ΠΕΝΗΝΤΑ ΣΥΝ ΚΑΤΙ

για τον Λαπαθιώτη

 

του Α. Β. Στρατή

 

 

Α

 

Το 1994 συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από τον θάνατο του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο οποίος τη νύχτα της 7ης προς 8ης Ιανουαρίου 3944 αυτοκτόνησε στο σπίτι του, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Κουντουριώτη και Οικονόμου - πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ανακάλυψα αυτό το σπίτι, πριν από μερικά χρόνια, διαβάζοντας ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου, όπου ο συγγραφέας - με το λιτό και υπαινικτικό ύφος του - μας μιλά για τη ζωή και το έργο του «γείτονα» του ποιητή. Θορυβημένος μάλιστα από την ερείπωση του αναφέρει ότι έχει συντάξει και αποστείλει μιαν αναφορά προς το υπουργείο Πολιτισμού πρώτα, και κατόπιν προς τον δήμο Αθη­ναίων, με την οποία ζητά και τη διάσωση του. Προτείνει δε ως καλύτερη λύση αφ' ενός να κηρυχθεί διατηρητέο κτίσμα, αφ' ετέρου να στεγαστεί εκεί το πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο της περιο­χής των Εξαρχείων.

Περνώ κι εγώ συχνά έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη και διαπιστώνω το ρήμαγμα, τη φθορά και την εγκατάλειψή του. Μέσα δεν έχω μπει ποτέ, αλλά φαντάζομαι ότι κι εκεί το μέγεθος της λεηλασίας θα είναι ανυπολόγιστο. Γιατί - εδώ και επτά χρόνια που έχω εγκατασταθεί στην Αθήνα - εξακολουθεί να παραμένει στην ίδια άθλια κατάσταση.

Κάποιος πρόθυμος εργολάβος θα βρεθεί, για ν' αναλάβει την κατεδάφιση και την ανέγερση - στη θέση του – μιας σύγχρονης πολυκατοικίας. Κι αν δεν βρεθεί αυτός, ο άλλος μεγάλος εργολάβος, που ήδη το έχει περιλάβει, θα το περιποιηθεί. Για το πέρασμα του χρόνου μιλώ, αφού η πολιτεία και τα όργανα της συνεχίζουν να αδιαφορούν.

 

Β

 

Για τον αναγνώστη ο οποίος ενδιαφέρεται για τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή - περιληπτικά - θ' αναφέρω τα ακόλουθα:

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 στην Αθήνα. Ήταν το μοναχοπαίδι πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας. Η μητέρα του ήταν ανηψιά του Χαρίλαου Τρικούπη, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε. Οι προγονοί της συμμετείχαν στην έξοδο του Μεσολογγίου κατά τη διάρκεια της ελληνικής επα­νάστασης. Ο πατέρας του - Κυπριακής καταγωγής - ήταν στρατιω­τικός και συγχρόνως μαθηματικός. Μάλιστα, ως οπαδός του Βενιζέ­λου, είχε γίνει και υπουργός σε δύσκολες και ταραγμένες εποχές του πολιτικού βίου μας.

Τα πρώτα του μαθήματα τα διδάσκεται κατ' οίκον. Εκτός από τα ελληνικά, έμαθε γαλλικά και αγγλικά. Αν και ποτέ δεν πήρε μαθήματα ιταλικών, τα μιλούσε αρκετά καλά. Ο Τέλλος Άγρας αναφέρει ότι ο Λαπαθιώτης γνώριζε και τα Αρβανίτικα, για τα οποία σχεδίαζε κι ένα λεξικό. Επίσης πήρε μαθήματα μουσικής με δασκάλα του στο πιάνο την Αθηνά Σερεμέτη. Τέλος, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής, αν και δεν παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφι­κής, είχε «μια φυσική κλίση στο σκιτσάρισμα».

Το 1899 γράφεται στο Εθνικό Λύκειο και το 1905 εισάγεται στη Νομική Σχολή, από την οποία αποφοίτησε το 1909, χωρίς όμως -στη συνέχεια - ν' ασκήσει κάποιο επάγγελμα σχετικό με τις σπουδές του, γιατί μόλις πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να κάνει την πρακτική άσκηση του σε κάποιο δικηγορικό γραφείο κι έπειτα να δώσει νέες εξετάσεις, «τότε παραιτήθηκα ολότελα, και διαβολόστειλα και τα νομικά και το καλό τους»!

Το 1914 υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία. «Τον Ναπολέο­ντα τον βαφτίσαμε Κομήτη του Χάλεϋ, που τόσο μας είχε ανησυχή­σει το 1911. Τόσο σπάνια τον βλέπαμε», παρατηρεί ο Τάσος Ι. Μουμτζής, ο οποίος ήταν ο προπαιδευτής του.

Όταν ήταν μικρός, η οικογένεια του μετακόμιζε συχνά από σπίτι σε σπίτι. Τουλάχιστον δέκα μετακομίσεις, μέχρι το 1902 στο κέντρο της Αθήνας και κυρίως γύρω από την πλατεία της Ομόνοιας, τις οποίες ο ποιητής περιγράφει στην αυτοβιογραφία του. Έπειτα εγκαταστάθηκαν στο προαναφερόμενο ιδιόκτητο σπίτι, με αποτέλεσμα, «απ' τα κεντρικά μας σπίτια να βρεθούμε σε μια ερημιά - γιατί το μέρος ήταν ερημιά, για τη μικρή πρωτεύουσα της εποχής εκείνης».

Παρά το γεγονός αυτό ήταν πιστός και θερμός εραστής της Αθήνας, γιατί ταξίδεψε ελάχιστα. Όλα τα ταξίδια του Λαπαθιώτη -εκτός από ένα - γίνονται μέσα στην επικράτεια, εξαιτίας των μεταθέσεων και μετακινήσεων του πατέρα του. Αρκεί να σκεφτούμε και τον άλλο ποιητή εκείνης της εποχής, τον Κώστα Ουράνη, ο οποίος ταξίδευε συνεχώς στην Ευρώπη. Άλλωστε η αγάπη του για την πρωτεύουσα αποδεικνύεται και από τις νυχτερινές περιπλανή­σεις του ποιητή «στις μικροσυνοικίες - στο Μεταξουργείο, το Θησείο, τη Δεξαμενή και. το Παγκράτι» ή ακόμα και έξω από τα όρια της Αθήνας, όπως στον Πειραιά ή το Μενίδι.

