ΔΥΟ-ΤΡΕΙΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

(Λαπαθιώτης - Καβάφης)

 

Ν

 

Η πρώτη γνωριμία των δύο ποιητών έγινε το 1917, όταν ο Λαπαθιώτης βρισκόταν στην Αίγυπτο. Κάποιος φίλος από την Αλεξάνδρεια -μάλλον ο Γιάγκος Πιερίδης- του πρότεινε να συνα­ντηθούν με τον Καβάφη. Όπως ομολογεί ο Λαπαθιώτης, μέχρι εκείνη τη στιγμή «ελάχιστα τον είχα παρακολουθήσει και δεν τον είχα εκτιμήσει όσο του άξιζε».

Η επίσκεψη στο σπίτι του Καβάφη έγινε «ένα απόγεμα προς το βράδυ», όπου «ο ιδιόρρυθμος σε όλα του ποιητής, προειδοποιημέ­νος για το γεγονός της επισκέψεώς μας είχε αναμμένες -προς τιμήν μου- της σπάνιας τέχνης κρεμαστές δαμασκηνές του λάμπες και μας περίμενε». Η ιδιαίτερη προφορά του Καβάφη -«ιδιάζουσα» όπως τη χαρακτηρίζει ο Λαπαθιώτης- «ξενική και ραφιναρισμένη με τις ειρωνικές και ιδιότυπα φινετσάτες μεταπτώσεις κι αποχρώσεις, μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση, λεπτότατου κι ευχάριστου causeur».

Αν και ο Λαπαθιώτης υποσχέθηκε να επισκεφθεί ξανά τον ποιητή, δεν κράτησε την υπόσχεσή του. Συναντήθηκαν -τυχαία- μιαν ακόμα φορά στο δρόμο, κι αφού κάθησαν σ’ ένα ζαχαροπλα­στείο, πήγαν πάλι στο σπίτι του Καβάφη, όπου «τη φορά αυτή μιλήσαμε πιο άνετα, πιο φιλικά κι εγκάρδια και οικεία από την προηγούμενη». Υπόσχεται ξανά ότι, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, θα περάσει για ν' αποχαιρετήσει τον ποιητή, αλλά -για δεύτερη φορά- αθετεί την υπόσχεση του.

Από τότε ο Καβάφης αρχίζει να στέλνει στον Λαπαθιώτη τα ποιητικά του φυλλάδια. Όταν μάλιστα το 1932 έρχεται άρρωστος στην Αθήνα, ο Λαπαθιώτης τον επισκέπτεται μαζί με τον Μάριο Βαϊάνο, ο οποίος στις ανέκδοτες «Αναμνήσεις» του διασώζει το διάλογο των δύο ποιητών· όταν ο Καβάφης ρώτησε τον Λαπαθιώτη, αν πιστεύει στο Θεό, ο τελευταίος έδωσε μια γενική και αόριστη απάντηση, η οποία δεν ενθουσίασε καθόλου τον άρρωστο ποιητή. Άλλωστε σ' ένα ποίημα του, γραμμένο το φθινόπωρο του 1936, ομολογεί:

 

             «Κι όταν θα 'ρθει η στιγμή και πάλι

να κατεβώ προς το βυθό,

χωρίς την πίστη που έχουν άλλοι,

μα και χωρίς να φοβηθώ...»

 

Αν και ο Καβάφης σε μια συζήτηση του με τον Γιώργο Θεοτοκά συμπεριλάμβανε και τον Λαπαθιώτη σ' εκείνη την ομάδα των ποιητών, για τους οποίους είπε: «Είναι Ρομαντικοί. Ρομαντικοί. Ρομαντικοί», εννοώντας -προφανώς- ότι είναι υπερβολικά αισθη­ματικοί στα ποιήματα τους, ο Λαπαθιώτης σε μια συνέντευξη του, που δημοσιεύτηκε το 1929 - μιλώντας για τον Καβάφη και το έργο του, δηλώνει:

«Ο Καβάφης, όπως εγώ τον κρίνω, από απόψεως ωριμότητας ψυχής, από απόψεως αποπνευματώσεως, αποκρυσταλλωμένης συνειδήσεως, κατέχει αναντιρρήτως πρώτην θέσιν (...) Το έργο του Καβάφη, έργο δοσμένο με το σταγονόμετρο, δεμένο κι αυστηρά συντονισμένο, ένα είδος πεμπτουσίας της ποιήσεως, που έχει ακεραίαν τη σφραγίδα της προσωπικής αυθεντικότητας, ενός εκλεπτυ­σμένου στοχασμού, ανοίγει τους ορίζοντες της παγκοσμίου τέχνης, απ' την οποίαν είχαμε αποξενωθεί, χάρις στα νόθα κατασκευά­σματα, με τα οποία μας είχαν συνηθίσει».

Τέλος, μετά τη φιλολογική διαμάχη ανάμεσα στον Παλαμά και τον Καβάφη, ο Λαπαθιώτης συμμετέχει, στην ομάδα των «Φίλων του Καβάφη» το 1924, υπογράφει διαμαρτυρία διανοουμένων υπέρ του Αλεξανδρινού ποιητή, και τον υποστηρίζει με άρθρα του στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής. Πρωτοστάτησε μάλιστα στην έκδοση του αφιερώματος του περιοδικού «Νέα Τέχνη», στον Καβάφη.

Επίσης, δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρουμε ότι ανάμεσα στα έντεκα ποιήματα του Λαπαθιώτη, που αποτελούν μιμήσεις ύφους άλλων ποιητών, και τα οποία δημοσιεύτηκαν το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική Ζωή», υπάρχει κι ένα γραμμένο à la manière de Καβάφης. Είναι μάλιστα το πρώτο από τη σειρά αυτών των ποιημάτων και δημοσιεύεται στο τεύχος 32 του περιοδικού, στις 25 Σεπτεμβρίου 1938, με τίτλο «Εις Τύριον Ζωγράφον»:

 

«Τΰριε ζωγράφε, αβρέ και περισπούδαστε,

την βαθυτάτην τέχνη σου εκτιμώ.

Έχεις μοιράσει τα ηδυπαθή σου χρώματα,

επάνω στον λεπτόν αυτόν σου πίνακα,

μ' ακρίβειαν και μ' ευσυνειδησίαν,

που τέρπει και την σκέψιν και την όρασιν.

Όμως εκείνα τ' άρρητα, τ' ανέκαθεν,

εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,

που για να τα εκφράσει ο νους αγωνιά,

να δυνηθής να εκφράσης, μην το στοχασθής.

