είχε περισφίξει ο πανικός.

Νέκρα στον τόπο, τον διαγούμιζε η ρεμούλα.

Μεθοκοπούσε κάθε βράδι ο εργατικός

και δακρυσμένη αποκρινόταν η φτωχούλα.

 

Καλαμαράδες, ρασοφόροι, στρατηγοί,
κι ο χτηματίας κι ο εφοπλιστής κι ο τραπεζίτης,
καθένας που δεν έχυσε ιδρώτα στη γη
κι ό,τι δεν ήταν λαουτζίκος ψωμοζήτης:

 

Όλοι σας γίνατε ένα, τέλειο κλεφταριό·
και με το αχρείο λεφούσι, με τους σταυρωτήδες,
απ’ την πρωτεύουσα ως τ’ απόμακρο χωριό
πέσατε στου φτωχού τα κόπια σαν ακρίδες.

 

Και σύρατε ψυχές αθώες στη φυλακή,
και στείλατε στον τάφο αγνούς ονειροπόλους,
μόνο γιατ’ ήθελαν να λείψουν οι κακοί
και τ’ αγαθά της γης να μοιραστούνε σ’ όλους.

 

Της χήρας ποιος θα ξαναδώσει το παιδί,

που τ’ άφησαν στον τόπο, όλο σημάδια μπλάβα,

και πού θα ξαναβρεί την πρώτη της ειδή,

στεγνή απ’ το κλείσιμο της φάμπρικας η σκλάβα;

 

Τελείων’ ο χριστιανός στο δρόμο σα γατί.

Και μολογιούνται δυστυχίες που δεν τις σώνει

το βλέμμα, μήτε τις προφταίνει ανθρώπου αφτί;

Βλέπαν κι ακούγαν μόνο οι φύλακες δαιμόνοι.

 

Κι άλλοι από μας σκιαγμένοι πήραν τα βουνά

και κάπου λούφαζαν εκεί, να μην τους πιάσει

το μάτι που έψαχνε και μες στα σκοτεινά,

περνούσε τοίχους, έφτανε ως και στα έρμα δάση.

 

Με ποιον να κουβεντιάσεις, ποιον να εμπιστευτείς;

Και η πέτρα η άψυχη μπορεί να μαρτυρήσει.

Τρέμοντας από την οργή του ο ποιητής,

σα λαβωμένο ζώο εγύρισε στη φύση.

 

Και ζήλευε το ζούδι, αυτός, το ταπεινό

που το χωράει μια τρύπα, τόσο μικρουλάκι.

Πάει όπου θέλει κάτου από τον ουρανό

και δεν το υποψιάζονται οι χωροφυλάκοι.

 

Μα ας ξαλαφρώσει πια η βαρύθυμη καρδιά
κι ας ανασάνω τώρα που έλειψε το τέρας,
η αράχνη πού ’χε τυλιγμένα τα παιδιά
και τα μυζούσε ο μισητός ψευτοπατέρας.

 

Τους είχε ντύσει σαν παλιάτσους παρδαλά
και στολισμένους με γαλόνια, με κορδόνια
τους μάθαινε όλο ζήτω κι όλο τραλαλά,
τα «ιδανικά» να υπερασπίσουν τα «αιώνια».

 

Ελλάδα μου, έγινες ρεζίλι των εθνών,

φτωχή πατρίδα μου, κατάντησες στρατώνα!

Κι έτσι κατάκοπη απ’ το βάρος των δεινών,

δε θ’ ανασηκωθείς, φοβόμουν, στον αιώνα.

 

Μ’ αντί για σε γκρεμίστη εκείνος ο μιαρός,

ο επικατάρατος, ο δαιμονοπαρμένος,

πνεύμα κακό, για τον αδύνατο σκληρός,

που παίδεψε άπονα και ντρόπιασε το γένος.

 

Φτωχέ ξωμάχε με το πρόσωπο τ’ αδρό,

που εσύ καμιά εποχή δεν ξαποσταίνεις, άσε

την τσάπα, το σφυρί, να κάμεις το σταυρό

που ήρθε μια τέτοια μέρα και να το θυμάσαι.

 

Να τη θυμάστε· θα’ ρθουν κι άλλες πιο λαμπρές,

τέτοιες που δεν ξαναφωτίσαν την υφήλιο,

κι ενώ οι απόκληροι της γης θα’ χουν χαρές

περίφοβος θα ψάχνει ο αδικητής για σπήλιο.

 

Το πλήθος, σαν από αποκάρωμα βαθύ,

ξέπνοα θα βλέπει τα συνόμοια του θηρία,

κι εκεί που ρήμαζαν οι αρρώστιες, θ’ απλωθεί

το γέλιο το φαιδρό, η αστείρευτη αλεγρία.

 

Κι εκείνος ο ενανθρωπισμένος Σατανάς;
πανάθλιος όπως ήταν, άθλια είχε τύχη.
ψόφο κακόν εβρήκε, μην τον συχωρνάς,
του γιόμισε ο λαός το λάκκο σκατοψύχι.

 

(Χειμώνας)

 

Το πρώτο από τα Τρία ποιήματα προπολεμικά που γράφτηκαν το 1941, αλλά εκδόθηκαν το 1946. Στη συνέχεια, στον πρώτο τόμο των Απάντων.

 

 Επιστροφή