Το 1896 διαμένει για έξι μήνες στο Ναύπλιο μαζί με την οικογένεια του. Το 1897 ταξιδεύει με την μητέρα του στο Αγρίνιο, όπου τους είχε προσκαλέσει ο πατέρας, επειδή «εκεί είχαν συγκε­ντρωθεί τα στρατεύματα μας κατεβαίνοντας από την Ήπειρο», μετά το τέλος του πολέμου. Εκεί έμειναν «όλο το καλοκαίρι και μέρος του φθινοπώρου». Το 1903, εξαιτίας της υποψηφιότητας και εκλο­γής του πατέρα του ως βουλευτή, συμμετέχει στην περιοδεία της οικογένειας του στον Τΰρναβο.

Επειδή ο πατέρας του προσχώρησε στο κίνημα του Βενιζέλου, ταξίδεψε μαζί του το 1916 στη Θεσσαλονίκη. «Πολλοί παλαιοί μου φίλοι, όταν εγύρισα, έπαψαν να με χαιρετούν... τ' ότι προσχώρησα στο κίνημα κείνο ήτανε γι’ αυτούς ατιμία, που δε μπορούσε με κανένα τρόπο να μου συγχωρεθεί». Τις τελευταίες μέρες του ίδιου έτους ακολουθεί πάλι τον πατέρα του -ως ιδιαίτερος γραμματέας- στην Αίγυπτο, όπου και έμειναν τους πρώτους μήνες του 1917. Στην Αλεξάνδρεια γνωρίζεται με τον Καβάφη. Από τότε αρχίζει η φιλία των δύο ποιητών, οι οποίοι και αλληλογραφούσαν - αραιά - μεταξύ τους, μέχρι το θάνατο του τελευταίου το 1933.

Ο Τάκης Παπατζώνης αναφέρει μια θαλάσσια εκδρομή τους, με το πλοίο της γραμμής, στα Μέγαρα, και παρατηρεί, ότι κατά την διάρκεια της βρισκόντουσαν υπό την επίδραση της ανάγνωσης του βιβλίου του Ε.Α. Πόε «Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ». Ο Κλέων Παράσχος, τέλος, είναι εκείνος που κάνει λόγο για «μια τριήμερη   αυτοκινητική   εκδρομή   στην   Πελοπόννησο   (Κόρινθο, Μυκήνες, Άργος, Ναύπλιο, Επίδαυρος) με τον Σικελιανό», του οποίου - άλλωστε - ήταν προσκεκλημένοι. Ο ίδιος επίσης μας αποκαλύπτει ότι το μοναδικό ταξίδι που έκανε συχνά ο Λαπαθιώ-της ήταν εκείνο μεταξύ Αθήνας-Πάτρας, επειδή στην τελευταία πόλη υπήρχαν οικογενειακά κτήματα, και συμπληρώνει ότι «άλλα ταξίδια ή εκδρομές στην Ελλάδα δεν πιστεύω να έκανε».

 

 

Γ

 

Στα γράμματα και στις τέχνες εμφανίζεται για πρώτη φορά με δημοσιεύσεις του στο περιοδικό «Διάπλαση των παίδων» το 1897 -σε ηλικία μόλις εννέα ετών- με το ψευδώνυμο «Αιθήρ». Αργότερα επανεμφανίστηκε στο ίδιο περιοδικό με το ψευδώνυμο «Όψιμος Κρίνος». Επίσημα εμφανίζεται το 1901, όταν ο πατέρας του τυπώνει το έμμετρο θεατρικό έργο του «Νέρων ο Τύραννος».

Φαίνεται ότι, εκτός από το τύπωμα, ο πατέρας του Λαπαθιώτη ανέλαβε και τις διορθώσεις του κειμένου του νεαρότατου και επίδο­ξου συγγραφέα. Ο ίδιος ο ποιητής -αργότερα- στην αυτοβιογραφία του αναφέρει: «Στον Νέρωνα τον Τύραννο υπήρχε κι ένας αναχρο­νισμός, ένας πρώτου μεγέθους μαργαρίτης! Σε κάποιο μέρος η Οκταβία έλεγε στον Οκτάβιο, τη στιγμή που αυτός λιποψυχούσε, απ' το φλογερό τον έρωτά του:

 

«Αλλά, Οκτάβιε, λοιπόν, τι έχεις; Έχεις ρίγη;

Το πρόσωπό σου χλώμιασε! Θέλεις σαμπάνια λίγη;»

 

Πριν όμως τυπωθεί, ο πατέρας μου επενέβη και μου τον διόρθωσε: «Το πρόσωπο σου χλώμιασε! Τί αφορμή σε θίγει;»

Κι έτσι το έργο είδε άμεμπτο το φως, σ' άψογους κι ομαλότατους δεκαπεντασύλλαβους».

Τέλος, το 1905, εμφανίζεται με δύο ποιήματα του, τα «Έκσταση» και «Το παράπονο του τραγουδιστή», στις σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού «Νουμάς». Από τότε αρχίζει να δημοσιεύει συνεχώς το έργο του σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας, της Κύπρου και της Αιγύπτου.

Όταν ήταν ακόμα παιδί, εξέδιδε σε ένα αντίτυπο μιαν εβδομα­διαία καλλιτεχνική εφημερίδα, της οποίας ο τίτλος άλλαζε συχνά: Ωχρόν Λυκόφως, Μελέτη, Πάρθιον Βέλος· γεγονός που επανέλαβε και το 1925 σε συνεργασία με τον Ν. Χάγερ-Μπουφίδη, όταν εξέδω­σαν την εφημερίδα «Καλλιτεχνική και Φιλολογική Ζωή», η οποία κυκλοφόρησε μόλις τρεις φορές, κι έπειτα διέκοψε την έκδοση της.