 

 

Ξ

 

Η ομοφυλοφιλία των δύο ποιητών δεν αποτελεί το μοναδικό σημείο, στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί κάποιος, προκειμένου να διαπιστώσει σε πόσο βαθμό συγκλίνει ή αποκλίνει το ποιητικό έργο τους. Ο Μιχ. Μερακλής δηλώνει ότι αποδίδει μικρή σημασία στα ερωτικά ποιήματα χου Λαπαθιώτη, γιατί βρίσκει ότι «δεν έχουν τόσο υπαρξιακή αυθεντικότητα» σε σχέση με τα αντίστοιχα ποιή­ματα του Καβάφη. Προτείνει μάλιστα να τα εξετάσουμε ως προϊό­ντα Καβαφικής μίμησης.

Έχω την πεποίθηση ότι δεν συμβαίνει αυτό με τα ερωτικά ποιήματα του Λαπαθιώτη, γιατί η τέχνη καθενός ποιητή κινείται σε διαφορετικούς χώρους και επίπεδα. Επιπλέον πιστεύω ότι οι δύο ποιητές αποτελούν διαφορετικές περιπτώσεις ομοφυλόφιλου ανθρώπου και καλλιτέχνη.

Εξάλλου ένα ικανό μέρος της ερωτικής ποίησης του Λαπαθιώτη είναι γραμμένο και δημοσιευμένο πριν από το 1917, δηλαδή πριν αρχίσει να λαμβάνει ο ίδιος τα ποιητικά φυλλάδια του Καβάφη. Αλλά και όσα από τα ερωτικά ποιήματα του γράφτηκαν αργότερα, αφ' ενός δεν διαφέρουν, ως προς το ύφος και το περιεχόμενο τους, από τα προηγούμενα, αφ' ετέρου δεν μοιάζουν με τα αντίστοιχα ποιήματα του Καβάφη, γιατί ο πυρήνας του θέματος του έρωτα έχει ήδη σχηματιστεί από νωρίς στην ποίηση του Λαπαθιώτη.

Αρκετά από τα ερωτικά του ποιήματα μπορούν να συγκινήσουν τον αναγνώστη, ανεξάρτητα από τη μορφή του έρωτα που περιγρά­φουν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία συγκινούν γυναίκες και άνδρες, ανεξάρτητα από τις ερωτικές προτιμήσεις τους. Ο Μιχ. Μερακλής –ωστόσο- είναι εκείνος που προχωρά σε μιαν καίρια και εύστοχη παρατήρηση. Ξεχωρίζοντας από το σώμα της ερωτικής ποίησης του Λαπαθιώτη εκείνα τα ποιήματα «που μιλάνε για τα φιλιά που έδινε κι έπαιρνε» ο ποιητής, επισημαίνει: «Στον Καβάφη (τα φιλιά) είναι μονοσήμαντα ηδονικά, επιδερμικά. Καλά-καλά ο Καβάφης δεν μιλάει για τα φιλιά, μιλάει για τα χείλη, για το μέλος και το μέρος της σάρκας που λαχταρίζει. Ο Λαπαθιώτης βγαίνει ολόκληρος, άλλη μια φορά, από τα φιλήματα του».

Σε αυτή τη μερική περίπτωση της ερωτικής ποίησης του Λαπα­θιώτη συμπεριλαμβάνονται ποιήματα όπως: Γλυκιά αγάπη, Alla C.Bot, Κι έπινα μες από τα χείλη σου, Langueur damour:

 

Αχ να φιλούσα τα δυο χείλη σου,

τα πορφυρά σου χείλη τόσο,

τόσο τρελλά και τόσο αχόρταγα

που απ’ τα φιλιά να τα ματώσω.

……….

Και να μου λες: «Μη τα χειλάκια μου!

Μην τα ματώνεις, τι σου φταίνε;

Αχ, μου πόνεσαν τα χειλάκια μου!

Σώνει γλυκέ μου αγαπημένε»!

 

Παρατηρούμε ότι αυτά τα ποιήματα συγκρινόμενα με τα αισθη­σιακού περιεχομένου ποιήματα του Καβάφη, πάσχουν από τόσον πολύ αισθησιασμό και υπερβολικό αισθηματικό φορτίο, ώστε σήμερα να μας φαίνονται γλυκερά και ανούσια.

«Γλυκάθηκα, γλυκάθηκα από τ' άλικο σου στόμα

και δε χορταίνω τα φιλιά κι όλο γυρεύω ακόμα.

Και συ θυμώνεις και μου λες: «τι θέλεις πια από μένα,

όλο φιλούν τα χείλη κι όλο είναι διψασμένα!».

Και μ' αποπαίρνεις άπονα, και σκύβω το κεφάλι

ώσπου να φύγουνε οι θυμοί, να φιληθούμε πάλι»,

(Γλυκιά αγάπη)

Αντίθετα ο Καβάφης χειρίζεται το θέμα του αισθησιασμού με ακρίβεια, οικονομία και λεπτότητα. Παραπέμπω τον αναγνώστη στα ποιήματα του: Στον καφενείου την είσοδο, Μια νύχτα, Μακρυά, καθώς επίσης και στο, Να μείνει:

 

«Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν - πολλά δεν ήσαν

γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυση ανάμεσα

στα μισοανοιγμένα ενδύματα·

γρήγορο σάρκας γύμνωμα...».

 

Σε αυτά ακριβώς τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, σ' εκείνα που μιλάνε για τα φιλιά, εντοπίζουμε την έλλειψη υπαρξιακής αυθεντι­κότητας, για την οποία κάνει λόγο ο Μιχ. Μερακλής. Ο Βάσος Βαρίκας άλλωστε είναι εκείνος που χαρακτηρίζει ως μύθο τον αισθησιασμό στην ποίηση του Λαπαθιώτη, γιατί -αν και υπάρχει-«εξαντλείται στη γραφικότητα. Μοιάζει περισσότερο με παιγνίδι», επειδή «από τα αισθησιακά ποιήματα του Λαπαθιώτη (...) απουσιά­ζει το πάθος».

 

 

Ο

 

Με αφορμή το προαναφερόμενο ποίημα του Καβάφη, το, «Να μείνει», όπου περιγράφεται η συνάντηση δύο ανδρών σ' ένα καπη­λειό, και οι αισθησιακές στιγμές που απολαμβάνουν, καθώς επίσης και τα: «Η προθήκη του καπνοπωλείου» και «Ρωτούσε για την ποιότητα», δεν κρίνεται άσκοπο να συγκριθούν αυτά με εκείνα τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, που έχουν ως θέμα τους το γεγονός της τυχαίας συνάντησης και της απόλαυσης του έρωτα, μεταξύ δύο ανθρώπων του ίδιου φύλου. Αναφέρω τα ποιήματα του Λαπαθι­ώτη: «Επεισόδιο», το δεύτερο μέρος του «Μια νύχτα με φεγγάρι», καθώς επίσης και το ποίημα του «Μάτια»:

 

«Μάτια συναντημένα μες στο τρίστρατο,

για ποιο σκοπό;

που μια στιγμούλα δίνονται και χάνονται

και τ' αγαπώ...»

