Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…

του Δημήτρη Δαμασκηνού

 

Λογοτεχνικό αφιέρωμα

(Μέρος Πρώτο)

 

1. Από τη Γιάλοβα στη Γαύδο!

 

    Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του πολυγραφότατου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, πολιτικού πρόσφυγα και προοδευτικού λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη (1912 - 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριου (Τάκη) Βαλασιάδη, που σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, «θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη» [1]. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» [2] διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.

    Παρ’ όλα αυτά κανένα αφιέρωμα ή επετειακή εκδήλωση δεν έχει μέχρι σήμερα προγραμματιστεί, ενώ η μάλλον εμπαθής αποκαθήλωση του συγγραφέα από τον λογοτεχνικό Παρνασσό ως… «ξεπερασμένου» αποτυπώνεται και από το γεγονός πως στα σχολικά βιβλία των τάξεων Γυμνασίου - Λυκείου δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα από το πολυσχιδές έργο του, το οποίο καλύπτει τις κατηγορίες της πεζογραφίας (μυθιστόρημα και διήγημα), της ποίησης, του θεάτρου-σεναρίου, του δοκιμίου, της σάτιρας, της ταξιδιωτικής και παιδικής λογοτεχνίας, τέλος του ντοκουμέντου.

    Βέβαια δεν επιφύλαξαν οι κύκλοι του «Υπουργείου της Διά Βίου Αμάθειας» μόνο στον Μενέλαο Λουντέμη αυτή την «τύχη» αλλά και σε όλη την έξοχη γενιά των πνευματικών δημιουργών της αντίστασης, ώστε να ταφεί η πραγματική ιστορία της κι όπου δεν είναι αυτό μπορετό, να αλλοιωθεί, να απονευρωθεί, αν είναι δυνατό να ξαναγραφεί στα μέτρα των κυριάρχων. Η μνήμη «κατασκευάζεται» κι αυτό γίνεται εύκολο, όταν η πραγματική ιστορία δεν περνάει μέσα από τα σχολικά βιβλία [3].

    Για τον Μενέλαο Λουντέμη απουσιάζει,  επίσης,  οποιαδήποτε αναφορά σε αρκετές «δημοφιλείς» γραμματολογίες της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο λογοτέχνης ή σαν να μην αξίζει η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα ούτε την δημόσια απόρριψη ή αποκήρυξη.   

 

    Τιμητική εξαίρεση στη γενική απαξία συνιστά για το 2011 η θεατρική διασκευή από τον Λάκη Λαζόπουλο του τρυφερού, ουμανιστικού μυθιστορήματος «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» για το ΚΘΒΕ [4].

 

    Πέραν ωστόσο των «επωνύμων» το έργο του Μ. Λουντέμη είναι ιδιαίτερα αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό, στους φίλους των γραμμάτων, στους αγωνιστές της δημοκρατίας και τους προοδευτικούς ανθρώπους στον τόπο μας, αν κρίνει κανείς τουλάχιστον και από τις συνεχείς επανεκδόσεις των σημαντικότερων κειμένων του.  Είναι από αυτήν την άποψη χαρακτηριστικό πως στη Γ’ Πανελλήνια Έρευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς και Πολιτιστικών Πρακτικών που παρήγγειλε το ΕΚΕΒΙ και διενήργησε για λογαριασμό του η Metron Analysis από τον Νοέμβριο ως τον Δεκέμβριο του 2010 και στην ερώτηση «θα μπορούσατε να μου αναφέρετε δύο ονόματα συγγραφέων των οποίων τα βιβλία σας επηρέασαν καθοριστικά ή άλλαξαν τη ζωή σας», οι συμμετέχοντες στην έρευνα απάντησαν με την εξής σειρά: Νίκος Καζαντζάκης (6%), Πάολο Κοέλιο (3%), Μενέλαος Λουντέμης (3%), Αλ. Παπαδιαμάντης (2%), Λένα Μαντά (2%), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (2%) [5].

 

    Ποιος ήταν, όμως, ο Μενέλαος Λουντέμης, ποια η συνεισφορά του στα ελληνικά γράμματα και η λογοτεχνική αξία του έργου του σήμερα, θα προσπαθήσουμε με κριτικό πνεύμα να ιχνηλατήσουμε στο αφιέρωμα που ακολουθεί δίνοντας έμφαση στις πηγές και τα κείμενα.

 

***   

    Ο Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το 1912 [6]. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία (Ludias) της μετέπειτα πατρίδας του [7].

     Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη.