Ήταν, επίσης, ένας από τους δέκα ιδρυτές και συντάκτες του λογοτεχνικού περιοδικού «Ηγησώ». Στην αυτοβιογραφία του -μάλι­στα- μας παρέχει αρκετές πληροφορίες για τη διαδικασία έκδοσης του περιοδικού και τους συνεργάτες του, παρατηρώντας: «Τώρα που συλλογίζομαι το μηχανισμό εκείνης της εκδόσεως, βλέπω πως το σύστημά της ήταν τέλειο».

Το 1914 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Νουμάς» το περίφημο «Μανιφέστο» του. Το κείμενο αυτό ξεσήκωσε φιλολογικές θύελλες και τάραξε τα λιμνάζοντα νερά στο χώρο της καλλιτεχνικής δημι­ουργίας, αφ' ενός μεν διότι επιτίθεται στους παλιότερους καλλιτέ­χνες και συγγραφείς, αφ' ετέρου δε επειδή προσκαλεί τους νεότε­ρους να συνεργαστούν μαζί του για «το γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν».

Πρέπει να παρατηρήσουμε, όμως, ότι ο Λαπαθιώτης όχι μόνο δεν αποσκοπούσε σε αυτή την επίθεση, αλλά ούτε μπορούσε να προβλέψει τις συνέπειες και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσίευση αυτού του κειμένου. Επιφυλλίδες και άρθρα των παλιό­τερων συγγραφέων που τον κατακεραυνώνουν, συναντήσεις των νεότερων, οι οποίοι είχαν ενθουσιαστεί και στις οποίες δεν πήγε ποτέ ο ίδιος, αν και τον περίμεναν. Στο τέλος ο ποιητής, προκειμέ­νου να εκτονωθεί η κρίση που είχε ξεσπάσει, ομολόγησε ότι αυτό το κείμενο το έγραψε σε μια στιγμή ανίας, επειδή δεν είχε ποιητική έμπνευση.

Μόλις το 1939, μετά από μια τριανταπεντάχρονη συνεχή παρου­σία του στα νεοελληνικά γράμματα κυκλοφορεί σε βιβλίο μια πρώτη επιλογή ποιημάτων του, η οποία περιέχει πενήντα μονάχα τίτλους και όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος «αντιπροσωπεύ­ουν λιγότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής παραγωγής του».

Ως προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ήταν κι αυτός υποστηρι­κτής του Βενιζέλου, με τον οποίον είχε γνωριστεί στη Θεσσαλονίκη το 1916. «Τα ελληνικά γράμματα περιμένουν πολλά από την πένα του κυρίου Λαπαθιωτη. Ξέρω πόσο τα τιμάτε και χαίρω εξαιρετικά που μου δίνεται η ευκαιρία να σας εκφράσω και προσωπικά τη βαθειά και ειλικρινή εκτίμηση μου», φέρεται, να είπε ο Βενιζέλος στον ποιητή, όταν συναντήθηκαν.

Άλλωστε και μερικά σατιρικά στιχουργήματα του Λαπαθιωτη μάς δείχνουν τα σφοδρά αντιβασιλικά του αισθήματα:

«Φίλος καλός - μάλλον κακός, καθό βασιλικός

με ρώτησε αν συμπαθώ τα ζώα· κι εις εκείνου

την πρότασιν απήντησα επιγραμματικώς:

Όλα τα ζώα τ' αγαπώ - εκτός του Κωνσταντίνου».

Αργότερα, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, βοήθησε κι έκρυψε στο σπίτι του «παράνομους» και κυνηγημένους. Σχεδόν όλοι όσοι έγραψαν για τον Λαπαθιώτη, δεν μας αποκαλύπτουν αυτή την πτυχή της ζωής του, ενώ -αντίθετα- είναι πρόθυμοι και ικανοί να μας παρουσιάσουν άλλες -προσωπικές και ιδιαίτερες- στιγμές της. Ίσως και να μην γνώριζαν.

           Πρώτος ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς μας κάνει λόγο γι' αυτό το γεγονός: «Ο Λαπαθιώτης, πριν αυτοκτονήσει, φρόντισε ν' αποκτή­σει σύνδεσμο με τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της περιοχής Εξαρχείων, όπου κατοικούσε, και μια μέρα έμπασε, μυστικά στο σπίτι του, μια ομάδα ανταρτών και τους πρόσφερε για τον αγώνα, τα όπλα του πατέρα του».

.          Ο κριτικός της λογοτεχνίας, επίσης, ο Βάσος Βαρίκας, συμπληρώνει: «Σημειώνω ενδεικτικά τη συμπάθεια, που από τα πρώτα ακόμη χρόνια του Μεσοπολέμου, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητες πληροφορίες, έδειχνε ο Λαπαθιώτης προς το σοσιαλιστικό κίνημα, φτάνοντας ως το σημείο να παρακολουθεί ακόμη και δημόσιες συγκεντρώσεις, και που συνεχίστηκε ως το τέλος της ζωής του, αφού και στην πλήρη κατάρρευση του, κατά την κατοχή, δεν αρνιόταν να φιλοξενήσει στο σπίτι του παράνομους».

            Άλλωστε έχουν δημοσιευτεί και σχετικά κείμενά του, όπως το «Τραγούδι για το ξύπνημα του Προλεταριάτου», καθώς επίσης και μερικοί στοχασμοί του για τον κομμουνισμό, όπως εκείνος της 22ας Απριλίου 1928: «Θέλω τον ερχομό της κομμουνιστικής κοινωνίας με την ελπίδα ότι αυτή μέλλει να κινηθεί πλησιέστερα προς το πνεύμα της στοργής και της δικαιοσύνης».  Όντας όμως ο ποιητής ένας οξυδερκής άνθρωπος, και αντιλαμβανόμενος το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σε μια θεωρία ιδεών και την πρακτική εφαρμογή της, συμπληρώνει: «Από τη στιγμή που θα πειστώ ότι δεν πρόκειται να φέρει παρά μόνο μερικές, πολύ σχετικές τροποποιήσεις των ανθρω­πίνων συνθηκών και σχέσεων, χωρίς άλλα σοβαρά παρακολουθήματα, η υπόθεση αυτή θα πάψει αυτομάτως να μ’ ενδιαφέρει».