 

Παρατηρώ ότι το σκηνικό των ποιημάτων του Λαπαθιώτη είναι πολύ φτωχό και περιορισμένο, σε σύγκριση με το αντίστοιχο σκη­νικό των ποιημάτων του Καβάφη, ο οποίος επικεντρώνεται -περισ­σότερο- στον κοινωνικό περίγυρο και τις αντιδράσεις του, ενώ ο Λαπαθιώτης εστιάζει την προσοχή του στο γεγονός της τυχαίας συνάντησης και στο συγκεκριμένο πρόσωπο χωρίς να προχωρά σε ιδιαίτερες νύξεις ως προς το κοινωνικό περιβάλλον και την ατμό­σφαιρα που επικρατεί.

Αν και οι συναντήσεις αυτές γίνονται σε ανοιχτούς χώρους -στους δρόμους, στα πάρκα και στην αγορά- ο Λαπαθιώτης δεν θίγει το θέμα της αγωνίας και της βιαστικής συνεύρεσης των ερα­στών, όπως το κάνει ο Καβάφης στα ποιήματα του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνους τους περίφημους στίχους του τελευταίου:

 

«Γρήγορα και κρυφά, για να μη νιώσει

ο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν»;

(Ρωτούσε για την ποιότητα)

 

Το μοναδικό ποίημα του Λαπαθιώτη, από όσα έχω διαβάσει, που αναφέρεται στον κοινωνικό περίγυρο -και μάλιστα σε τέσσερα σημεία του- είναι το Ερωτική νύχτα:

 

«Κλείσε το παράθυρο να μη βλέπουν οι γειτόνοι

και την πόρτα σφάλησε και σβήσε το κερί.

Η αγκαλιά μου πύρωσε σαν τη φωτιά και λιώνει

για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο σε καρτερεί.

……………………………

Κι όταν σε ρωτήσουνε τη χαραυγή οι γειτόνοι

για ποιο λόγο σφάλησες - αχ, πες τους, να χαρείς,

πες τους πως στην κάμαρα, φοβάσαι, σαν νυχτώνει

κι έπεσες και πλάγιασες νωρίς - τ' ακούς; Νωρίς!»

 

Στις τέσσερις από τις πέντε στροφές του γίνεται λόγος για τους γειτόνους, τις «ματιές του κόσμου», γι’ «άλλες ψυχές στο δρόμο», και τον τρόμο του εραστή που κοιτά με φοβισμένο βλέμμα. Αλλά ακόμα κι εδώ απουσιάζει η ένταση που υπάρχει στα ανάλογα ποιήματα του Καβάφη. Ίσως γιατί αυτή η ερωτική νύχτα διαδραμα­τίζεται σε κλειστό -και όχι ανοιχτό- χώρο, μακριά από τα ξένα κι επίφοβα μάτια τρίτων.

Επίσης στην ερωτική ποίηση του Καβάφη, εκτός από τη βια­στική εκπλήρωση της σαρκικής επιθυμίας, εξαιτίας της αντιξοότη­τας των συνθηκών, και παρά το γεγονός ότι απουσιάζει η αίσθηση της αμαρτίας, ιδιαίτερο ρόλο και βάρος αποκτά -όχι μόνο η αγωνία των εραστών- αλλά κυρίως το αίσθημα της ενοχής που νιώθουν να τους τυραννά. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα του Καβάφη: «Ομνύει», «Εν τη Οδώ», «Εν Απογνώσει», και -τέλος- «Η αρχή των»:

 

«Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής

έγινεν. Απ' το στρώμα σηκωθήκαν,

και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.

Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ' το σπίτι· και καθώς

βαδίζουνε κάπως ανήσυχο στο δρόμο, μοιάζει

σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει

σε τι είδους κλίνη έπεσαν προ ολίγου».

 

Η ηδονή που απολαμβάνουν οι εραστές είναι: νοσηρή, άνομη, στιγματισμένη. Πολλές φορές το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να τελειώνει μια σχέση:

 

«Τον έχασ' εντελώς, σαν να μην υπήρχε καν.

Γιατί ήθελε -είπ' εκείνος- ήθελε να σωθεί

απ' την στιγματισμένη, την νοσηρή ηδονή·

απ' την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή».

(Εν απογνώσει)

 

Αντίθετα στα ερωτικά ποιήματα του Λαπαθιώτη, όχι μόνο απουσιάζει το αίσθημα της ενοχής και το φορτισμένο κλίμα που δημιουργείται με την συνδρομή της, αλλά το επίθετο «άνομος» το συναντώ μονάχα στο ποίημα του: Κι έπινα μές από τα χείλη σου. Αλλά κι εδώ πάλι, δεν έχει το βάρος που αποκτά η λέξη, όταν τη χρησιμοποιεί ο Καβάφης:

 

«Έτσι αγάπη μου σε χόρτασα

κι έτσι τη γλυκάδα σου ήπια,

μέσα στ' άνομα αγκαλιάσματα,

στ' άνομα τα καρδιοχτύπια».

 

Ας μην ξεχνάμε και τις «Ετυμολογίες», μια σειρά ολιγόστιχων σατυρικών στιχουργημάτων του Λαπαθιώτη –poesie impure, όπως την χαρακτηρίζει - όπου μ' ένα ιδιαίτερο παιγνιώδη και πρωτότυπο τρόπο επιχειρεί να ετυμολογήσει {ή ετοιμολογήσει - όπως γράφει) μερικές λέξεις που  αναφέρονται  στα γεννητικά όργανα και τις ερωτικές προτιμήσεις του, και που φανερώνουν ότι ο άνθρωπος Λαπαθιώτης δεν ένιωθε ενοχές για τις ερωτικές επιλογές του, όπως ο Καβάφης.

«Αν ποτέ μου δοθεί η ευκαιρία», παρατηρεί ο ποιητής, «να γράψω την αυτοβιογραφία μου, εκείνο που πρέπει να τονίσω πρώτο - πρώτο, είναι το εξής: ότι ποτέ, σε καμιά στιγμή της ζωής μου, δεν θεώρησα ελάττωμα την υλική αποστροφή μου στη γυναίκα, και την έλξη μου από το ίδιο μου το φύλο. Αλλ’ απεναντίας, αυτήν την ιδιότητα μου τη θεώρησα, πάντα, όχι σαν αδυναμία, αλλά σαν μια ωραία και καινούργια δύναμη, μια προηγμένη κι ανώτερη τάση, για την οποία ήμουν πάντα υπερήφανος! Κι οι άλλοι ας νομίζουν ότι θέλουν».

