(Προϋποθέσεις ή τα μετά θάνατον)

 

…………….

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα ’χει καμιάν ομορφιά·
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι ύστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί...

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί...


………………
Και την επαύριο θ’ αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κι εκεί,
– κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές, κι οι κριτικοί:

"τεχνίτης", "μουσικός του στίχου",
"πολύ λεπτός αισθητικός",
– αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς·

"τύπος ανώμαλος εκφύλου",
"γνωστή και συμπαθής μορφή"...
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
–κι εκεί που τώρα κατοικεί,–
δεν θ’ ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζει κριτική...

…………………
Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
- Τι φοβερό! Τι φοβερό!...

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη "Νέα Εστία" και τις "Τέχνες",
θα μου σκαρώσει κριτική!

Μα και ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ’ όλη, γραμμή, την Αττική,
μ’ αστούς, μ’ εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφει μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων
της πολιτείας Αχαρναί!!!

 

 

 

Το πήρα από το ιστολόγιο «Χωρίς άλλη αναβολή» (authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com) με τον εύγλωττο υπότιτλο «Λέσχη αυτοκτόνων λογοτεχνών». Φαίνεται να είναι ένα από τα τρία στερνά ποιήματα του Λαπαθιώτη, γραμμένο λίγες μέρες πριν από την αυτοκτονία του και προαναγγελτικό της. Τα άλλα δύο είναι ο «Θάνατος» και τελευταίο το διπλό «Αποχαιρετισμοί στη μουσική». Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ζήτρου.

 

Ωστόσο, στο τομίδιο "Εκ νέου", ο Σωτ. Τριβιζάς παρουσιάζει παλαιότερο σχεδίασμα του ίδιου ποιήματος, που είναι αρκετά εκτενέστερο και που έχει χρονολογία 1937. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Λαπαθιώτης έγραψε το παλαιότερο εκτενέστερο σχεδίασμα το 1937 πιο πολύ χάριν παιδιάς και όταν η προοπτική της αυτοκτονίας του έγινε άμεση το προσάρμοσε κατάλληλα.  Το προγενέστερο σχεδίασμα μπορείτε να το δείτε εδώ.. Το μεταγενέστερο σχεδίασμα το παρουσίασε πρώτος ο Ντ. Χριστιανόπουλος στη Διαγώνιο το 1959.

 

Στο μεταγενέστερο σχεδίασμα (δηλ. αυτό εδώ) παραλείπεται ολόκληρο το πρώτο μέρος, που περιέγραφε πώς θα χειρίζονταν οι συντάκτες του περιοδικού Μπουκέτο την αναγγελία του θανάτου του Λαπαθιώτη. Το δεύτερο μέρος μεταφέρεται με λίγες διαφορές: η πιο σημαντική, παραλείπεται μια στροφή ειρωνικά αφιερωμένη στον Κώστα Γκίκα. Επίσης, στο μεταγενέστερο σχεδίασμα ο ποιητής φαντάζεται κοσμοσυρροή στην κηδεία του, ενώ στο σχεδίασμα του 1937 ελάχιστους συγγενείς και φίλους, με σταθερή παρουσία και στις δύο περιπτώσεις τον Γιώργο Μυλωνογιάννη. Στο τρίτο μέρος, το παλαιότερο σχεδίασμα έχει τον Μυλωνογιάννη να αναλαμβάνει την κριτική αποτίμηση ενώ το νεότερο έχει τον Πέτρο Χάρη στη Νέα Εστία. Μια ανεπαίσθητη διαφορά:στον έβδομο στίχο, το παλιότερο σχεδίασμα είχε «κι αυθημερόν θα πάρει δρόμο», ενώ τώρα το φέρετρο «θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο» για το νεκροταφείο. Πράγματι, ο Λαπαθιώτης είχε ορίσει ρητά να μείνει άταφος τρεις μέρες για το φόβο της νεκροφάνειας και όπως φαίνεται η επιθυμία του έγινε σεβαστή.

 

 

 

 

 

Επιστροφή