Σ’ έναν άλλο στοχασμό του 1931 παρατηρεί: «Κάθε ιδεολογία γενικά -κι η πιο αγνή κι η πιο εκλεπτυσμένη- έχει ένα πολύ λεπτό σημείο, που ξεπερνώντας το λεπτό αυτό σημείο, επιστρέφει στην ηλιθιότητα», δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη βαθύτερη αμφιβο­λία και τις αμφισβητήσεις του προς κάθε είδους πολιτικά συστή­ματα- τα οράματα και τις επαγγελίες τους. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε και την επιστολή του Λαπαθιωτη -με ημερομηνία 1-5-1927- προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, με την οποία, «για να είμαι απολύτως συνεπής προς τις υπαγορεύσεις της συνειδή­σεώς μου» -όπως γράφει ο ποιητής- ζητά «τον διακανονισμό μιας υποθέσεως χαρακτήρος εντελώς προσωπικού - που αφορά τας σχέ­σεις μου με την εκκλησία». Συγκεκριμένα ζήτησε τη διαγραφή του από τις δέλτους της χριστιανικής εκκλησίας. Πρέπει -επιπλέον- να προσθέσουμε ότι αυτή η ενέργεια του δεν είναι αποτέλεσμα της συμπάθειας του προς τον κομμουνισμό, αλλά -μάλλον- μια υπαγό­ρευση των γενικότερων αισθητικών πεποιθήσεων του ποιητή.

 

 

Δ

 

Ακόμα κι όσο ζούσε ο Λαπαθιώτης, αλλά -πολύ περισσότερο-μετά τον θάνατο του, γράφτηκαν πολλά και διάφορα για τον τρόπο ζωής του ποιητή. Μιας ζωής που -σαφώς- κινιόταν έξω από τα κοινά αποδεκτά πλαίσια της εποχής του, γεμάτης ακραίες εμπειρίες, που -αναμφίβολα- τον έφεραν αρκετά κοντά με το κοινωνικό γίγνε­σθαι και τις ποικίλες ζυμώσεις κι εξελίξεις της εποχής του. Αν ο ποιητής ζούσε σήμερα, οι επιλογές του δεν θα προκαλούσαν ιδιαίτε­ρες αντιδράσεις· ίσως και να μας φαίνονταν, «φυσιολογικές», σύμ­φωνες, σχεδόν με τους «ρυθμούς» της δικής μας εποχής.

Μέσα στα πλαίσια, όμως, της εποχής που έζησε -στη μικρή Αθήνα των πρώτων δεκαετιών του αιώνα μας- ο τρόπος ζωής τού ποιητή αποτελούσε μια διαρκή πρόκληση στα μάτια των ανθρώπων. Όμως, όπως έγραφε κι ο ίδιος ο Λαπαθιώτης, το 1908, σ’ ένα κείμε­νό του για τη ζωή και το έργο τού Όσκαρ Ουάιλντ, η κοινωνία μπορεί να ταράσσεται και να εκπλήσσεται, αλλά «η κοινωνία ήτο πάντοτε αρκετά ταπεινή, ώστε να βλέπει όλα τα πράγματα από κάτω...»

Δεν πρόκειται ν’ αναφερθώ στο γεγονός της ομοφυλοφιλίας του ή την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Ήδη το έχουν επιχειρήσει άλλοι, με αποτέλεσμα να γνωρίζουμε σήμερα περισσότερα για τη ζωή, παρά για το έργο του ποιητή. Η ζυγαριά έχασε την ισορροπία της, και το βάρος έπεσε στην ιδιότητα του ως «παραστρατημένου» ανθρώπου, αντί σ’ εκείνην του δημιουργού.

Άλλωστε, αυτές οι καταστάσεις πραγμάτων -το σκάλισμα και ξεψάχνισμα του βίου ενός καλλιτέχνη- ενδιαφέρουν μονάχα όσους αρέσκονται σε σκανδαλολογίες και -κατά συνέπεια- σε ηθικολογίες. Εξάλλου, οι συγκεκριμένες αποκλίσεις και ιδιαιτερότητες του Λαπαθιώτη, αποτελούν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής και σκέψης, τον οποίον ένας άλλος άνθρωπος περισσότερο μπορεί να βιώσει παρά να γράψει -υποθετικά- γι' αυτόν.

Αντίθετα, προτιμώ ν’ αναφερθώ στην αγάπη που έτρεφε για την μητέρα του, με αποτέλεσμα να γράψει μερικά από τα καλύτερα ποιήματα του, εξ αιτίας του θανάτου της, όπως παρατηρεί ο Μιχά­λης Μερακλής. Ο ίδιος θέτει και το ζήτημα αυτής της αγάπης στις πραγματικές του διαστάσεις, όταν γράφει: «Την είπαν παθολογική, την συσχέτισαν με την ομοφυλοφιλία του (...) Η αγάπη του γιου στη μητέρα του, έστω και υπερβολική, δεν είναι ανώμαλη -αυτή τη λέξη τη χρησιμοποιούμε συχνά δίχως σύνεση».

Γιατί να μην αναφερθούμε και στις 154 μουσικές συνθέσεις του Λαπαθιώτη -όσες ακριβώς και τα επίσημα ποιήματα του Καβάφη-όπου «σ' όλες τις συνθέσεις, η ψυχή του ποιητή φανερώνεται ανώτερη και ψηλότερη από τις ψυχές άλλων μουσικών, τέλεια μυημένων στα μυστήρια κάθε τεχνικής επιστημοσύνης, τόσο μάταιης -αλλοίμονο- όταν λείπει το ένστικτο και το πάθος», Ή στην «υπερ­βολική» αγάπη, τρυφερότητα και στοργή που έδειχνε προς τα ζώα -και ιδιαίτερα στις γάτες;

«Ώσπου να ετοιμαστεί, τον περίμενα στο παλιό αρχοντικό σαλόνι του σπιτιού του, όπου μου κρατούσε συντροφιά η μητέρα του, η Μεσολογγίτισα, ενώ στα πόδια μας μπερδευόντουσαν οι πολυάριθμες γάτες του ποιητή. -Εγώ που ονειρευόμουν να πάρω στα γόνατα μου τα παιδάκια του, τώρα νταντεύω τις γάτες του, μου είπε ένα βράδυ αναστενάζοντας η μητέρα του, μαρτυρά, ένας φίλος του».