 

Π

 

Ωστόσο το αίσθημα της ενοχής στην ερωτική ποίηση του Καβάφη αναπτύσσεται πάντοτε εκ των υστέρων, μετά την ολοκλή­ρωση της ερωτικής πράξης. Διότι, πριν απ' αυτήν, οι νεαροί της ποίησης του δεν βασανίζονται ιδιαίτερα ως προς το ξεγύμνωμά τους, το οποίο - άλλωστε - κάνουν πολύ εύκολα και γρήγορα. Αν μάλιστα επιθυμούν «καμιά κραβάτα ακριβή» ή «κανένα ωραίο που­κάμισο μαβί», όπως ο νεαρός στο «Μέρες 1909, ’10 και ’11», δεν διστάζουν καθόλου να «πουλήσουν» - ή καλύτερα να «νοικιάσουν» το σώμα τους, «για ένα τάλληρο ή δύο», προκειμένου ν' αποκτήσουν αυτά τα αγαθά.

Σπάνια ο Καβάφης κάνει λόγο για ερωτικές σχέσεις. Ακόμα κι όταν μας μιλά γι' αυτές, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι μακροχρό­νιες, αλλά σύντομες· το πολύ να κρατήσουν ένα μήνα. Αντίθετα αυτό που διαρκεί είναι το απρόσωπο και ανώνυμο ποθούμενο ερωτικό σώμα, το οποίο αποκτά μιαν εμπράγματη, υψηλή αξία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, αλλά ακόμα κι όταν, μετά από χρόνια, ανακαλείται στη μνήμη.

Στην ερωτική ποίηση του Καβάφη η αναζήτηση της αγάπης αποτελεί πολυτέλεια, για να μην πούμε χάσιμο χρόνου. Αυτό -αντίθετα - που ξοδεύεται ασύστολα είναι το σώμα, το οποίο βασα­νίζεται συνεχώς από επιθυμίες, οι οποίες όσο συχνά κι αν ικανοποιούνται, δεν φτάνουν μέχρι το σημείο του κορεσμού. Αυτό που χαρακτηρίζει τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη είναι μια τυραν­νική και αδυσώπητη επιθυμία για την ερωτική πράξη, η οποία -εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνία - γίνεται σε ύποπτους κι ευτελείς χώρους, σε άθλια δωμάτια και ταπεινά κρεββάτια:

 

«Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,

κρυμμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.

Απ' το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,

το ακάθαρτο και το στενό.

…………………………….

Κι εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι,

είχα το σώμα του έρωτος...»

(Μια νύχτα)

 

Αντίθετα, στην ερωτική ποίηση του Λαπαθιώτη παρατηρούμε ότι απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία. Υπό την επίδραση του αισθητισμού και της ωραιοποίησης, όλα είναι εξευγενισμένα και λέγονται «με το γάντι». Ακόμα και στα ποιήματα του: «Κι έπινα μες από τα χείλη σου» και «Ερωτική νύχτα», το θέμα της ερωτικής πράξης περιορίζεται μονάχα στην αναφορά των αγκαλιασμάτων και φιλιών που ανταλλάσσουν οι εραστές μεταξύ τους. Μονάχα ένας στίχος του Λαπαθιώτη - τουλάχιστον από το σύνολο των δημοσιευμένων ποιη­μάτων του - χαρακτηρίζεται από τολμηρότητα:

 

«Έλα... πέσε πάνω μου και μην κοιτάς με τρόμο» (Ερωτική νύχτα)

 

Άλλωστε η ερωτική πράξη στην ποίησή του διαδραματίζεται μέσα στο σπίτι, στην κάμαρα, όπως προαναφέραμε, όπου:

 

«Κ' οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι,

κι ήταν άσπρο το κρεββάτι...»

(Κι έπινα μες από τα χείλη σου)

 

Στην ποίηση του Καβάφη η ερωτική πράξη είναι ένα «έγκλημα» στιγμιαίο, και όχι διαρκείας. Οι εραστές, αφού ολοκληρώσουν σύντομα την πράξη, και εισπράξουν την ηδονή, ντύνονται –χωρίς να μιλούν- και αποχωρίζονται. Εδώ δεν υπάρχουν ερωτικές νύχτες, αλλά ερωτικές στιγμές. Ο Λαπαθιώτης, όμως, επιθυμεί ολόκληρες ερωτικές νύχτες, οι οποίες - αν ήταν δυνατόν - να εκτείνονται ως την αιωνιότητα:

 

«Έλα... ως τα μεσάνυχτα θα σε φιλώ στο στόμα,

έλα, κι είναι οι πόθοι μου τρελλοί. τόσο τρελλοί,

που το γλυκοχάραγμα θε να μας εύρη ακόμα

στο πρώτο μας αγκάλιασμα, στο πρώτο μας φιλί».

(Ερωτική νύχτα)

 

Ο Λαπαθιώτης, επίσης, είναι εκείνος που κάνει λόγο για αγάπη στην ερωτική ποίηση του. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι ο Καβάφης δεν χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη. Κάνει χρήση του αντίστοι­χου ρήματος - συνήθως στον αόριστο ή τον υπερσυντέλικο χρόνο, αλλά και πάλι με την έννοια του ρήματος «πλαγιάσαμε» μαζί ερωτικά. Ο Λαπαθιώτης μπορεί να φτάσει στο σημείο να γράψει:

 

«Ήμουν μες στην αγάπη σου τόσον καιρό κλεισμένος,

μ' αυτό δεν θέλω και να πω πως μου ήταν φυλακή·

μα τι τα θες, απόκαμα, καλά ήταν ως εκεί

-θέλω να φύγω τώρ' αλλού, γιατί είμαι κουρασμένος»

(Απαυδημός)

 

αλλά θα δηλώσει σε χρόνο ενεστώτα:

 

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,

δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί,

μα ’ναι το πιο καλό παιδί που μες στην πλάση τούτη

μπορεί ν' απαντηθεί!»

