...Ο ποιητής Ορέστης Λάσκος µπούκαρε στη στοά, τεράστιος κόντρα- λούτσε, ο πρωινός ήλιος σκάρωνε φωτοστέφα-

να εκεί που κάποτε ήτανε τα µαλλιά του. Ήρθε νεαρός στον κινηµατογράφο και έφυγε παρέα µε το χάρο. Είχε περάσει

από τη σχολή Ευελπίδων να γίνει στρατιωτικός, ο αδερφός του Βασίλης ήτανε κιόλας αξιωµατικός στο Βασιλικό Ναυτικό.

∆εν του άρεσε, για άλλα ήταν ο Ορέστης. Παράτησε τα στρατά σάλταρε από το παράθυρο, έκανε ένα πέρασµα από την

ιατρική και τελικά ανέβηκε στο σανίδι να κάνει τον κοµπέρ σε κάποιο βαριετέ. Ο Βασίλης σα µεγαλύτερος τον πλάκωσε

στις σφαλιάρες, αλλά τελικά του έδωσε την άδεια: «κοφ΄το σβέρκο σου» του είπε. Ήτανε η εποχή του Αττίκ, ο Λάσκος

έβγαινε στο πάλκο κι απάγγελνε «µε στεντόρια φωνή τα καινούρια του τραγούδια». Και κάπου κει στα 1930 µεταπηδά

από τα σανίδια του βαριετέ και του φιλολογικού καφέ - Μπάγκειον της Οµόνοιας, στο σινεµά.

 

Είχε αγαπήσει ο Λάσκος το έργο «Λεσβιακών ερωτικών λόγοι δ’», γνωστό και ως «ποιµενικά κατά ∆άφνιν και Χλόην» του

Λόγγου, έργο του 2ου αιώνα µ.Χ. Είναι η τρυφερή ιστορία δυό εφήβων που ανακαλύπτουν τον έρωτα. Το έργο ποιµενι-

κό κι αυτό διαδραµατίζεται στη Λέσβο.Ο Ορέστης βρήκε δυό ωραία παιδιά την Λούση Ματλή που την ερωτεύθηκε αυθω-

ρεί και παραχρήµα και τον Έντισον Βήχο,που χρειάστηκε ν’ ανοίξει πόλεµο µε τον διαφωνούντα γέρο Βήχο. Το ρόλο της

Λέσβου τον έπαιξε τέλια η λίµνη της Βουλιαγµένης. Εδώ η λυρική αίσθηση της εικόνας δηµιουργεί ένα υποβλητικό κλίµα

νεανικού έρωτα µε την αριστοτεχνική χρησιµοποίηση της πλαστικής οµορφιάς των δύο νεαρών πρωταγωνιστών.Το έρ-

γο τολµηρό για την σεµνότυφη εποχή του παρουσίαζε τον ∆άφνι και τη Χλόη ολόγυµνους στο ίδιο πλάνο, τρία ολόκλη-

ρα χρόνια πριν ο Γκούσταβ Μαχάτυ δείξει γυµνή τη Χέντυ Λαµάρ στο ΕΞΤΑΖ. Το µέτρο, ο ρυθµός η φωτογραφία του

∆ηµήτρη Μεραβίδη, και ο νεανικός ποιητικός οίστρος του Λάσκου δίνουν στην ταινία µια ξεχωριστή θέση στην κινηµα-

τογραφική παραγωγή της εποχής αλλά και µια θέση στις Ταινιοθήκες όλου του κόσµου. Η ταινία πλαστικά ωραία είναι σί-

γουρα ένα διαµάντι του κινηµατογράφου µας.

 

Του Γιώργου Ζερβουλάκου, προδημοσίευση από βιβλίο του που δεν ξέρω αν κυκλοφόρησε.

 

 

 

Επιστροφή