 

    Πρόσφυγας από την Γιάλοβα μετά την τυχοδιωκτική μικρασιατική εκστρατεία και τον βίαιο εκπατρισμό του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα [8] και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη.

 

    Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεωκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του πρώτα σε εργοστάσιο τούβλων, έπειτα ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ’ τάξη του - εξατάξιου τότε - Γυμνασίου «απεσύρθη» για πολιτικούς λόγους όπως σημειώνεται στο Γενικό Έλεγχο του σχολείου   και απεβλήθη απ’ όλα τα Γυμνάσια της χώρας.

 

Έλληνες πρόσφυγες σε πρόχειρους καταυλισμούς

Image

 

   Οι πολιτικοί λόγοι ήταν η στράτευση του με την αριστερά και τη δράση του μέσα από τις γραμμές του Κ.Κ.Ε. Ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου που η αστική τάξη, θωράκιζε την εξουσία της αφενός θεσμοθετώντας το «ιδιώνυμο» [9] και προβαίνοντας σε απηνή διωγμό της αριστεράς και των αγωνιστών της και αφετέρου κάνοντας μια αγωνιώδη απόπειρα πνευματικής και ιδεολογικής ανασύνταξης, προσπαθώντας δηλαδή να κλείσει το ρήγμα του κατεστραμμένου εθνισμού μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τη συνακόλουθη κατάρρευση της «Μεγάλης Ιδέας». Γι’ αυτό στο μήνυμα της κοινωνικής αλλαγής θα αντιπαραθέσει το εξής δογματικό τρίπτυχο: «αντικομμουνισμός-εθνικισμός-ελληνοκεντρισμός»[10]. Θύμα αυτής της πολιτικής ήταν –ανάμεσα σε πολλούς βέβαια αγωνιστές- και ο νεαρός Μενέλαος Λουντέμης που είδε τη φτώχεια, την ταλαιπωρία, τις φυλακές και τις εξορίες να τον συντροφεύουν από τα πρώτα του βήματα.

 

     Στα 1933 ο Μενέλαος Λουντέμης εξορίζεται για τη δράση του στη Γαύδο. Εκείνη την εποχή η Γαύδος, όπου «σπανίζουν οι άνθρωποι και τα ζα και τα δέντρα» [11], «αυτό το ξερονήσι που παράγει μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, που πέθαναν αρκετοί κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες και δίκαια ονομάστηκε νησί του θανάτου» [12], ήταν ένας από τους κυριότερους και χειρότερους τόπους εξορίας τη δεκαετία του ’30. Το 1931-32, άλλωστε, ήταν εκεί ο Θαν. Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) και το ’34-35 πολλοί επιφανείς αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος, όπως οι Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτ. Πορφυρογένης, Β. Μπαρτζιώτας.  

 

     Μάλιστα υπάρχει μαρτυρία του Τάκη Φίτσου πως συνάντησε συνεξόριστό του στη Γαύδο το 1933 τον νεαρό τότε Μενέλαο Λουντέμη: «Πάμε στη Γαύδο! Στο Λιβυκό πέλαγος». Ό,τι ήταν αργότερα η Γιούρα (τηρουμένων των αποστάσεων και αναλογιών). Τι τραβούσαν εκεί οι εξόριστοι, πού να το συλλάβει ο νους μας! Δεν «τραβούσαν» απλώς, πέθαιναν. Ήτανε κόλαση!.. Πριν φτάσουν εκεί, έπρεπε να περάσουν από το Καθαρτήριο στα Σφακιά. Να ζήσουν δυο - τρεις μέρες (ευτυχείς αν ήταν μόνον ώρες) στην Αστυνομία στ’ Ασκήφου. Να ταφούν ζωντανοί εφτά οργιές κάτω απ’ τη γη. Μέχρι να τους ανεβάσουν στον Απάνω κόσμο. Για να τους πάρει το πλεούμενο και να τους «ξεβράσει» στο ερημονήσι. Από τους πρώτους στη Γαύδο ο Φίτσος, όπως και ο Κλάρας και πολλά άλλα στελέχη επώνυμα (...) υπάρχει ένα σπουδαίο ιστορικό ντοκουμέντο, ένα συγκλονιστικό γραπτό κείμενο, ένα βιβλίο 25 σελίδων, το ρεπορτάζ του Τάκη Φίτσου με τίτλο «ΣΤΗ ΓΑΥΔΟ - ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ». Τέτοιο κείμενο είναι σπάνιο είδος (...)

 

    Ο Φίτσος ήταν ο πρώτος. Ύστερα θα ’ρθουν ο Θέμος Κορνάρος, ο Μενέλαος Λουντέμης κ.ά. Το ρεπορτάζ φέρει ημερομηνία 15 Μάη 1933 και καταλήγει με έκκληση για Αμνηστία [13].