 

(Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ)

 

Η αγάπη για τον Λαπαθιώτη, ήταν μια απαραίτητη κι ανα­γκαία κατάσταση πραγμάτων, μια παραδείσια ευδαιμονία. «Το ολοκλήρωμα του όντος», όπως σημειώνει. Άλλωστε ο Άρης Δικταίος είναι εκείνος που μας πληροφορεί ότι ανακάλυψε στα χαρτιά του ποιητή, μερικές σημειώσεις, που μαρτυρούν μια μακροχρόνια σχέση του. Ο ίδιος μάλιστα ανακάλυψε και μιαν ακροστιχίδα σ' ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, στην οποία ο ποιητής διέσωσε (ή μήπως διαιώνισε;) το όνομα του αγαπημένου του.

Διαβάζοντας ξανά το ποίημα του Λαπαθιώτη «Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ», διαπιστώνω μιαν εμμονή στο θέμα της ενδυμα­σίας. Η επιμονή του Καβάφη πάνω στο ίδιο θέμα είναι αδιαμφισβήτητη. Ήδη την έχει αναπτύξει ο Γ. Π. Σαββίδης στο κείμενο του: Ένδυμα, ρούχο και γυμνό στο σώμα της Καβαφικής ποίησης, παρα­τηρώντας ότι ενώ στα πρώτα ποιήματα του το ανδρικό σώμα είναι ντυμένο, στη συνέχεια ο Καβάφης μας το παρουσιάζει ημίγυμνο, για να φτάσει στο τελευταίο ποίημα που δημοσίευσε να μας το ξεγυμνώσει εντελώς.

Το ποίημα του Λαπαθιώτη είναι γραμμένο - σε πρώτη μορφή -το 1929, και διορθωμένο οριστικά το 1934. Εκτός από την πρώτη του στροφή που ήδη αναφέραμε, παραθέτω και τους δύο επόμενους στίχους:

 

«Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,

τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά...»

 

Αυτά τα «τριμμένα και παλιά» ρούχα μας θυμίζουν τα παλιόρουχα που φορούσε ο νεαρός στο ποίημα του Καβάφη: Μέρες του 1909, ’10 και ’11 ή την «κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά» και «τ’ ανάξια ρούχα και τα μπαλωμένα εσώρουχα» στο Μέρες του 1908.

Ίσως εδώ να υπάρχει μια επίδραση - και όχι μίμηση - του Καβάφη. Ας μην ξεχνάμε - άλλωστε - και το γεγονός ότι οι φωτογραφίες και οι μαρτυρίες τρίτων για τους δύο ποιητές μας τους παρουσιάζουν ως ανθρώπους που πρόσεχαν ιδιαίτερα και σχολα­στικά - φιλάρεσκα θα έλεγα - την ενδυμασία, και γενικά την εμφάνιση τους.

Τέλος, στην ποίηση του Λαπαθιώτη το θέμα του έρωτα περιπλέ­κεται και συνδυάζεται σε κάποια ποιήματα του με εκείνο του θανάτου. Στο ποίημά του Alla C. Bot, ένα από εκείνα που μιλάνε για τα φιλιά, γράφει:

 

«Κι ένα φιλί στο στόμα τόσο ατέλειωτο

που οι ώρες να μας πλέξουνε στεφάνι,

και τόσο ηδονικό που να φιλιόμαστε

κι όλοι να λεν πως έχουμε πεθάνει.

 

Κι όταν θ' απαλοσβήσει αυτό το φίλημα

και ιδείς κλειστά τα μάτια μου στη φύση,

θα με σαλέψεις με τα δυό χεράκια σου,

κι εγώ θα 'χω στ' αλήθεια ξεψυχήσει».

 

Επίσης σ' ένα άλλο ποίημα του, το οποίο δεν συγκαταλέγεται στα ερωτικά, αλλά σ' εκείνα που ως θέμα τους έχουν την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, ομολογεί ότι καρτερεί τη στιγμή του θανά­του του:

 

«με την ψυχή που περιμένει

την ώρ' αυτή σαν εραστή...».

(Επιστροφή)

 

Ίσως γι' αυτό το λόγο ο έρωτας σε μερικά ποιήματα του Λαπαθιώτη χρωματίζεται από μια μεταφυσική χροιά και λεπτή αγωνία ως προς τον επεκεινα της ζωής χώρο, στοιχείο που απουσιάζει από την ποίηση του Καβάφη. Εκτός από το ποίημα του «Γραμμένο σ' ένα λεύκωμα», αναφέρω και το «Ερωτικό»:

 

«Ας είναι ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,

στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,

κι όμως δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να μου το δώσει.

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό,

και με τη Νύχτα μυστικά γίνουμε πάλι ταίρι,

αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,

σα μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει!»

 

Αν ο «ρεαλιστής» Καβάφης αναζητά ένα σφριγηλό σώμα, για να ικανοποιήσει τη γενετήσια ορμή κι επιθυμία του, ο «νεορομαντικός» Λαπαθιώτης δεν αρκείται μονάχα σε αυτό το δεδομένο. Δεν περιορίζεται στους αρωματισμένους Σιδώνιους νέους, αλλά επιθυ­μεί και ψάχνει κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικό, το περιεχόμενο του οποίου ίσως είναι αυτοί οι δύο στίχοι από το ποίημα του Alla C. Bot:

 

«να στάζει σε χείμαρρους η ψυχούλα σου

στους πόρους της δικής μου σαν τη δρόσο».

 

Μετά απ’ όλα αυτά, το μοναδικό ποίημα του Λαπαθιώτη που πλησιάζει πιο κοντά στα ποιήματα του Καβάφη, που έχουν ως θέμα τους τον έρωτα ή τον αισθησιασμό, είναι το «Επεισόδιο», με το λιτό και υπαινικτικό ύφος του.

 

 

 

Σ

 

Όπως αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου, ο ομοφυλόφι­λος έρωτας δεν αποτελεί τη μοναδική βάση για μια συγκριτική μελέτη της ποίησης του Λαπαθιώτη και του Καβάφη. Εκτός από αυτό το θέμα, υπάρχουν και τρία άλλα, που θα μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο. Πρώτα απ' όλα το θέμα του φωτός και του θανάτου· έπειτα εκείνο που ως αντικείμενο του έχει τη λειτουργία της μνήμης και των αναμνήσεων και τέλος αυτό το ίδιο το θέμα της ποιήσεως.

Στην ποίηση του Καβάφη δεσπόζει το ημίφως, το φως των κεριών. Με λίγα λόγια επικρατεί ο τεχνητός φωτισμός, και όχι ο φυσικός, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στα ποιήματα «Ο ήλιος του απογεύματος» και «Αλεξανδρινοί Βασιλείς». Ο Καβάφης προτιμά περισσότερο τη νύχτα με τον ελάχιστο φωτισμό της, ο οποίος είναι και πάλι τεχνητός:

«Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα

απ' τες εννιά που άναψα τη λάμπα,

και κάθισα εδώ...»

