Οι καμπάνες

(The bells)

του Edgar Allan Poe

 

απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

 

Ι

Hear the sledges with the bells -
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells-
From the jingling and the tinkling of the bells.

Άκου τα έλκηθρα με τα κουδουνάκια, -

τ΄ ασημένια κουδουνάκια!

Σαν τι κόσμους πασίχαρους δε λένε οι μελωδίες τους!

Πώς χτυπάν, χτυπάν, χτυπάν,

μέσ’ τον παγωμένον αέρα της νυκτός!

Ενώ τ΄ άστρα πασπαλίζουν

όλο τον ουρανό και λες σπιθοβολούν

από κρυστάλλινες χαρές,

κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,

σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,

μαζί με το τριγκίνισμα, που σκάει έτσι μουσικά

απ΄ των κουδουνιών τη σύχαρη βροντήν, ντιν, ντιν, ντιν, -

ντιν, ντιν, ντιν, -

απ΄ την κλαγγήν κι από των κουδουνιώνε τη βροντήν.

ΙΙ

Hear the mellow wedding bells -
Golden bells!
What a world of happiness their harmony foretells!
Through the balmy air of night
How they ring out their delight!
From the molten-golden notes,
And all in tune,
What a liquid ditty floats
To the turtle-dove that listens, while she gloats
On the moon!
Oh, from out the sounding cells,
What a gush of euphony voluminously wells!
How it swells!
How it dwells
On the Future! how it tells
Of the rapture that impels
To the swinging and the ringing
Of the bells, bells, bells,
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells -
To the rhyming and the chiming of the bells!

Άκου τις μελωδικές γαμήλιες καμπάνες, -

τις χρυσές καμπάνες!

Σαν τι κόσμους ευτυχίας δε λένε οι αρμονίες τους!

Μέσ’ το βαλσαμωμένον αέρα της νυχτός,

πώς αντηχάν όλο ηδονή!

Απ΄ τις νότες, τις σαν από χρυσάφι αναλυωμένο,

που ηχούν όλες μαζί,

το ρευστό τραγούδι κυλάει

ως την τρυγόνα, που αφουγκράζεται, κοιτώντας

το φεγγάρι!

Ω, μέσ΄ απ΄ τις σπηλιές τους τις ηχηρές,

τι μουγγό και μεγαλόπρεπο ξέσπασμα ευφωνικό!

Πώς σκάει!

Πώς διαρκεί

στο Μέλλον! Πώς λέει

την έκστασην που ωθεί,

σ΄ αυτό το σάλεμα κι αυτήν την ιαχήν,

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –

νταν, νταν, νταν –

στο ρυθμό και την κωδωνοκρουσίαν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν!

ΙΙΙ

Hear the loud alarum bells -
Brazen bells!
What a tale of terror, now, their turbulency tells!
In the startled ear of night
How they scream out their affright!
Too much horrified to speak,
They can only shriek, shriek,
Out of tune,
In a clamorous appealing to the mercy of the fire,
In a mad expostulation with the deaf and frantic fire,
Leaping higher, higher, higher,
With a desperate desire,
And a resolute endeavor,
Now- now to sit or never,
By the side of the pale-faced moon.
Oh, the bells, bells, bells!
What a tale their terror tells
Of despair!
How they clang, and clash, and roar!
What a horror they outpour
On the bosom of the palpitating air!
Yet the ear it fully knows,
By the twanging,
And the clanging,
How the danger ebbs and flows;
Yet the ear distinctly tells,
In the jangling,
And the wrangling,
How the danger sinks and swells,
By the sinking or the swelling in the anger of the bells-
Of the bells-
Of the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells-
In the clamor and the clangor of the bells!

Άκου τις βροντερές καμπάνες των κινδύνων,

τις μπρούντζινες καμπάνες!

Σαν τι ιστορίες τρόμων δε λένε οι φασαρίες τους!

Στ΄ αλαφιασμένο αυτί της νύχτας,

πώς σκούζουνε οι θανάσιμοι ήχοι τους!

Μη μπορώντας απ΄ τον τρόμο να μιλήσουν,

μόνο που σκούζουν, σκούζουν,

άναρθρα και παράφωνα,

σα μιαν επίκληση ηχηρή στον οίχτο της φωτιάς,

σα σ΄ ένα τσάκωμα τρελλό με τη φωτιά, που όλο μουγγά παραληρεί,

πηδώντας όλο πιο ψηλά, ψηλά, ψηλά,

και μ΄ έναν πόθο απελπισμένο,

και μια προσπάθειαν αποφασιστική,

ν΄ ανεβούνε τώρα ή ποτέ τους πια,

ως δίπλα στο φεγγάρι με το χλωμό πρόσωπο.

