11. ΛΕΕΙ Ο ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ:

 

Είμαι μεν αριστοκράτης, αλλά και δεινός σελέμης!

Είσαι καταστηματάρχης; Πρέπει τότε να με τρέμεις!

Κι όμως τι τιμή, για σκέψου, και τι καύχημα για σε,

να πατώ στο μαγαζί σου και να μένω βερεσέ!

Τι τιμή, να μην υπάρχει στην ταβέρνα σου γκαρσόνι,

λούστρος, μάγερας, λαντζέρης που να μη μου τόνε χώνει!

Τι τιμή, ν’ απολαμβάνει, μέρα νύχτα, συλλογίσου,

τέτοια μούρη, σαν και μένα, το κρασί σου, το φαγί σου!

- και για λίγη τιποτένια και σελέμικη τροφή,

στο προσωπικό να δίνω τέτοιον κώλον ευτραφή!

Μα, πολλές φορές, αυτό μου το σελέμικο γαμήσι

προκαλεί σκηνές, μπελάδες, αγανάκτηση και μίση…

Δεν βαριέσαι! Τους αρπάζω και στην κάμαρη τους πάω:

προκειμένου να τον φάω, τι σημαίνει κι αν τις φάω!...

 

17.X.1933

 

Αδημοσίευτο, από το αρχείο Λαπαθιώτη. Ευχαριστώ τον κ. Β. Ψαραδάκη που μου το παραχώρησε.

 

Επιστροφή στους μονολόγους του Αντωνάκη