(Απ' τες εννιά)

Όταν το αμυδρό φως ενός κεριού δεν αρκεί, «για νάρθουν της Αγάπης, για νάρθουν οι Σκιές» ή όταν, μετά από εξονυχιστική μελέτη μιας συλλογής επιγραφών των Πτολεμαίων, επιτυγχάνει την πλήρη φαντασίωση, τότε ο Καβάφης αφήνει επίτηδες τη λάμπα του να σβήσει, για να οραματιστεί καλύτερα «τα ινδάλματα της ηδονής».

Και στον Λαπαθιώτη αρέσει η νύχτα και το φως των κεριών. Ας αναφέρουμε τα ποιήματα του: Μια νύχτα με φεγγάρι και τα δύο Νυχτερινά:

 

«Κίτρινη η φλόγα του κεριού μου

στη νύχτα επάνω στο τραπέζι,

σαν έρημη πνοή ανασαίνει».

(Νυχτερινό Ι)

 

Ωστόσο, από τα ποιήματα του δεν απουσιάζει το φυσικό φως, είτε ημερήσιο είτε νυχτερινό. Παρατηρούμε μιαν ιδιαίτερη επιμονή του ποιητή στο φεγγάρι, το οποίο δεν χρησιμοποιεί πάντοτε ως σύμ­βολο. Ας θυμηθούμε και το ποίημα του «Εκάτης πάθη», όπου η Σελήνη προσωποποιείται σε μιαν ακόρεστη και λάγνα γυναίκα. Παρατηρούμε επίσης ότι δείχνει μια ξεχωριστή προτίμηση στο φως της αυγής ή του δειλινού. Το ποίημα του «Οι νικημένοι της ζωής» αναφέρεται στο πρώτο, καθώς επίσης και το «Ένα τραγούδι μα­κρυνό»:

 

«Την ώρα που μισάνοιγαν τα πρώτα ρόδα της αυγής,

ένα τραγούδι μακρυνό στα πέρατα του δρόμου

ήρθε και πέρασε σιγά, σα να μην άγγιξε στη γης,

απ' το παράθυρό μου».

 

Το φως, όμως, που κυριαρχεί είναι εκείνο του δειλινού. Το βασίλεμα που πέφτει και το ποίημά του Μελαγχολία -το οποίο είναι μία από τις έντεκα μιμήσεις ύφους άλλων ποιητών, όπου ο Λαπαθιώτης γράφει à la manière de Λαπαθιώτης!- αναφέρονται σ' αυτό το φως:

 

«Τ' αχνά, τα οκνά τα δειλινά, που καθώς πέφτουνε, και να,

προβάλλουν μαύρα τα βουνά, κι αρχίζει να βραδιάζει,

καθένα του μες στην ψυχή, σαν ένας θάνατος ηχεί,

και σε δακρύων θερμή βροχή τη θλίψη μας αδειάζει...»

 

και σ' ένα άλλο ποίημα του ομολογεί:

 

«Τα δειλινά δεν είναι παρά θλίψη,

κι αλάλητος καημός για κατιτί»

(Κακό φθινόπωρο)

 

Αντίθετα, το μεσημεριανό - ή τέλος πάντων το έντονο ημερήσιο φως, λείπει από την ποίησή του. Ας μην ξεχνάμε, όμως, και τον πρώτο τίτλο της εφημερίδας που εξέδωσε, όντας παιδί: Ωχρόν Λυκόφως. Εξάλλου οι λεπτές αποχρώσεις και διακυμάνσεις του φωτός τού επιτρέπουν να εκφράσει πληρέστερα την αγωνία του. Στο ποίημα του Νάρκισσος περιέχονται δύο ιδιαίτερα αποκαλυπτι­κοί στίχοι:

 

«να 'ταν το φως που μες στην κάμαρα

τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;»

 

Ναι· ίσως τελικά να είναι το φως, οι κλίμακές του, η επίδραση των οποίων πάνω του τον αναγκάζει να γράψει:

 

«Κατέβαινε το φως - μια ωχρή αγωνία,

σε κήπους όλο βάλσαμα γιομάτους·

τ' άνθη μεθούσαν από τ' άρωμα τους,

μέσα σε μιαν ανείπωτη αρμονία...»

(Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ)

 

Ο Καβάφης αποφεύγει το άπλετο φως, γιατί φοβάται ότι θα αποκαλύψει τις ρυτίδες και τη φθορά, που έχει υποστεί το σώμα και η μορφή του από το. πέρασμα του χρόνου. Ο Λαπαθιώτης αντίθετα δεν αντιμετωπίζει αυτού του είδους τα προβλήματα. Ακόμα και στα πιο απαισιόδοξα ποιήματά του έχουμε την εντύπωση ότι μιλά (και γράφει) ένας άνθρωπος χωρίς ηλικία, εγκλωβισμένος για πάντα στη νεότητα - έστω και νοητή, ακόμα κι όταν η πραγματική ηλικία του έχει προχωρήσει.

Και το θέμα των γερατειών, όπου ο Καβάφης επικεντρώνει, αν όχι ολόκληρη, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της δικής του υπαρξι­ακής αγωνίας, με αποτέλεσμα να γράψει μερικά από τα καλύτερα και πιο δυνατά ποιήματά του; Ο Λαπαθιώτης, ως γνήσιος απόγονος του Ντόριαν Γκρέϋ, δεν έγραψε καθόλου ποιήματα με θέμα τους το γήρας.

Βέβαια, στο ποίημα του Αλήτης, ίσως να αναφέρεται - αν όχι σε κάποιον γέρο, τουλάχιστον σ' έναν άνθρωπο που δεν είναι πια νέος. Ωστόσο έχω την αίσθηση ότι η συγγραφή αυτού του ποιήματος ξεκινά, όχι από κάτι βαθύτερο και ουσιαστικό, αλλά από έναν τυχαίο αλήτη που συνάντησε στο δρόμο, σε κάποια από τις περι­πλανήσεις του.

«Ο Λαπαθιώτης», παρατηρεί ο Τέλλος Άγρας, «πολεμούσε με το χρόνο. Ήθελε - τι άλλο; να τον σταματήσει (...) Ο Λαπαθιώτης γέρος; Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί; Ακόμη ολιγώτερο αυτός ο ίδιος. Όλα τ' άλλα ημπορούσε να τα κάμει τέχνη. Την τέχνη του γήρατος όμως δεν την ήξερε».

Όσο και να πολεμά ο καθένας το χρόνο, με τα δικά του όπλα, στο τέλος όλοι αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον· εκείνο του θανάτου, ο οποίος -άλλωστε- είναι και ο μόνος κοινός διαιρέτης που εξισώνει όλους τους ανθρώπους.

