Νυχτερινό Ι

 

Μονάχη, η φλόγα του κεριού μου,

κι απέναντί μου, στο τραπέζι

θαρρείς το τέλος της προσμένει:

λίγες στιγμές έχει να ζήσει,

και μες τη νύχτα τρεμοπαίζει,

σα μια ψυχούλα φοβισμένη.

 

Απ’ όξω εν’ άγρυπνο φεγγάρι

με κόπο χάνεται στα χάη

μιας ατελεύτητης ερήμου.

Σα να μη θέλει να πεθάνει,

μ’ αναλαμπές ψυχομαχάει

το ετοιμαθάνατο κερί μου...

 

Και το βαρύθυμο φεγγάρι,

που, χρόνια τώρα, έχει σωπάσει,

και το κερί μου που πεθαίνει,

–και, μέσα, η σκοτεινή ψυχή μου ,

χωρίς αιτία, κι οι τρεις, στην πλάση

είμαστε τόσο λυπημένοι....

 

Δημοσιεύτηκε (αλλά σε αρκετά διαφορετική μορφή) στο τεύχος 8 της Ηγησώς (Δεκ. 1907). Είναι το πρωιμότερο από τα ποιήματα που συμπεριέλαβε ο ποιητής στην έκδοση του 1939, αν και ξαναδουλεμένο. Το πήρα από κάποιο ιστολόγιο και έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ζήτρου και διορθώσεις.

 

 

 

Επιστροφή