 

 

 

 

Tο σωζόμενο, τουριστικής χρήσης σήμερα, σπίτι των πολιτικών εξορίστων στο Σαρακήνικο της Γαύδου. Xτίστηκε από τους ίδιους τους εξόριστους και ήταν ιδιοκτησία της Oμάδας Συμβίωσης. aνάμεσα στους πρώτους εξόριστους 1931-33 συναντάμε τους Θαν. Kλάρα (κατοπινό Άρη Bελουχιώτη) και Tάκη Φίτσο, συντάκτη και αρχισυντάκτη του «Pιζοσπάστη» αντίστοιχα, Ανδρέα Tζίμα (Σαμαρινιώτη), Γ. Tσέκο, Γιώρ. Mαθιουδάκη, K. Mελίκογλου, Mιχ. Tυρίμο κ.ά. H πρώτη αυτή φουρνιά, με γραμματέα της κολλεκτίβας τον T. Φίτσο, αγόρασε από ντόπιους γη και έχτισε το ’33 το σπίτι, που «φιλοξένησε» όλους τους εκτοπισμένους στη Γαύδο κατά τη δεκαετία του ’30.

 

    Πολύτιμη πηγή για τη ζωή των εξορίστων στη Γαύδο είναι, επίσης, το εξαιρετικό -ως μαρτυρία και ως λογοτέχνημα- αφήγημα του Μπερτ Μπερτλς «Εξόριστοι στο Αιγαίο». Ο αυστραλός δημοσιογράφος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1935-36 και επισκέφθηκε την Ανάφη και τη Γαύδο. Στο «νησί του θανάτου» βρίσκει δεκατρείς εξόριστους (επί Κονδύλη είχαν αυξηθεί σε 60). Κατοικούσαν σε ένα κτίσμα που είχαν κτίσει οι ίδιοι το 32-34, το επονομαζόμενο από τους λιγοστούς κατοίκους και «παλάτι»... Στην Ανάφη, όπου φτάνει έπειτα από ταξίδι που διήρκεσε τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, συναντά τους 35 εξόριστους -ανάμεσά τους και δυο γυναίκες- και, όπως και στη Γαύδο, ζει μαζί τους, μοιράζεται το φαγητό, το δάγκωμα των κοριών και των ψύλλων, τις συζητήσεις και την αγωνία τους, περιγράφει και καταγράφει περιστατικά, ονόματα και προσωπικές ιστορίες [14].

 

    O Μενέλαος Λουντέμης, ωστόσο, δεν κάμπτεται από τα εμπόδια.  Παρά το γεγονός ότι ήταν αδύναμος και ελαφρά κουτσός (μια πληγή δεμένη σε γύψο που άργησε να βγει, άφησε ατροφικό το ένα του πόδι), είχε ωραίο πρόσωπο και μια προμηθεϊκή σπίθα στην ψυχή του, που τη φλόγιζε απύθμενη φιλοδοξία. Έλεγε και ξανάλεγε στους δικούς του: «Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα δοξαστώ στην Ελλάδα!». Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και μεγάλη ακαταμάχητη θέληση κατόρθωσε όσο κανείς άλλος να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάρητης ζωής του. Δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, χωρίς να καμφθεί [15].   

 

2. Τα πλοία δεν άραξαν

 

Αέρας πλατυός από βουνά και θάλασσες να με χτυπά

σε ξένους ουρανούς, σ’ άγνωστα μέρη

πάντα να τρέχω να ξεφύγω αυτή τη σκέψη, που τρυπά

πλιότερο από μαχαίρι

(απόσπασμα από το ποίημα: «Αλητεία», του Κ. Βάρναλη)

 

http://www.bibliopolio.gr/images/palaio/p11434.jpg    Είχε πρωτοεμφανίζεται, άλλωστε, στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπογράφει με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Υπάρχει μαρτυρία πως συμμετέχει στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς του λαϊκού περιοδικού «Φαντάζιο» και του «Παρνασσού» μαζί με τους επίσης τότε πρωτόβγαλτους Γιάννη Σκαρίμπα και Γιώργου Δνεδρινού, του πρόωρα αυτού χαμένου Κεφαλονίτη συγγραφέα [16]. Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

 

    Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει από εκεί στο Βόλο, όπου, πενέστατος, προσλαμβάνεται ως δακτυλογράφος από τον δικηγόρο Γιώργος Αβτζής, και γράφει γράμμα-γράμμα στη γραφομηχανή του γραφείου τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής «Τα πλοία δεν άραξαν», για την οποία τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1938 [17].

