Ο ΝΕΓΚΟΥΣ ΣΤΗΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ

 

Μαύρη μούμια νεκρού κλέους,

μαύρο αμχαρικό κοράκι,

τυλιγμένος μες στα ράκη

του ελέους,

μες στους δρόμους της Γενεύης

τι γυρεύεις;

 

Να’ ν’ του Λιτζ-Γιασσού η αρά

τάχα που σ’ αυτά τα μέρη

–μαύρη αλί σου συμφορά–

σ’ έχει φέρει;

 

Ή μια ελπίδα ονειρευτή

που ο Βρετανικός ο λέων

σου ψιθύρισε στ’ αυτί;

 

«Β α σ ι λ ε ύ   τ ω ν   β α σ ι λ έ ω ν»

μες στους δρόμους της Γενεύης

σαν αλήτης τι γυρεύεις;

 

Μην πλανιέσαι γιε της μαύρης

Άφρικας, στα χάη του σκότους.

 

Οίκτον ίσως, μπορείς νά’βρεις

στους Ζουλού, στους Οττεντότους

με τους πρωτογόνους τρόπους

μόνο μη ζητάς να βρεις

κι ίχνος οίκτου στους ανθρώπους

της φυλής μας της αβρής.

 

Ήγουν, στους λεπτούς κι ωραίους

όποιας ράτσας Ευρωπαίους.

 

Γιατί μάθε –αν και στερνά–

πως ετούτους κυβερνά

μόνο η λογική του π έ ο υ ς

και του Μ α μ μ ω ν ά!

 

«Β α σ ι λ ε ύ   τ ω ν   β α σ ι λ έ ω ν»

μες στους δρόμους της Γενεύης

μη ματαίως ζητιανεύεις

τώρα πλέον.

 

Μα σαν πέσει απόψε η νύχτα

βάρυπνη πάνω στη γη,

πόθους κι όνειρα όλα πνίχ’ τα

μες στης λήθης τη σιγή,

και φορώντας την υπέροχη

χρυσοποίκιλτή σου «σάμμα»

με τα χίλια τόσα μύρια

και τοπάζια και μπριλάντια

και ζαφείρια,

μ’ αξιοπρέπεια –δίχως κλάμα–

στο φεγγάρι αγνάντια στάσου

και με σταθερό το χέρι

μ’ έν’ αμχαρικό μαχαίρι

τρύπα την καρδιά σου.

 

Κι ω χαρά σου… κι ω χαρά σου,

«Β α σ ι λ ε ύ   τ ω ν   β α σ ι λ έ ω ν»

τότε πλέον.

 

Απ’ το μαύρο φέρετρό της

η ψυχή σου η πονεμένη,

λυτρωμένη,

θα πετάξει μεθυσμένη

κει που το τρανό όνειρό της

την τραβά,

προς τη γη τη μαγεμένη

του Σαββά…

 

Κι εκεί πέρα –Θεέ σου… Θεέ μου!–

σαν θα φτάξει, πλέρι’ ανάβρα,

μια κραυγή στριγκτή θα κράξει

κι όλες γύρω θα συνάξει

τις ψυχές –κοράκια μαύρα–

των συντρόφων του πολέμου.

 

Και στο εξής, μες στους αιώνες,

καλοκαίρια και χειμώνες,

πάνω απ’ τα όρη του Γκοντάρ

ως του Ταγκαλί την έρημο

κι ως τους κάμπους του Χαράρ,

κάθε βράδυ… κάθε βράδυ,

μες στο παγανό σκοτάδι

το μακάβριο αυτό κοπάδι

των κοράκων βρυκολάκων

θα πλανιέται φρικαλέον.

 

Και μες στους κρωγμούς των ξέρε,

θα σου κράζουν πάντα «Χ α ί ρ ε

Β α σ ι λ ε ύ   τ ω ν   β α σ ι λ έ ω ν»

 

 

 

Το πήρα από το τομίδιο της σειράς «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη (επιμ. Βαγγέλη Κάσσου).

 

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από ένα πραγματικό γεγονός: το 1936, μετά την εισβολή της φασιστικής Ιταλίας στην Αβησσυνία, ο αυτοκράτοράς της ο Χαϊλέ Σελασιέ πήγε πράγματι στη Γενεύη, όπου μίλησε στη συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών. Μάλιστα, λέγεται ότι υπέμεινε με εντυπωσιακήν αξιοπρέπεια τα γιουχαΐσματα των Ιταλών δημοσιογράφων στους οποίους το υπουργείο εξωτερικών είχε μοιράσει σφυρίχτρες. Πέρα από τα ωραία λόγια, η Κοινωνία των Εθνών ελάχιστα συμπαραστάθηκε στην Αβησσυνία και οι κυρώσεις εναντίον της Ιταλίας ήταν αστείες· οι δυτικές «δημοκρατικές» κυβερνήσεις δεν είχαν σκοπό να χαλάσουν την καρδιά τους για τους αραπάδες. Ο Χαϊλέ Σελασιέ δεν ακολούθησε τις συμβουλές του ποιητή, αυτοεξορίστηκε μετά τη στρατιωτική ήττα αλλά ξαναβρήκε τον θρόνο του το 1941 για να τον χάσει οριστικά το 1974 όταν ανατράπηκε από τους μαρξιστές στρατιωτικούς του Μεγκίστου.

 

Χάρη στη βοήθεια του φίλτατου Αλλού Φαν Μαρξ, λύθηκε το μυστήριο της φράσης «του Λιτζ-Γιασσού η αρά». Ο Λιτζ Γιασσού διαδέχτηκε τον αυτοκράτορα Μενελίκ το 1913 στο θρόνο της Αιθιοπίας, αλλά ανατράπηκε το 1916 εξαιτίας της ιδιορρυθμίας του χαρακτήρα του και των φιλομουσουλμανικών του τάσεων και ζούσε σε περιορισμό. Το 1936, όταν είχε πια ανεβεί στο θρόνο ο Χαϊλέ Σελασιέ, βρήκε το θάνατο υπό μυστηριώδεις συνθήκες.

 

 

 

Επιστροφή