Στον Καβάφη υπάρχει μια ολόκληρη πινακοθήκη νεκρών προ­σώπων: ο Ίασης, ο Λάνης, ο Άμμονης, ο Μύρης, καθώς επίσης και ο Λεύκιος που «κοιμήθηκε» εν τω μηνί Αθύρ. Όμως, το κύριο και βασικό θέμα αυτών των ποιημάτων δεν είναι αυτό καθ' αυτό το γεγονός του θανάτου, αλλά η παρακμή και η φθορά στις ποικίλες μορφές κι εκδηλώσεις της, με λίγα λόγια το πέρασμα του χρόνου.

Με αφορμή το θάνατο ενός προσώπου, ο Καβάφης συνοψίζει τον βίο του και απογειώνει τη ζωή του σε άλλες σφαίρες. Ο Λεύκιος «μεγάλως θ' αγαπήθη» όσο ζούσε. Ο εραστής του Μύρη, όταν επισκέπτεται το σπίτι του, για να προσκυνήσει το λείψανο του φίλου του, αντιλαμβάνεται ότι -παρά τον κοινό τρόπο ζωής που είχαν μοιραστεί- τελικά ήταν ξένοι μεταξύ τους, ενώ ο Ίασης ναι μεν πέθανε από τις καταχρήσεις, αλλά ο διαβάτης που θα συναντήσει το μνήμα του, δεν θα τον επικρίνει, γιατί αν είναι από την Αλεξάν­δρεια, θα γνωρίζει:

 

«την ορμή του βίου μας- τι θέρμην έχει· τι ηδονή υπέρτατη».

 

Και στον Λαπαθιώτη υπάρχουν νεκρά πρόσωπα. Πώς θα μπο­ρούσαν να λείπουν -άλλωστε- αφού ολόκληρη η ποίηση του είναι στιγματισμένη από την ιδέα του θανάτου. Πρώτα απ' όλα η νεκρή

μητέρα του:

 

«Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος

και δεν είναι γύρω μου κανείς,

που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,

περιμένω Μάνα να φανείς!»

(Προσμονή)

 

Έπειτα είναι οι φίλοι που πέθαναν πριν απ' αυτόν, και τέλος κάποια ανώνυμα πρόσωπα, μια μικρούλα πεθαμένη ή κάποια για­γιά, των οποίων ο θάνατος τους έχει συγκινήσει τον ποιητή.

Ο Λαπαθιώτης, όμως, περιορίζεται στην περιγραφή του γεγο­νότος του θανάτου, καθώς επίσης και σε μιαν ιμπρεσιονιστική σκηνογραφία και σκηνοθεσία αυτού. Μονάχα όταν αναφέρεται στην επιθυμία του να πεθάνει ο ίδιος, όπως είδαμε, απογειώνεται σε άλλες σφαίρες.

 

 

Τ

 

Αν και ο Λαπαθιώτης δεν έγραψε ποιήματα για την υλική φθορά ενός ανθρώπου, για το γέρασμά του, έγραψε αρκετά ποιή­ματα για την άλλη φθορά, την αόρατη, η οποία -άλλωστε- είναι η πιο ύπουλη και επικίνδυνη. Εκείνη που ως πεδίο δράσης της έχει την εσωτερική διάσταση του ανθρώπου: την ψυχή του.

Στον Καβάφη, η μνήμη του και -κατά συνέπεια- οι αναμνήσεις λειτουργούν μ' έναν τρόπο ενεργητικό. Ανακαλεί το παρελθόν, προκειμένου να αντλήσει δύναμη, για να συνεχίσει να ζει και να δημιουργεί. Καταφεύγει στο παρελθόν για ν’ αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει το βαθύ τραύμα που του προκαλεί «το γήρασμα του σώματος και της μορφής» του, με τη βοήθεια που προσφέρει «το είδωλο του νέου σώματος» που κάποτε είχε.

Στον Λαπαθιώτη, αντίθετα, η μνήμη δεν λειτουργεί ζωτικά. Είναι εντελώς στείρα, ανίκανη να του προσφέρει μιαν όαση ανά­παυλας και δροσιάς. Αποτελεί έναν απονεκρωμένο χώρο, όπου όλα, όσα έχουν αποθηκευτεί εκεί μέσα, βρίσκονται σε μια τάξη που δεν μπορεί, ούτε πρέπει να διασαλευτεί. Όλα είναι ακίνητα και παγω­μένα, σαν παλιές φωτογραφίες μιας εποχής που δεν έχει πλέον αντίκρισμα. Τις αναμνήσεις του τις προσλαμβάνει εντελώς παθη­τικά και αρρωστημένα, με αποτέλεσμα να καταλήγει έρμαιο στις διαθέσεις τους, ένα παιγνιδάκι στα χέρια τους, και να απονεκρώνε­ται ο ίδιος σιγά-σιγά. Γίνεται δούλος τους, χωρίς καμιά δυνατότητα ανταρσίας και διαφυγής:

 

«Το καθετί που πέρασε, για πάντα μ' έχει σκλάβο,

κι όσο γυρεύεις Σήμερα, το Χτες να μου αφανίσεις,

τόσο σ' εκείνο θα γυρνώ, και τόσο δεν θα παύω

να ζω στις αναμνήσεις».

(Αναμνήσεις)

 

Επιπλέον, εκεί που ο Καβάφης προσφεύγει -κάποιες φορές- στο παρόν, για να μπορέσει να σωθεί και να ξορκίσει την πληθω­ρική, ξεχειλισμένη, και -ώρες ώρες- αδυσώπητη μνήμη του:

 

«Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά,

βγήκα ν' αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον

ολίγη αγαπημένη πολιτεία.

ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών».

(Εν εσπέρα)

 

Ο Λαπαθιώτης βυθίζεται ολοένα και περισσότερο, στο βαθύ και δίχως πάτο -θα έλεγα- πηγάδι της μνήμης του:

«Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·

ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,

σα μουσικές που χάθηκαν και που τις λαχταρώ,

κ' έρχονται πάλι μαγικά κι ανέλπιδα σ' εμένα».