 

    Η ίδια η από κοινού βράβευση του Μ. Λουντέμη το 1938, με τον Κ. Πολίτη και την Ε. Αθηναία, με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (έναν θεσμό που    βεβαίως η Αριστερά καταγγέλλει) συνιστά ένα περιορισμένο «άνοιγμα» της δικτατορίας Μεταξά στους αριστερούς διανοουμένους, την ώρα που οι σχέσεις των βενιζελικών διανοούμενων με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν σταματούν στο ιδεολογικό επίπεδο της αναζήτησης της «ελληνικότητας» και της καταδίκης του κομμουνισμού, αλλά, για να χρησιμοποιήσουμε και έναν σύγχρονο όρο, σημειώνουν μια βαθύτερη διαπλοκή [18]. 

http://www.diki.gr/museum/photos/chronos/165.jpg

    Ρόλο στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του Μενέλαου Λου-ντέμη το 1936 έπαιξε ο σύλλογος προοδευ-τικών διανοουμένων «Φίλοι των Γραμμά-των» [19]. Ο σύλλογος διατηρούσε μόνιμη στήλη, τη «Φιλολο-γική Σελίδα» στην εφημερίδα «Θεσσαλία» ενώ παράλληλα μεριμνούσε και για την έκδοση βιβλίων. Έτσι εξέδωσε το έργο του Νίκου Παπαχατζή για τα αρχαιολογικά μνημεία του Βόλου και το μυθιστόρημα του Λουντέμη «Τα πλοία δεν άραξαν». Τις δραστηριότητες του συλλόγου ανέκοψε η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1940.

 

    Στη νέα, ωστόσο, έκδοση των διηγημάτων της συλλογής «Τα πλοία δεν άραξαν» (μετά απ’ αυτήν που έγινε στο Βόλο το 1936 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων) έπαιξε καθοριστικό ρόλο ο μπαρμπα-Γιάννης ο Σκαρίμπας, επηρεασμένος κι αυτός από το έργο του διάσημου Νορβηγού συγγραφές Κνουτ Χάμσουν [20]  και έχοντας εκδώσει λίγα χρόνια πριν, το 1933, το Θείο Τραγί  [21].

 

    Σ’ αυτό το βιβλίο ο Λουντέμης περιπλανιέται στα πεζοδρόμια και στα καταγώγια της αστικής ζωής, τρυπώνει στις πολύβουες φλέβες της, ψάχνει στον πιο μολυσμένο βούρκο. Συναντά ανθρώπους περιθωριακούς, κολασμένους και, κάποτε, αυτοκαταστροφικούς. Η αλητεία, ο μποεμισμός και το εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον κυριαρχούν στο πρώτο του βιβλίο. Καλοαναθρεμμένα κορίτσια που καταλήγουν σε φτηνά πορνεία, με το όνομα αλλαγμένο, μα με τις μνήμες ζωντανές· άντρες φτωχοί και λησμονημένοι απ’ όλους· γυναίκες της υψηλής κοινωνίας με ανικανοποίητους πόθους. Άνθρωποι τυραννισμένοι, που ωστόσο μέσα τους σιγοκαίει ακόμη μια κάποια ελπίδα…

 

Η σφραγίδα του Συλλόγου Φίλοι των Γραμμάτων. (Αρχείο Συλλόγου Φίλοι των Γραμμάτων, ΔΗ.Κ.Ι.)

 

    http://retsasbooks.gr/uploads/book_87_book_image_1.jpg

 

    Ο πρωταγωνιστής είναι ένας θλιμμένος και άκακος κομπάρσος, που δεν κατορθώνει να στεριώσει πουθενά. Η φτώχεια και η ασκήμια του γίνονται μονίμως αντικείμενο χλευασμού, η ορμητικότητα και η ευφυϊα του τον οδηγούν εύκολα στην αποτυχία και τη γελοιοποίηση. Πεινασμένος, άνεργος, ανέραστος, περιφέρεται στους δρόμους και στα μαγαζιά της νύχτας, ψάχνοντας μάταια στέγη και τροφή Παρατηρώντας όμως, τον άξενο κόσμο τριγύρω του, αποκτά διαπεραστικό βλέμμα: σκηνές από το περιθώριο, πρόσωπα που έχουν χάσει τα πάντα, εικόνες από ένα μικροσύμπαν που πνίγεται μέσα στις δυσβάστακτες συνθήκες οι οποίες τον προσδιορίζουν [22].