Εκτός από μερικούς στοχασμούς του με περιεχόμενο την αγάπη του ανθρώπου προς τα ζώα, ο Λαπαθιώτης στην αυτοβιογραφία του μας περιγράφει την πρώτη πραγματική οδύνη που ένιωσε, όταν ήταν παιδί, εξαιτίας του θανάτου ενός μικρού άσπρου γατιού που είχε, ενώ στο ημερολόγιο του σημειώνει ένα περιστατικό με μιαν άρρωστη γάτα που συνάντησε τυχαία μια νύχτα Χριστουγέννων στην οδό Πατησίων.

Γιατί εδώ, βέβαια, σ' αυτές τις «ιδιαιτερότητες» μπορεί να ανιχνεύσει και να εντοπίσει κανείς την ευαισθησία, την καλλιέργεια και την ποιότητα ενός ανθρώπου.

Δεν εργάστηκε ποτέ, αλλά ζούσε από τα αποθέματα της οικογε­νειακής περιουσίας. Όταν άρχισαν να σώνονται κι αυτά, αφού πρώτα -βέβαια- είχαν πεθάνει οι γονείς του, «άρχισε να πουλά τα πρώτα, πιο περιττά πράγματα. Προχώρησε στα κοσμήματα και στα χρυσαφικά. Συνέχισε με τ' αντικείμενα που δεν επρόκειτο να χρησι­μοποιήσει ποτέ: τ! ασημικά και τα παλιά σερβίτσια. Θησαυροί, όλ’ αυτά, για ένα κομμάτι ψωμί. Το κτήμα στην Πάτρα επίσης. Για να καταλήξει στα βιβλία», για το ξεπούλημα των οποίων μας παρέχει πληροφορίες ο Γιώργος Ιωάννου.

Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 και του πατέρα του το 1941, οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, οι σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες που είχε υποστεί, επεξέτειναν την -αυξανόμενη με το πέρασμα του χρόνου- μοναξιά και μελαγχολία του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί -με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια- στην αυτοχειρία, θέτοντας ένα τέλος στη ζωή του, μονάχα με «μια κίνηση περήφανη κι απλή (..) που θα 'χει κάνει ο μυς ενός δαχτύλου σ' ένα μικρό μοχλό μιας μηχανής» όπως ο ίδιος έγραψε σ' ένα πεζό ποίημα του, για τον άλλο αυτόχειρα ποιητή μας.

Η τελευταία και αναπόφευκτη λεπτομέρεια: ο ποιητής «κηδεύ­τηκε με έρανο έπειτ' από τέσσερις ημέρες, κατά την επιθυμία του», φοβούμενος το φαινόμενο της νεκροφάνειας, το οποίο -σε νεαρή ηλικία- είχε συμβεί στη μητέρα του.

 

 

Ε

 

Θα παραπέμψω τον αναγνώστη, που ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες, πρώτ' απ' όλα στην αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη με τίτλο «Η Ζωή μου». Το κείμενο αυτό καλύπτει την χρονική περίοδο από τη γέννηση του ποιητή, μέχρι και τις αρχές του έτους 1917, όταν -πια- συμπλήρωνε τα 29 χρόνια του βίου του. Στο κείμενο αυτό πρέπει να σκύψουμε και να επικεντρώσουμε το ενδια­φέρον και την προσοχή μας, γιατί πολλά από τα κείμενα που γράφτηκαν για τη ζωή και το έργο του, τον παραμορφώνουν, κι αντί να μας διαφωτίζουν, μας παραπλανούν.

Πρέπει -βέβαια- να είμαστε προσεκτικοί, γιατί γράφοντας κάποιος για τη ζωή του, υπάρχει ο κίνδυνος να παρουσιάζει κάποιες στιγμές της ελαφρά τροποποιημένες, και κάτω από το πρίσμα μιας οπτικής προσέγγισης διαφορετικής κι αναθεωρημένης σε σχέση με τα ίδια τα γεγονότα και την εποχή τους. Παρά το γεγονός ότι πολλοί που το επιχείρησαν δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν αυτόν τον σκόπελο, διαπιστώνω ότι δεν συμβαίνει αυτό με τον Λαπαθιώτη. Ανακαλύπτω ότι είναι αρκετά ειλικρινής και ευθύς, χωρίς την ανάγκη να μεταμφιέζει τις περιστάσεις του βίου του.

Ακόμα και για θέματα που δεν μπορεί να θίξει άμεσα, να τα πει «έξω απ’ τα δόντια», όπως η χρήση ναρκωτικών και η ομοφυλοφι­λία του, χωρίς να τα αποκρύβει, τα αφήνει να υπονοηθούν. Σε μια συνέντευξη του 1931, αναφερόμενος στις νυχτερινές περιπλανήσεις του, δηλώνει: «Συχνάζω όπου τύχει. Πότε βρίσκομαι προς τα μέρη της Παλιάς Αγοράς, πότε στον Πειραιά, και πάντα θα βρεθεί και κάποιο καφενεδάκι που να διανυκτερεύει, στο οποίο, όταν κάθο­μαι, μου αρέσει να πίνω κι ένα ναργιλέ».

Στην αυτοβιογραφία του μας μιλά για τις νύχτες που πέρασε στην Αίγυπτο, για τις γνωριμίες του με διάφορους ντόπιους «ιθαγε­νείς» και για την επίσκεψη του «σ' ένα αυθεντικό, αράπικο χασισοποτείο, εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπου και παρακολούθησα, επάνω στα ντιβάνια, το κλασικό κάπνισμα του απαγορευμένου παυσώδυνου, μέσα στην υποβλητικότατη ατμόσφαιρα των τεχνητών γήινων παραδείσων».

