Κάναν οι μπάτσοι μπλόκο

 

Εκείνο τον καιρό, πεζά και κάπως άδοξα, έκλεισε και ο ντεκές του Νταλαβέρη. Αφορμή ήταν ο τσακωμός του Μπακουρέλια με το Νταλαβέρη. Τα παλιά μίση βγαίνανε στα φόρα. Ο Μπακουρέλιας είχε βάνει σπιουνιές, πως ο ντεκές ήταν γιομάτος λιποτάχτες –πράμα φυσικό για την περίσταση– κι η αστυνομία τ’ αποφάσισε να βάνει χέρι τελειωτικά και να κάνει γε­νικό ξεπάστρεμα. Και μια νύχτα πλάκωσαν αιφνιδια­στικά νωματαρχέοι και χωροφυλάκοι, κι έπιασαν ό­λους όσους βρήκαν μέσα -αλήτες, χασικλήδες, λιποτάχτες- και τους κλείσαν μέσα στα μπουντρούμια. Και τότε βγήκε, μες στη φυλακή, κ' ένα τραγούδι παραπονεμένο -ένα είδος λαϊκού μοιρολογιού- για το τέλος του περίφημου ντεκέ:

 

Κάτω στον Μήτσου το ντεκέ κάναν οι μπάτσοι μπλόκο

και βρήκαν μάτσο τουμπεκί, πέντ'-έξη-οχτώ λουλάδες,

πενηνταδυό διμούτσουνες, και δεκαοχτώ μαρκούτσια·

βρήκαν και ντερβισόπαιδα φουμάραν αργελέδες·

το Μήτσουλα, το Στριμινέα, το Γιάννη τον Τσαρμπάρα,

το Γκελεμέ, το Μεντρεσέ, κι άλλους εφτά νομάτοι ·

ήντουστε κι έξη βλάμηδες και παίζανε μπαρμπούτι.

Βρήκαν το Μίκια το Ντουρντή, τον Κλη τον Νταλαβέρη,

το Βιέκα το μανιταρτζή, το Θια τον Αλεκάκια,

το Μπάμπουρα, το Μπούρμπουλα, και το Μπαλή το Μήτσο·

βρήκανε και το ντερτιλή το Ντάνα, το θερίο,

που 'κανε πέντε στην Παλιά και τρεις στο Παλαμήδι,

κι όντας μιλάει τσακίζεται και λέει «ιφ, τ' αδρεφάκι!...»

βρήκαν και το καλόπαιδο, το Γιαγλαντή το Μάνθο,

μαστουρωμένονε, ναν τους βαράει μπαγλαμαδάκι...

Με ζούλα μάς τη φέρανε, μια Κυριακή, μια μέρα:

σουρτά, κλεφτά, με μπαμπεσά, μας πέσαν από πλάι,

τσίμπησαν πρώτα το Μπαλήν, οπού φυλούσε τσίλιες,

και μπήκαν στο τσαρδάκι μας και μας τα κάναν λίμπα!

πήρανε μάτσο τουμπεκί, πέντ'-έξη-οχτώ λουλάδες,

πενηνταδυό διμούτσουνες και δεκαοχτώ μαρκούτσια·

πήραν και τους ντερβίσηδες και στο πλεχτό τους πάνε·

πήραν το Μίκια το Ντουρντή, τον Κλη τον Νταλαβέρη,

το Μπάμπουρα, το Μπούρμπουλα, και το Μπαλή το Μήτσο·

πήρανε και το ντερτιλή το Ντάνα, το θερίο,

που 'κανε πέντε στην Παλιά και τρεις στο Παλαμήδι,

κι όντας μιλάει τσακίζεται και λέει «ιφ, τ' αδρεφάκι!...».

Πήραν και το Σκουντή το Λια με τα σμιχτά τα φρύδια...

Κι οΛιάκος αναστέναζε κι οΛιάκος βλαστημούσε.

-Λιάκο μ' τι έχεις και θλίβεσαι, τ' έχεις κι αναστενάζεις;

-Δε σκάζω κι αν με πιάσανε και στο πλεχτό με πάνε,

μόνο που με τσιμπήσανε - κι ακόμα είμαι χαρμάνι..

 

                                    * * *

.

Κι η ζωή κυλούσε καθώς πάντα, μεγάλη, φοβερή και φλογερή...

 



Επιστροφή