ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

 

ΜΙΑ ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ

 

                                    του κ. Κ. ΦΡΙΛΙΓΓΟΥ

 

Αγαπητά «Νεοελλ. Γράμματα»

 

            Άναψε και κόρωσε βλέπω ο κ. Καραγάτσης στην απάντησή του για την ανακρίβεια, που του υπόδειξα, σχετικά με τον Εκκλησιαστή. Αν και μονάχα η περιφρόνηση θ’ άξιζε σε μια τέτοια ανάγωγη απάντηση, όμως είμαι υποχρεωμένος, χωρίς να κατέβω στο δικό του το επίπεδο και ν’ αναμετρηθώ μαζί του, να του τα πω τώρα λιγάκι, πιο ξεκάθαρα και πιο ανοιχτά. Για να καταλάβει, αφού δε μπόρεσε ως τώρα, πως η επέμβασή μου κι η παρατήρηση που του’ κανα δεν ήτανε ούτε για κανένα σπάνιο φυτό από κείνα που τόσο φιλάρεσκα αραδιάζει στη λατινική, ούτε για κανένα, βέβαια, κολεόπτερο. Παρά για όνομα και για κείμενο, προπάντων για κείμενο, και μνημείο λογοτεχνικό, πολύ σεβαστό και πασίγνωστο μέσα σ’ όλους τους σοβαρούς κύκλους της παγκόσμιας φιλολογίας. Κι ότι οι περίφημοι ξορκισμοί που παράθεσ’ εκείνος μέσα στο διήγημά του δεν είναι του Εκκλησιαστή, παρά είναι μια περικοπή γραμμένη αιώνες ύστερα από τη Βίβλο κι από τον Εκκλησιαστή, κι ολότελα άσχετη μ’ αυτόν, περικοπή, χωρίς καμιά λογοτεχνική αξία, η πιο κωμική κι η πιο χειρότερη που θα μπορούσε να ξεγελάσει και τον πιο ανίδεο, αλλά προσεχτικό, λογοτέχνη, ώστε να τον κάνει να την κολλήσει πλάι στ’ όνομα του Εκκλησιαστή και να μολύνει έτσι και να διασύρει το ποιητικώτερο βιβλίο μιας πολύ μεγάλης και αξιοπρόσεχτης φιλολογίας. Αυτό είναι το θέμα μας κι αυτού απόβλεπε η παρατήρησή μου. Κι αντίς σα λογοτέχνης με την πιο στοιχειώδη μόρφωση κι ανατρο­φή να κάνει μιαν εύσχημη υποχώρηση, βγήκε χωρίς συναίσθηση να ειρωνευτεί με την παθολογικά εγωιστική κι υπερ­βολικά μικρομέγαλη απάντησή του. Κι όσο δεν ήτανε θανάσιμο επιτέλους το λάθος του, όπως και δεν το χαρακτηρίσαμε ποτές τέτοιο, την ώρα που τα λάθη είναι για τον άνθρωπο, τόσο ήταν αχαραχτήριστος ο τρόπος που διάλεξε για να δικαιολογηθεί.

            Για «ψύλλου πήδημα», λοιπόν, δεν ήταν διόλου, όπως λέει, η επέμβασή μου παρά ήταν, το ξανατονίζω, για βιβλίο που έχει πάρει τη σφραγίδα της αιώνιας ακμής κι επικαιρότητας που οι καιροί κι οι χρόνοι κι οι διάνοιες κι οι καρδιές μας και που το χάρηκαν δεν είχαν ανάγκη από τις δικές μας αμφίβολες γνώσεις και από τα μικρόχαρα γούστα μας. Από την ώρα που ένας λογοτέχνης βγαίνει επίσημα και μπερδεύει κείμενα κι ονόματα και θέματα που θίγει κι εξετάζει μέσα στο έργο του, από την ώρα εκείνη, ο λογοτέχνης αυτός είναι υπεύθυνος και στη λογοτεχνία και στο αναγνωστικό του κοινό, αν το σέβεται και δεν υποτιμά την αντίληψή του. Κι είτε το λάθος γίνεται σε κείμενα σημερινά, είτε σε κείμενα και ονόματα του κλασσικού κύκλου, ή σε κείμενα του Βιβλικού που έχουν ειδικό περιεχόμενο και αποστολή, κείμενα εκκλησιαστικά και λειτουργικά ή και τροπάρια και κοντάκια, κι απολυτίκια ακόμα, αυτό δεν έχει καμμιά ουσιαστική σημασία, ούτε μπορεί, για το λογοτέχνη που έχει σοβαρή συναίσθηση της αποστολής του, ν’ αποτελέσει πρόφαση και δικαιολογία. Μονάχα μια περιορισμένη και μικρή διανόηση μπορεί να ξεπέσει σ’ αυτό. Γιατί μέσα σ’ όλ’ αυτά έχει σελίδες και κείμενα που όποιο κι αν είναι το θέμα τους και η αποστολή τους, στέκουν απάνου απ’ όλες τις εποχές κι απάνου απ’ όλες τις Γραμματολογίες. Όλ’ αυτά είναι να κάνουν το νέο διηγηματογράφο ν’ αναγνωρίσει ειλικρινά  και να ομολογήσει το λάθος του και να το διορθώσει, χωρίς εξυπνάδες και υπεκφυγές, όχι πια για μένα, παρά για τη λογοτεχνία και τα γράμματα που δουλεύει και υπηρετεί και να μη δίνει αφορμή να πιστεύεται πως σ’ εμάς μονάχα η λογοτεχνία είναι μια ασύδοτη κι ανεξέλεγχτη δουλειά και μια ξέφραγη μάντρα, όπου κανείς μπαίνει χωρίς να’ χει δώσει σε κανέναν λογαριασμό κι αλωνίζει κατά το κέφι του. Το ταλέντο και το πιο πηγαίο ακόμα έχει υποχρεώσεις αφάνταστες σήμερα και μοναχό του πια δεν μπορεί όλα να τα σηκώσει. Ο κόσμος γέμισε και βάρυνε. Και πρέπει κανείς να σφίξει καλά τα κότσια του, για να τα σηκώσει όλα του κόσμου στο ταλέντο του απάνου.