Τέλος, εκτός από ένα μέρος των στοχασμών του με θέμα τους την ομοφυλοφιλία, οι οποίοι δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο του, σε μιαν άλλη συνέντευξη του, το 1938, ο Λαπαθιώτης δηλώνει: «Στα παιδικά μου χρόνια είχα κάποιες έντονες συμπάθειες (προς το θήλυ), αλλά στην ακαθόριστη εκείνη ηλικία, τη μεταβατική, συμβαί­νουν τέτοιες προσωρινές διαστροφές».

Ο φιλοπερίεργος αναγνώστης, εφόσον επιμένει, μπορεί ν' αντλήσει πρόσθετες πληροφορίες για τον ποιητή, εκτός από τις δύο προαναφερόμενες συνεντεύξεις του, και από τα διάφορα κείμενα τρίτων, που έχουν δημοσιευτεί σε αφιερώματα λογοτεχνικών περιο­δικών, στον Λαπαθιώτη.

Επίσης, δεν μπορώ να παραλείψω την άψογη και υποδειγμα­τική προσέγγιση που επιχειρεί ο Τάσος Κόρφης στο βιβλίο του: «Ναπολέων Λαπαθιώτης. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του». Φαίνεται πως ο Τ. Κόρφης δεν έχει ξεχάσει το παλιό αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο η ποίηση «μιλά» πρώτα στην καρδιά, πι έπειτα στον εγκέφαλο. Με γνήσια κριτική ματιά, χωρίς φόβο και πάθος, με βαθιά ειλικρίνεια και σθένος, μας παρουσιάζει τον άνθρωπο και το έργο του.

 

 

Ζ

 

Αντίθετα, ως παράδειγμα προς αποφυγήν, θ' αναφερθώ στη θρασύτατη «τυμβωρυχία» που επιχείρησαν μερικοί -συγγραφείς και κριτικοί- σε βάρος του Λαπαθιωτη. Αναφέρομαι -βέβαια- στην εισαγωγή, τον σχολιασμό και γενικά την επιμέλεια του Άρη Δικταίου στη μεταθανάτια έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιωτη το 1964. Ο επιμελητής προχώρησε σε μια μεροληπτική και σκανδαλολογική παρουσίαση του ποιητή, γιατί ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη ζωή, παρά για το έργο του.

Στην κριτική που έγραψε ο Βάσος Βαρίκας με αφορμή την έκδοση αυτού του βιβλίου, αφού διαπιστώνει τη μονομέρεια του επιμελητή, συμπληρώνει: «θα πρόσθετα μάλιστα ότι στις σελίδες αυτές δεν συναντάμε, όσο και αν το επιδιώκει ο συγγραφέας τους, τον αντικειμενικό μελετητή. Υπεισέρχεται κάτι το προσωπικό, ένα πάθος, που φτάνει κάποτε ως την "αντιδικία", το οποίο και ιδιαί­τερα τις χρωματίζει».

Ο ίδιος ο Δικταίος, όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, για παράβαση του νόμου «περί ασέμνων» -το 1965- επειδή στο βιβλίο υπήρχε μια σειρά σχεδίων του Δ. Μεζίκη με γυμνούς νεα­ρούς, αναρωτιέται ρητορικά στο απολογητικό του υπόμνημα, αν η εργασία του δυσφημεί τον άνθρωπο και τον ποιητή και αποφαίνεται ακριβώς το αντίθετο: «Από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα η αγάπη του κρίνοντος προς τον κρινόμενον είναι έκδηλος».

Δεν ξέρω αν η αγάπη αυτή είναι φανερή ή αν υπάρχει κάποιο υπόγειο ρεύμα που την υποσκάπτει και τη διαβρώνει. Αρκεί να θυμηθώ τις σελίδες όπου ο Δικταίος περιγράφει την πρώτη του συνάντηση με τον Λαπαθιώτη, στο εστιατόριο «Ελληνικόν» στην Ομόνοια, παρόντος και του Μήτσου Παπανικολάου, και να τις συγκρίνω με το κείμενο του Σάββα Χαρατσίδη, όπου ο σκηνογρά­φος περιγράφει την πρώτη φορά που είδε τον ποιητή ή εκείνο του Π. Γλέζου. Αρκεί αυτό μονάχα για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Δεν εξετάζω το κείμενο του Αλεξ. Αργυρίου «Ένας Λαπαθιώ­της κοιταγμένος μεροληπτικά, στο όνομα μιας νέας τεχνοτροπίας». Ήδη έχει ασχοληθεί μαζί του -διεξοδικά και με επιτυχία- ο Τ.

Κόρφης στο κείμενο του «Προς κατεδάφισιν κι ο Λαπαθιώτης; Μια συναισθηματική υπεράσπιση».

Μια άλλη παρουσίαση επιχειρεί ο Λεωνίδας Χρηστάκης με το κείμενο του «Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ωραιοποίηση των πάντων κι ας βουρλίζεται η Ιστορία». Αν και κατηγορεί τον Δικταίο ως παθογράφο, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν ακολουθεί αυτή την τακτική, επειδή το απεχθάνεται· όμως, παρά το γεγονός αυτό δεν μας πείθει για τις αγαθότερες προθέσεις του, αφού το κείμενο του μπορεί -επάξια- να λάβει τον χαρακτηρισμό ενός λιβέλλου.

Δανείζεται -μάλιστα- τον υπότιτλο του κειμένου του από την εισαγωγή του Δικταίου, την οποία χαρακτηρίζει ως θαυμάσια εργα­σία! Αν και δηλώνει ότι τον ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος, παρά ο συγγραφέας, συχνά παραβιάζει αυτή την αρχή. Προφανώς αγνοεί ότι ο άνθρωπος και το έργο του είναι ένα αδιαίρετο σύνολο. Πόσο μάλλον στην περίπτωση του Λαπαθιώτη, όπου ζωή και έργο ταυτίζονται με απόλυτη ακρίβεια και συνέπεια, ως γνήσιος γόνος του αισθητισμού που ήταν ο ποιητής.

