ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ

 

Φίλε, μ’ αρέσει όπως μιλάς γι’ απλούς ανθρώπους,

το κέφι σου από φλέβα απείραχτη κρατά.

Αυτοί μαλώνουν, αγαπιούνται δίχως τρόπους.

Είμαι χωριάτης κι αγαπώ τα χωρατά.

 

Αυτού που έχεις ριζώσει δέχεσαι την αύρα

του Αιγαίου μ’ όλους τους ήχους τους θαλασσινούς.

Μα εγώ που παραδέρνω εγώ τα βλέπω μαύρα,

είναι στιγμές που μου ανταριάζει, πάει ο νους.

 

Οι διαστρεμμένοι ορίζουν σήμερα την πλάση.

Μονάχα πού και πού θα βρεις, καταλαχού,

μια αγνή ψυχή που ακόμα δεν έχει χαλάσει.

Κανένας δεν τιμάει την πόρτα του φτωχού.

 

Όμως, αφού είναι φυσικό μας το τραγούδι,

ίσαμε πότε θα στενεύω την καρδιά;

Καλύτερ’ από μας θα χαίρεται το ζούδι

που βγαίνει από την τρύπα ή τ’ άνογα παιδιά;

 

Από τη συλλογή Σιγανή φωτιά (1938) και μετά στον πρώτο τόμο των Απάντων.

Το ποίημα απευθύνεται στον ποιητή Γιάννη Σκαρίμπα, που ήταν φίλος με τον Κοτζιούλα· είχαν πυκνή αλληλογραφία, που έχει εκδοθεί, και στη δεκαετία του 1950 σχεδίαζαν να εκδώσουν μαζί λογοτεχνικό περιοδικό, σχέδιο που δεν ευοδώθηκε.

 

 Επιστροφή