   Αξιοπαρατήρητο είναι, επίσης, πως πολλά από τα διηγήματα της συλλογής αυτής έχουν ως φόντο το αστικό περιβάλλον και σ’ αυτό το σημείο ο Μενέλαος Λουντέμης ακολουθεί τα βήματα πεζογράφων του ρωσικού ρεαλισμού [23], όπως του Μαξίμ Γκόρκι  ή του «δικού μας» Δημοσθένη Βουτυρά που με «τους Αλανιάρηδες, και με όλο το βαρυσήμαντο έργο του, τράβηξε την πεζογραφία από το χωριό και την έφερε στην πολιτεία και στη φτωχή γειτονιά της» [24]. Αυτό, άλλωστε, είναι και το αίτημα της εποχής του μεσοπολέμου που είναι πλέον ώριμη να εγκολπωθεί τη γνωστή πολεμική του Ροϊδη (1899) κατά της ηθογραφίας: «το ημέτερον κοινόν ήρχισε , δεν λέγομεν ν’ αηδιάζη, αλλά να χορταίνη τας στάνας, τας στρούγγας, τα λημέρια, τας φλογέρας, τους κολλήγους, τους λεβέντηδες, τας ζηλεμένας κόρας, τα μοιρολόγια, τα ασημοχρύσαφα και τους κερατισμούς των τράγων» [25].

    Περισσότερες ομοιότητες, ωστόσο, διαπιστώνονται στη γραφή του Λουντέμη με τον περίφημο την εποχή εκείνη Νορβηγό συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν [26] και τον λογοτεχνικό «αλήτη» του [27], που σε κάποια διηγήματα είναι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε ο τελευταίος  επηρέασε ουκ ολίγους συγγραφείς της γενιάς του ’30 [28] αλλά και μεταγενέστερους, όπως π.χ. τον έφηβο Μανώλη Αναγνωστάκη [29],  αλλά και τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ο Απαντα Κνουτ Χάμσουν - Κλείσιμο παραθύρουοποίος αποδίδει τον νεανικό «τυχοδιωκτισμό» του (αυτόν που τον έστειλε στο Μαουτχάουζεν) στα χαμσουνικά διαβάσματά του [30].

 

    Ο Λουντέμης, άλλωστε, διαθέτει, στενή βιογραφική ομοιότητα με τον βορινό ομόλογό του: εργασία από μικρό παιδί, ποικίλα βιοποριστικά επαγγέλματα, φτώχεια. Το διήγημά του «Αχ… καιρός γι’ αγάπη!» είναι πολύ κοντά στα χαμσουνικά πρότυπα των περίπλοκων ερωτικών σχέσεων: νέος με βιολί φτάνει σε νησί όπου μπαίνει θεληματάρης σε πλούσιους παραθεριστές. Η όμορφη κόρη τού κηρύσσει τον πόλεμο, τον ταπεινώνει διαρκώς. Όταν στο τέλος τον διώχνουν, η κόρη τού ομολογεί πως τον αγαπά. «Κι εγώ, είπα βαριά κι απελπισμένα. Και συνέχισα το δρόμο μου…» [31].

 

    Κοινωνική ανισότητα και παλινωδίες μιας κόρης περιλαμβάνει και το διήγημα «Χαμόγελο σε πληγωμένα χείλη». Άνεργος, άστεγος, πεινασμένος, ψάχνοντας για δουλειά, ο ήρωας σχετίζεται με μια κοπέλα που φαίνεται να τον εκτιμά, διαρκώς όμως του παίζει το παιχνίδι της προσέλκυσης και της απόκρουσης, ενώ τέλος φαίνεται να προτιμά κάποιον άλλον, έναν πλούσιο, τον Ζαννό. Ο αφηγητής-ήρωας στο πρόσωπο του πλούσιου νέου αναπαράγει την ατμόσφαιρα και  ταυτόχρονα απορρίπτει το «φαντασιακό σύμπαν» της βραχύβιας ελαφριάς λογοτεχνίας, αδυνατώντας να μετακινηθεί από τη φτωχή γωνιά της καθημερινής βιοπάλης στις κοσμοπολίτικες λεωφόρους των στείρων ονείρων  των  αστών του Μεσοπολέμου. Ο φτωχός ήρωας φλερτάρει με την αυτοκτονία, αλλά τελικά επιβιώνει [32]. 