Επιπλέον προχωρά σε μια σειρά από σημαντικά λάθη και προχειρότητες, τα οποία -ακόμα και με τη συνδρομή της πιο ελαστι­κής επιείκειας- ούτε δικαιολογούνται, ούτε συγχωρούνται. Αυτό δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ελάχιστης σημασίας που απέδωσε στα διάφορα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον Λαπαθιώτη, επειδή ανακαλύπτει ότι η σχετική βιβλιογραφία «στο σύνολο της, είναι μέτρια, ανεδαφική και συμπερασματική». Όλα τα κείμενα που γρά­φτηκαν για τον ποιητή «είναι τόσο αποσπασματικά και καθόλου σφαιρικά, που σου δημιουργούν κενά, παρά σου δίνουν τις αναμε­νόμενες απαντήσεις».

Για να καλύψει, λοιπόν, αυτά τα κενά και να βρει τις «αναμε­νόμενες απαντήσεις», ούτως ώστε να επιτύχει την «αυθεντική», όπως γράφει, σκιαγράφηση του Λαπαθιώτη, τον αντιμετωπίζει «με έναν τρόπο όχι ιστορικό ή γραμματολογικό, αλλά ανθρώπινο και ως ένα σημείο μυθοπλαστικό». Συμφωνούμε ως προς τον ανθρώπινο τρόπο αντιμετώπισης ενός συγγραφέα -πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει διαφορετικά;- αλλά θα διαφωνήσουμε ως προς τη μυθο­πλαστική μέθοδο, η οποία είναι επικίνδυνη, γιατί μπορεί να εκταθεί πέρα από κάθε όριο, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

 

 

Η

 

Ο ίδιος ο Λαπαθιώτης φρόντισε ελάχιστα το έργο του. Το σκόρπισε σε πλήθος περιοδικών, χωρίς να επιμεληθεί την αυτοτελή και πλήρη έκδοση του, εκτός από εκείνη την ισχνή επιλογή ποιημάτων του το 1939, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του να πέσει στα χέρια άλλων, οι οποίοι δεν το μεταχειρίστηκαν -πάντοτε- με τον καλύτερο τρόπο. Πιστεύω ότι αυτή η αμέλεια του ήταν μια από τις συνέπειες των ιδεών του αισθητισμού, τις οποίες είχε ασπαστεί ο ποιητής. Σε μια συνέντευξή του το 1931 δηλώνει: «Είμαι ευτυχισμέ­νος που δεν έχω τυπώσει ακόμα βιβλία. Σκεφθείτε, αν όσα τραγού­δια ή ό,τι άλλο έγραφα από τα είκοσι μου χρόνια, είχε στεγαστεί μέσα σε βιβλίο και ήταν τόσο εύκολο να με διαπομπεύει».

Αργότερα -βέβαια- όταν πια είχε παραιτηθεί από τη ζωή, αυτή η απροθυμία του, ως προς την έκδοση βιβλίων, είχε ως βάση της -όχι πλέον τον αισθητισμό, αλλά την αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Ο Κλέων Παράσχος σε μια συνάντηση του με τον Λαπαθιώτη, μερικά χρόνια πριν αυτοκτονήσει, όταν τον ρώτησε γιατί δεν εκδίδει ένα νέο βιβλίο του: «τότε μ’ έναν τόνο που έσταζε άπειρη αθυμία κι απογοήτευση, αλλά και μια αδιαφορία ανθρώπου που σα να βγήκε από τη ζώνη της ζωής, μου είπε (το νόημα των λόγων του κρατώ): Δε βαριέσαι! Τι σημασία έχουν όλ’ αυτά. Σε βεβαιώ ότι δεν έχω την παραμικρότερη επιθυμία να δω τυπωμένο το έργο μου».

Να ήταν άραγε μονάχα αυτό; Ο αισθητισμός του, δηλαδή, στην αρχή και κατόπιν η αίσθηση της ματαιότητας που τον κατείχε; Ας μην ξεχνάμε ότι και πριν ακόμα κυκλοφορήσει η πρώτη επιλογή ποιημάτων του, είχε αρχίσει ήδη να ανατέλλει η μοντέρνα ποίηση στην Ελλάδα- ο Σεφέρης, ο Εμπειρίκος, ο Ελύτης κι άλλοι ποιητές μιας «νέας» τεχνοτροπίας. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς, αν και είχε ζητήσει την οικονομική ενίσχυση από την «Επιτροπή βοήθειας των πνευματικών αξιών της χώρας» μας, προκειμένου να εκδώσει μια δεύτερη επιλογή ποιημάτων του το 1943, με εβδομήντα τίτλους, την τελευταία στιγμή ματαίωσε την έκδοση της.

Τη μεταθανάτια έκδοση των ποιημάτων του, όσο επίμονα κι αν έψαξα, στάθηκε αδύνατο να την αποκτήσω, γιατί -εδώ και χρόνια-έχει  εξαντληθεί.  Πληροφορήθηκα μάλιστα ότι την ψάχνουν και πολλοί άλλοι, με αποτέλεσμα να συγκαταλέγεται πια στην κατηγο­ρία των σπάνιων βιβλίων. Μονάχα στα ράφια της Εθνικής Βιβλιο­θήκης την ανακάλυψα. Εκεί κατόρθωσα να την ξεφυλλίσω και να κρατήσω μερικές σημειώσεις.

Εκτός από τα ποιήματα, το υπόλοιπο έργο του Λαπαθιώτη είναι πλούσιο σε έκταση και είδη γραφής. Έμμετρα δράματα, θεα­τρικά έργα, σατιρικά στιχουργήματα, αισθητικά και κριτικά δοκί­μια, άρθρα για συγγραφείς, ένα ρομάντσο, ένα ημιτελές μυθιστό­ρημα, πεζά ποιήματα, διηγήματα, στοχασμοί, ημερολόγια, όνειρα και αρκετές μεταφράσεις.