Ω, οι καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν!

Σαν τι ιστορία οι τρόμοι τους δε λένε

απελπισίας!

Πώς σκούζουνε, κι ουρλιάζουν, και μουγκρίζουν!

Τι φρίκη χύνουν

στην καρδιά του αγέρα που όλος πάλλεται!

Κι όμως τ΄ αυτί πώς ξέρει θετικά,

απ΄ την οξύτητά τους

και σύμφωνα με την κραυγή τους,

τ΄ ανεβοκατεβάσματα του φλογερού κινδύνου·

κι όμως τ΄ αυτί πώς νιώθει καθαρά

απ΄ τον ήχο τον παράφωνο

κι απ΄ τον αλαλαγμό τους,

αν ο κίνδυνος φουντώνει είτε μικραίνει,

στο ησύχασμα ή τον άξαφνο θυμόν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν –

τις καμπάνες που βροντάν –

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, -

νταν, νταν, νταν, -

στην κραυγή και στην οργήν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν!

IV

Hear the tolling of the bells-
Iron bells!
What a world of solemn thought their monody compels!
In the silence of the night,
How we shiver with affright
At the melancholy menace of their tone!
For every sound that floats
From the rust within their throats
Is a groan.
And the people - ah, the people -
They that dwell up in the steeple,
All alone,
And who, tolling, tolling, tolling,
In that muffled monotone,
Feel a glory in so rolling
On the human heart a stone-
They are neither man nor woman-
They are neither brute nor human-
They are Ghouls:
And their king it is who tolls;
And he rolls, rolls, rolls,
Rolls
A paean from the bells!
And his merry bosom swells
With the paean of the bells!
And he dances, and he yells;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the paean of the bells-
Of the bells:
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the throbbing of the bells-
Of the bells, bells, bells-
To the sobbing of the bells;
Keeping time, time, time,
As he knells, knells, knells,
In a happy Runic rhyme,
To the rolling of the bells-
Of the bells, bells, bells:
To the tolling of the bells,
Of the bells, bells, bells, bells-
Bells, bells, bells-
To the moaning and the groaning of the bells.

Άκου τις πένθιμες καμπάνες –

καμπάνες σιδερένιες!

Τι κόσμους σκέψης άρρητα επίσημης δεν κλείν΄ η μονωδία τους!

Μέσ’ τη σιωπή της νύχτας,

πώς μας παγών΄ η φρίκη,

από τη μελαγχολική φοβέρα της φωνής της!

Γιατί ο καθένας ήχος που πετιέται,

μέσ’ απ΄ το σκουριασμένο τους λαρύγγι,

είν΄ ένα βογγητό.

Κι εκείνοι – αχ, εκείνοι –

που μνέσκουν μέσα στο καμπαναριό,

ολομόναχοι,

και που βαράν τον ήχο, τον ήχο, τον ήχο το νεκρώσιμο,

μέσ΄ τη θαμπή τους τη μονοτονία,

νιώθουν βαθιά μια δόξα, σα να χτυπάν

μια πέτρα σ΄ ανθρώπινη καρδιά.-

Δεν είν΄ άντρες, μήτε και γυναίκες, –

ούτ΄ άνθρωποι, ούτε κτήνη.-

Μα είν’ οι Λάμιες :

κι ο βασιλιάς τους χτυπάει τον ήχο το νεκρώσιμο

κι απλώνει, απλώνει, απλώνει,

απλώνει γύρω

έναν βαρύν παιάνα απ΄ τις καμπάνες!

Κι η πρόσχαρη καρδιά του πώς φουσκώνει

μέσα σ΄ αυτόν τον παιάνα απ΄ τις καμπάνες!

Χορεύει κι αλαλάζει,

κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,

σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,

στον παιάνα απ΄ τις καμπάνες που βροντάν –

τις καπάνες που βροντάν :

κρατώντας το ρυθμό ρυθμό, ρυθμό,

σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,

στον παλμό της καρδιάς απ΄ τις καμπάνες –

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, -

στο λυγμόν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν·

κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,

καθώς βαράει τον ήχο, τον ήχο, τον ήχο το νεκρώσιμο,

σα σ΄ ένα ευτυχισμένο Ρουνικό ρυθμό,

στο βρόντο απ΄ τις καμπάνες,

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –

στον πένθιμο τον ήχο απ΄ τις καμπάνες,

τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, νταν, -

νταν, νταν, νταν, νταν –

στο θρήνο και στο βόγγο απ΄ τις καμπάνες που βροντάν.

 

 

 

 

 

 

  Επιστροφή