 

    Το πάθος του συγγραφέα σημαίνει παράλληλα την απουσία κοινωνικής συμπαράστασης και την ανυπαρξία συλλογικής αλληλεγγύης [33], συνιστά δηλαδή έναν πλάγιο τρόπο κοινωνικής αμφισβήτησης. Και σ’ αυτήν την επιλογή ο Μενέλαος Λουντέμης δεν είναι ο μόνος. Η λειτουργία της λογοτεχνικής ταυτότητας του χαμσουνικού αλήτη σε πλείστους όσους συγγραφείς του Μεσοπολέμου οδήγησε στην αναγωγή του σε ιδιόρρυθμο σύμβολο της «προλεταριακής λογοτεχνίας» [34]πριν την καθιέρωση του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» [35].

 

1934. Μόσχα. Ο Κ. Βάρναλης με τον Δ. Γληνό (δεξιά) και τον Κανονίδη, διευθυντή του ελληνικού θεάτρου του Σοχούμ, στο συνέδριο Σοβιετικών συγγραφέων.

 

«Η Ποίηση του Βάρναλη» - έγραψε ο ΜενέλαοςΛουντέμης - «δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι».

 

    Η λογοτεχνική μορφή του αλήτη ιχνηλατεί δηλαδή τους δρόμους της πολιτικής δράσης, δεδομένου ότι «της γης οι κολασμένοι» υλοποιούν με την ύπαρξή τους την επαναστατική προοπτική και συνάμα δακτυλοδεικτούν την «παρακμή του αστικού καθεστώτος» [36]. Με δυο λόγια, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα νεορομαντικό πρότυπο αντικομφορμισμού, διαμαρτυρίας, φυγής και απελευθέρωσης. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στα 1938, στο μεσουράνημα της μεταξικής δικτατορίας, που φυσικά δεν επέτρεπε στους αριστερούς διανοουμένους γλαφυρές περιγραφές των βαθύτερων τους κοινωνικών και πολιτικών πεποιθήσεων…

 

    Ο ρομαντικός τόνος των διηγημάτων της συλλογής αυτής και το αισθηματολογικό πρίσμα του αφηγητή ίσως στερούν ένα μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης από τον σύγχρονο αναγνώστη, ωστόσο δεν τον εκβιάζουν ιδεολογικά, τα διηγήματα απεικονίζουν μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και διαθέτουν σχετικά ολοκληρωμένους χαρακτήρες.

 

    Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς του νεαρού –τότε- και πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα είναι και το διήγημα που ακολουθεί: «Ήθελα να ’ξερα ποιος ειν’ αυτός ο νέος». Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, ο αφηγητής καταγράφει τη δική του ιστορία και η εστίαση είναι εσωτερική, παράγοντες που δημιουργούν έντονα την αίσθηση της αυτοβιογραφικής αφήγησης:

 

Ήθελα να ’ξερα ποιος ειν’ αυτός ο νέος [37]

 

    Το καλοκαίρι ψυχορραγούσε στις δεντροστοιχίες… Οι ογροί πισσωμένοι δρόμοι που τα καλοκαίρια βρομούσαν «μπιτούμ», σαν ιδρωμένοι κόρφοι, τώρα στρώθηκαν από φύλλα, αυτά τα άρρωστα πεσμένα φύλλα που είναι μια θλίψη να τα βλέπεις. Φέτος οι ζεστές αύρες τα ξεγέλασαν. Το χιόνι αργοπόρησε στα βουνά κι αυτά μένανε ξεχασμένα στα δένδρα. Όλα τα μικρόζωα είχαν ξεθαρρέψει.

    Κι εμείς (εγώ κι οι άλλοι ξεσπιτωμένοι) ελπίζαμε κρυφά. Ελπίζαμε κι εμείς πως δεν θα τελείωνε το καλοκαίρι. Πως μπορεί να μετάνιωσε ο χειμώνας… Μπορεί και το Ημερολόγιο να παραστράτησε μια φορά. Όλα έτσι έδειχναν και μας παρηγορούσαν. Κι η φουντωμένη πρασινάδα των λόφων… Κι η χλόη του Κεντρικού Κήπου… και τα στέρεα φύλλα.

    Και ψες ακόμη… Ακόμη ψες… Όλα ήταν γαληνεμένα και παρήγορα. Ψες ακόμη… Η θάλασσα άχνιζε ατάραχη στο Σαρωνικό. Και τ’ αστέρια μας χαιρετούσαν από ψηλά. Κι η χτεσινή μέρα τελείωσε με καλοκαίρι. Κανείς δεν υποψιάστηκε το κακό. Και το πρωί έφερε την παγωνιά.

    Τόσο αναπάντεχα ήρθε ο φετινός χειμώνας.