Όμως, εκτός από αυτά, που τουλάχιστον ένα μέρος τους έχει δημοσιευτεί σε περιοδικά, υπάρχει κι ένα πλήθος αδημοσίευτων χειρογράφων, όπως προκύπτει από μιαν επιστολή του Λαπαθιώτη προς τον Πέτρο Χάρη, στις 18 Αυγούστου 1942. Με το γράμμα του αυτό ο ποιητής ζητά από το διευθυντή του περιοδικού «Νέα Εστία», σε συνεργασία με κοινούς φίλους -Άγρα, Παπατζώνη και Παράσχο- να αναλάβει την επιμέλεια και την έκδοση του έργου του -δημοσιευμένου και μη- το οποίο ο Λαπαθιώτης είχε συγκεντρώσει  «σε συρτάρια και σ’ ένα μπαουλάκι».

Ο Π. Χάρης -ευγενικά κι ανθρώπινα- αρνήθηκε να αναλάβει αυτή την ευθύνη, γιατί -όπως ισχυρίζεται- «όποιος βρεθεί κοντά σε κουρασμένους από τη ζωή ανθρώπους», δεν θα συμφωνούσε, ούτε θα έδειχνε πρόθυμη ανταπόκριση στην πρόταση του Λαπαθιώτη, γιατί αυτό το γεγονός «θα έκανε πιο γρήγορη την πορεία του ποιητή στο θάνατο».

Αναμφίβολα ο Π. Χάρης έχει δίκιο, αλλά σκέφτομαι ότι αυτή η τακτική αντιμετώπισης δεν έχει πάντα τα αναμενόμενα αποτελέ­σματα. Συλλογίζομαι ότι για να φτάσει ένας ποιητής να προσφέρει σε κάποιον άλλο το έργο του, προκειμένου να φροντίσει εκείνος για την έκδοσή του, σημαίνει ότι ο ποιητής, ο άνθρωπος πια, έχει παραιτηθεί και είναι αποφασισμένος να πεθάνει. Πλέον δεν μπο­ρούμε να κάνουμε τίποτα. Αφού ο κύβος έχει ήδη ριχτεί, όλα πια είναι ζήτημα χρόνου και όχι αποτελέσματος.

Γιατί μου φαίνεται ότι αυτή η άρνηση είχε σαν άμεσο αποτέλε­σμα, το έργο του Λαπαθιώτη να είναι άγνωστο πού βρίσκεται σήμερα. Μήπως (όπως προφητικά;) σημείωνε ο ίδιος ο ποιητής στην προαναφερόμενη επιστολή του, τα χειρόγραφα αυτά κατέληξαν «σε μπακάλικα και σε μανάβικα, σαν απλό χαρτί περιτυλίγματος;»

Βέβαια ως προς τα δημοσιευμένα κείμενά του, μπορούμε, μετά από έρευνα να τα συγκεντρώσουμε και να προχωρήσουμε στην έκδοσή τους. Ως προς τα αδημοσίευτα όμως; Μου έρχεται στο μυαλό ένας στίχος του Καβάφη «θα βρίσκονται τα καημένα που­θενά»; Ποιος ξέρει! Γιατί υπάρχουν μαρτυρίες ότι αρκετά χειρό­γραφα του Λαπαθιώτη έχουν περιπέσει στα χέρια διάφορων φίλων και γνωστών του, οι οποίοι τα παρακρατούν χωρίς να τα δημοσιεύ­ουν. Κι άραγε είναι μόνον αυτά ή υπάρχουν κι άλλα, τα οποία είναι άγνωστο αν και πότε θα δουν το φως της δημοσιότητας;

Αναρωτιέμαι κι εγώ, όπως ο Β. Βαρίκας, «αν η προσφορά και άλλων άγνωστων στοιχείων δε θα τροποποιούσε, λίγο ή πολύ την εικόνα του ανθρώπου», όχι μονάχα στη ζωή του, αλλά -κυρίως- στο έργο του. Ακόμα και η έκδοση των ποιημάτων του 1964 «καλύπτει ένα μέρος μόνο του ποιητικού έργου του Λαπαθιώτη. Ο Δικταίος δημοσίευσε μόνον ό,τι είχε μπροστά του και δεν πραγματοποίησε καν την παραμικρή έρευνα» παρατηρεί ο Γιάννης Παπακώστας -επιμελητής της έκδοσης της αυτοβιογραφίας του Λαπαθιώτη.

Άλλωστε κι ο ίδιος ο Δικταίος το ομολογεί. Αφενός μεν άμεσα όταν δηλώνει ότι θυμάται κι άλλα ποιήματα του Λαπαθιώτη, τα οποία, όμως, δεν έψαξε να τα ανακαλύψει· αφετέρου έμμεσα όταν κατατάσσοντας χρονολογικά τα ποιήματα- διαπιστώνει ένα κενό εννέα χρόνων ανάμεσα στο 1913 και το 1922. Είναι δυνατόν ο Λαπαθιώτης, που δεν ήταν από τους ολιγογράφους συγγραφείς μας, να μην έγραψε τίποτα κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστή­ματος;

Επιπλέον ο Δημ. Δασκαλόπουλος, εκτός από μια νέα έκδοση των ποιημάτων, «καμωμένη με πραγματική φιλολογική φροντίδα», προτείνει να συγκεντρωθούν και να εκδοθούν τα πεζά και τα κριτικά σημειώματα του Λαπαθιώτη, «που δεν είναι καθόλου ευκα­ταφρόνητα».

Μήπως φέτος που συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή, θα πρέπει -με υπευθυνότητα και σεβασμό- να ενδιαφερθούμε για την έκδοση του έργου του; Τουλάχιστον ως ένδειξη ενός ελάχιστου φόρου τιμής προς ένα συγγραφέα, που έζησε και έγραψε κατά τη διάρκεια μιας εποχής σημαντικής και κρίσιμης για τη λογοτεχνική μας εξέλιξη.

 

 

Επιστροφή