            Αν δεν είναι λάθος ν’ αλλάζει κανείς και να μπερδεύει ονόματα και κείμενα σαν του Εκκλησιαστή, του Ιώβ, του Δαβίδ, του Ιερεμία, και του Ιεζεκιήλ, ονόματα που δεν τα παίρνομε από τη Γραμματολογία των αγρίων παρά από μια φιλολογία και ποίηση, που με τ’ Αλεξαντρινά τα γράμματα και την ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοιντα και το Χριστιανισμό ύστερα, γένηκε σχεδόν δική μας, τότες δεν ξαίρω γιατί είναι λάθος θανάσιμο μονάχα, αν ένας λογοτέχνης βάλει άξαφνα στο στόμα του Αριστοφάνη τα λόγια του Φιάκα, ή στο στόμα του Αμλέτου, την ώρα που βλέπει το φάντασμα του πατέρα του, βάλει τα λόγια των προκομένων τούτων εξορκισμών.

            Αλλά ο κ. Καραγάτσης φαίνεται πως είναι υπερ­βολικά αράθυμο παιδί και μολονότι πά­τησε, όπως μαθαίνω, γιατί δεν τον γνω­ρίζω προσωπικά, τα τριάντα πέντε, ακό­μα δεν μπόρεσε να τα καταλάβει αυτά τα πράματα. Τα διάφορα «lapsus mani» (lapsus manus, παρακαλώ. Το manus κά­νει και στη γενική manus κι όχι mani, για­τί είναι της Α’ κι όχι της Β’ λατινικής κλίσης) κι όλες οι Βοτανολογικές και Φλωμπαίρειες γαλλικούρες δε σωτηρεύουν σε τέτοιες ώρες. «Μπορούσε όμως», λέει, «σαν ήθελε να πει πως γράφοντας εκκλησιαστή δεν εννοούσε το δικό μου», δηλαδή το Βιβλικό, γιατί εγώ δικό μου δεν έχω, «παρά τον εκκλησιαστικό συγγραφέα που ’γραψε τον ξορκισμό». Να λογική, να μάλαμα! Μπράβο! Και θα μπορούσε, λέει, «να δικαιολογηθεί μα δεν το κάνει γιατί βαριέται».  Δόξα σοι ο Θεός, που βαριέται. Μα κι αν δε βαριότανε, ας το μάθει πως άμα ένας άνθρωπος διαβάζει εκκλησιαστή, εννοεί τον Εκκλησιαστή και κανέναν άλλον. Εννοεί το Βιβλικό αριστούργημα που αναφέραμε πριν, το βιβλίο της ματαιότητας με το αλησμόνητο και πασίγνωστο εκείνο τσάκισμα «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Κανέναν εκκλησιαστικό συγγραφέα και πολύ περισσότερο, συγγραφέα εξορκισμών, δεν τον είπεν ο διανοούμενος κόσμος κι η Ιστορία της Φιλολογίας εκκλησιαστή. Όσο τώρα για τα «κοντάκια» και την «Ταλμουδική» σοφία, δεν αξίζει ούτε λέξη να του πω. Γιατί δεν έχω όρεξη ν’ αρχίζω μαζί του από το άλφα. Τον αφίνω και στο αναμεταξύ ας καταγίνει στο Βοτανολογικό του διήγημα, αφού άλλο καταφύγιο δεν του απόμεινε κι ας μένει, αφού το προτιμά, όπως ο ίδιος το λέει και το παραδέχεται «ένας αμόρφωτος κι αγράμματος Καραγάτσης» κλπ.

 

                                    Με πολλή αγάπη

                                    ΚΩΣΤΑΣ ΦΡΙΛΙΓΓΟΣ

 

                        Αθήνα 17-12-39

 

 



Επιστροφή