    Τι να ’κανα; Ήρθα πάλι εδώ. Έφερα απ’ τα ταξίδια μου το σκοπό μου νεκρό. Γύρισα πάλι εδώ στην Αθήνα. Όχι για να βρω τη χαρά και τον έρωτα που ζήτησα στα ταξίδια… Όχι πια. Γύρισα σαν το χελιδόνι που επιστρέφει στο κλίμα του. Σαν γερασμένο ζώο που επιστρέφει να ξαπλώσει και να τελειώσει στα χώματά του.

    Έκλεισαν κιόλα δυο βδομάδες… Πότε πέρασαν δυο βδομάδες;

 

    Τα φύλλα κυλούσαν παραζαλισμένα στο σταυροδρόμι. Η βροχή έδερνε τρελά τα πάντα.

http://v.pstatic.gr/bp/4611686020576324417.jpg    Πυκνές δέσμες νερού ραβδίζανε την αντικρινή μαρκίζα, ώσπου ο αέρας την άρπαξε, την στροβίλισε ψηλά και την παράτησε στα μεσόκλωνα της ψηλής λεύκας.

    Ένας θρήνος γίνεται μ’ αυτές τις μοναχικές λεύκες των Αμπελοκήπων. Τα κέντρα με τις πολύφυλλες τζαμαρίες κλείσανε βιαστικά. Και τα γκαρσόνια, με τις μπλούζες τους τις κάτασπρες, συλλογιούνται ακίνητα πίσω τους. Το μάτι τους το έξυπνο και σφαγιαστικό είναι πνιγμένο από θολή απόγνωση. Τα αυτοκίνητα της λεωφόρου Κηφισιάς κατρακυλάνε με πολεμικό αφηνίασμα. Ένα μπακαλόπαιδο με ψώνια κοροϊδεύει το σφύριγμά τους. Δε δίνει δεκάρα για το τίποτα. Με μια λινάτσα καμωμένη κουκούλα, τσαλαβουτάει στα νερά και σφυρίζει.

    Εδώ μέσα στο καταφύγιο του τραμ είμαστε συναγμένοι κοντά τριάντα άνθρωποι. Οι είκοσι εννιά απ’ αυτούς χουχουνίζουνε, μ’ ευχάριστο γέλιο, τα χέρια τους και περιμένουν το τραμ.

    Να, τώρα δα θα ’ρθει και θα τους πάει στα ζεστά σπίτια τους. Είναι μεταξύ τους και μια όμορφη ψηλή δεσποινίδα με σοσόνια. Τσαλακώνει ένα «LU». Μόλις θα το πήρε. Ρίχνει κάπου κάπου μια επιπόλαια ματιά στα πρώτα εικονογραφημένα φύλλα και κοιτάζει τον ορίζοντα που θα φέρει το τραμ. Θα κάθεται σε ψηλό σπίτι και θ’ ασχολείται με τα νύχια της. Είναι κι ένας παχύς κύριος με ροζ επιδερμίδα. Τα τρυφερά του κάτω άκρα τα ’χει αποθηκευμένα σε γυαλιστερές γαλότσες. Δεν αδημονεί καθόλου. Εγώ ζαρώνω, όλο και πιο πολύ, στη γωνιά του βάθους, μην τύχει και με μυριστούνε και με διώξουνε.

    Είναι αδύνατο να πω πόσο με πονούν τα πόδια μου. Ο χειμώνας θαυματουργεί αδυσώπητα εκεί κάτω, μες στα ξεσολιασμένα πάνινα παπούτσια. Σε λιγάκι θα τελειώσει κι η μέρα. Οι άνθρωποι με τα χριστουγεννιάτικα ψώνια τους θα ’χουνε φύγει. Ύστερα θα προχωρήσει η νύχτα. Ύστερα το υπόστεγο αυτό με τα ζεστά χνότα θ’ αδειάσει. Και σε λιγάκι θα κλείσει.

 

    Τώρα που έκλεισε που θα πάω; Που θα πάω;

    Ο ουρανός αδειάζει λυσσαλέα ωκεανούς νερό απ’ το βλοσυρό του ύψος. Αυτόν τον ωκεανό που χύνεται κατακλυσμικά απάνω μου… αυτόν τον πόντο που γδέρνει το πληγιασμένο τομάρι της γης… αυτά, αυτόν θα ’χω για πάπλωμά μου απόψε.

    Περνώ δρομέα απ’ τι λεύκες. Τα φύλλα τους είναι ψάθα στην ογρή γη, κι αυτές αναστενάζουν γυμνές. Εκεί καθώς με τύφλωνε η βροχή, καθώς τους σκέπαζαν τα φύλλα, βούλιαζα σε πολλούς λάκκους.