(Όταν βραδιάζει)

 

Με όλο και πιο αυξανόμενη ένταση συνεχίζει να προσεγγίζει τις αναμνήσεις του  με τρόπο παθητικό -θα τον χαρακτήριζα  ιερό, φοβούμενος μήπως τις βεβηλώσει- με αποτέλεσμα να μη μπορεί πια τίποτα να τον συγκινήσει, εφόσον δεν ανάγεται στο παρελθόν:

 

«Της πεθαμένης της χαράς έχει στερέψει η βρύση,

κι ούτε γυρεύει θάματα, κι ούτε προσμένει δώρα,

κι ούτε μπορεί πια τίποτα να την παρηγορήσει,

παρά ό,τι ήταν ως τώρα»

(Αναμνήσεις)

 

Αναρωτιέμαι κι εγώ, όπως ο Καβάφης στο ποίημα του «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία», αν «μετά από τόση δεινότητα χειρουργική» -απομένει κάτι. Γιατί ο Λαπαθιώτης μόλις φτάσει στο τέλος του δρόμου που έχει ακολουθήσει, όταν πια ανακαλύπτει ότι η πορεία του σ' αυτό το μονοπάτι ήταν ολισθηρή, τότε -συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο στο οποίο έχει βρεθεί- γράφει:

 

            Απόψε η νύχτα είναι βαριά, κι η μνήμη μου κι αυτή βαριά,

            και κάποια θύμηση πικρή μού τυραννεί τη σκέψη,

καθώς ειν' όλα σκοτεινά, κι ακούω τη λύσσα του βοριά,

που μες στον κήπο πλάκωσε, για να τον καταστρέψει».

(Χειμώνας)

 

Σκέφτομαι ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις, όταν ένας άνθρωπος αντι­μετωπίζει τέτοιου είδους καταστάσεις πραγμάτων, δεν έχει παρά να ζητήσει τη βοήθεια των άλλων ανθρώπων. Όμως, στο κρίσιμο, δεινό και ριψοκίνδυνο σημείο που έχει φτάσει ο Λαπαθιώτης, οι άλλοι άνθρωποι δεν αποτελούν γι' αυτόν μια σανίδα σωτηρίας, αφού -έτσι κι αλλιώς- είναι καταδικασμένοι στη μεταξύ τους αποξένωση: γι' αυτό άλλωστε -και τους αποκλείει.

Έτσι, αφού πρώτα μας περιγράψει σε αυτό το ποίημα του την κατάσταση πραγμάτων που -με οδύνη- βιώνει, επανέρχεται στην πικρή θύμηση που τον βασανίζει, και συμπληρώνει:

 

«κι αυτή, παλιά πληγή νεκρή, κι ωστόσο πάντα ζωντανή,

δεν είναι για να μαθευτεί ποτέ κι από κανένα».

 

Όταν πλέον αντιλαμβάνεται ότι η θεοποίηση του παρελθόντος και των αναμνήσεων, καθώς επίσης και ο τρόπος που τις προσεγγίζει και τις ανακαλεί, τον έχουν οδηγήσει - όχι απλά σε ολέθριες συνέπειες, αλλά εκεί όπου πια δεν υπάρχει μια διέξοδος, ένας δρόμος επιστροφής -γιατί ήδη είναι αργά και ο κλοιός έχει σφίξει υπερβολικά -τότε, σ' ένα από τα πιο μουσικά ποιήματά του, εκφρά­ζει τον πόνο του:

 

«Μας ξεπλανάτε σ' όνειρα σαν τις Σειρήνες

στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης φύσης,

και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!

Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

 

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,

και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει

στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη..

Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βαθιά πελάγη...»

(Στα περασμένα)

 

 

 

 

 

Υ

 

Τι απομένει λοιπόν; Σχεδόν τίποτα. Ίσως μονάχα η ίδια η τέχνη της ποιήσεως, το γράφειν, ως το έσχατο αποκούμπι ενός κουρασμέ­νου ανθρώπου. Αυτή η άσκοπη και ασυλλόγιστη σπατάλη που επιχειρούν μερικοί άνθρωποι.

Όμως, ενώ ο Καβάφης μένει απόλυτα ικανοποιημένος από την τέχνη του, τόσον ικανοποιημένος, ώστε να γράφει:

 

«Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ»

(Ζωγραφισμένα)

ή εκείνο το περίφημο:

 

«Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες και αισθήσεις

εκόμισα εις την Τέχνην»

(Εκόμισα εις την Τέχνην)

 

το οποίο εμπεριέχει ένα σπέρμα έπαρσης, ο Λαπαθιώτης - παρά το γεγονός ότι κι αυτός αγαπούσε και πρόσεχε ιδιαίτερα την ποίησή του - προς το τέλος της ζωής του - το 1941 - μας δίδει, σ' ένα ποίημα του, το βαθύτερο ψυχολογικό πορτραίτο του ποιητή:

 

«Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα

της Ζωής σου και της Τέχνης σου το δράμα.

Σ' ένα παιγνίδι μάταιο και γελοίο

του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

 

Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,

πως πρέπει μεταξύ των να τις πλέξεις,

και πώς μαζί να σμίξεις κάποιους ήχους,

ώστε να κλείσεις τ' Όνειρο σε στίχους!

 

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία

να πλάσεις απ' τη θλίψη σου αρμονία,

και να πλάσεις μ' όλους σου τους τρόπους,

για να την ξαναδώσεις στους ανθρώπους...»

(Ποιητής)

 

Στίχοι που μας θυμίζουν τον άλλον αυτόχειρα ποιητή της λογοτε­χνίας μας:

 

«Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίου μεγάλο»

(Σταδιοδρομία)

 

Ακόμα και το καταφύγιο της ποίησης δεν έχει να προσφέρει κανένα αγαθό στον Λαπαθιώτη. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτός ήταν ένας ποιητής «της παλιάς τεχνοτροπίας», όπως είχε σημειώσει στον υπότιτλο του τελευταίου ποιήματος του, Αποχαιρετισμοί στη μου­σική, το οποίο δημοσιεύτηκε λίγες μόλις ημέρες μετά την αυτοκτο­νία του.

Αν ο Καβάφης -στις. δύσκολες στιγμές του- επικαλείται την βοήθεια της τέχνης του, της Ποίησης, που σύμφωνα μ' έναν άλλο ποιητή μας είναι Αγία, για να προστρέξει γρήγορα στο πλευρό του, και να τον βγάλει από την μελαγχολία που νιώθει και τον ζόφο που τον κυκλώνει:

 

«Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της ποιήσεως,

που κάμνουνε - για λίγο - να μη νιώθεται η πληγή»

(Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.)

 

Ο Λαπαθιώτης, στο τέλος, φαντάζεται και περιγράφει τα ποιή­ματα του ως στυγερές κι ανελεήμονες θεότητες, που τον ταράζουν και τον βασανίζουν με το κυνηγητό τους:

 

«Γι’ αυτό σφαλνώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ

μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς, και μες στις ειρωνείες.

Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε ορθό.

Τραγούδια μου... Ερινύες!»

(Ερινύες)

 

 

Αθήνα -Κρήτη                                                                                                                  Α. Β. Στρατής

 



Επιστροφή