    Με σφιγμένα δόντια, με δαγκωμένη ψυχή έτρεχα ένα δρόμο από διακόσια μέτρα με την ελπίδα πως θα ’βρισκα κανένα υπόστεγο. Ύστερα το πήρα απόφαση. Απελπίστηκα και βάδιζα καταμεσής στη λεωφόρο. Είχα ποτίσει νερό ως την ψυχή μου. Τώρα πια θα ήταν μάταιο ό,τι και να ’βρισκα. Τώρα τίποτα δε μ’ ωφελούσε, τίποτα δε μ’ έσωζε. Η δυστυχία μ’ απόσπασε τελειωτικά απ’ τους ανθρώπους. Άλλοτε, με τη λιγότερη φτώχεια, οι λιγοστοί γνώριμοί μου, αυτού του κόσμου, θα με κοίμιζαν σ’ ένα διάδρομο, σε μια κουζίνα. Τώρα δε θα μ’ έβαζαν ούτε στο χοιροστάσι τους.

    Θυμήθηκα τα Μαυσωλεία… Αυτά τα νεκρόσπιτα με την ωραία αρχιτεκτονική. Με τους υποβλητικούς τρούλους τους, τ’ αυστηρά μπαρόκ τους. Να κλείνουνε τη βορά του χρόνου, ένα μικρό σακουλάκι μουχλιασμένα κόκαλα. Κι αυτό το μικρό αποκαϊδι, τη φουχτίτσα αυτή τα κόκαλα, να τα προστατεύει απ’ τη λύσσα του βοριά ένας στέρεος, απόρθητος θόλος. Κι εμένα; Εμένα να με απαγχονίζει η μπόρα όξω από τις κατοικίες των νεκρών. Να μ’ εμπαίζουνε τα ζωντανά κόκκινα χείλη και η στοιβίτσα τα κόκαλα. Η σφριγηλή ζεστή σάρκα, και το δεματάκι απ’ τ’ αποφάγια της ζωής. Να γελάει μαζί μου η ζωή και τ’ απορρίμματα της… Ο θάνατος και το σιχαμερό του λάφυρο…

    Τώρα δα, τώρα δα, σιμώνει και τελειώνει η μισή νύχτα. Η φρίκη γελάει με τ’ άσαρκα δόντια κάποιου κρανίου. Χορεύει στο σκοπό της θύελλας. Απάνω στα λαστιχάτα ζεστά ντιβάνια πόσα νέα κορμιά τώρα δε θα τονίζουνε το τραγούδι της δημιουργίας… Πόσες ηδονικές φρικιάσεις στις φωτισμένες κάμαρες. Πόση αλλοφροσύνη ζωής!! Η Στουτγκάρντη θα μεταδίδει σταθερά και ανενόχλητα τα «Ναχτσκοντσέρτ» της. Και τ’ αφτιά θα ηδονίζονται ρεμβαστικά πάνω στις μαλακές πολυθρόνες.

 

    Λεωφόρος Αλεξάνδρας…

    Είναι μια νεκρή φλέβα της Πρωτεύουσας. Μια τεντωμένη κορδέλα που ακουμπάει στην πολύβουη στράτα των Πατησίων και κόβεται στους Αμπελοκήπους. Η «Σόνια», καθώς την περνάω, είναι σβηστή, το καμπαρέ «Χόλιγουντ» μεσουρανεί. Ένα βιολί ζυγιάζει τις τρίλιες του πάνω στο γδούπο της τζαζ. Ο αέρας μου φέρνει κάτι ξεφτισμένες σπασμωδικές δοξαριές.

    Τα πυκνά κιλοβάτ σπαταλούνε εκατοντάδες «κηρία» στα πολύφωτα.

    Για μια στιγμή ένα κεφάλι ζωγραφίζεται στο τζάμι. Ύστερα ένα δεύτερο. Το κέντρο σφεντόνιζε στην άσφαλτο μια φαρδιά σπαθιά από φως. Εκεί διακρινότανε όλη η λύσσα της βροχής. Εκεί που διασταυρώνουνται οι δυο καταρράχτες. Ο δικός της και του κέντρου. Εκεί, στο φωτισμένο κομμάτι του δρόμου, είχα «την τιμήν» ο περαστικός εγώ, να «επισύρω την προσοχήν» που λένε, αυτών των ωραίων ματιών. Ήμουνα ένα κόσμημα στην ωραία φαντασμαγορία της νύχτας. Ναι, ήμουνα ένα πολύ σπαραχτικό χάρμα!

    Η φωτεινή ζώνη έμεινε πίσω μου. Δεν πέρασε πολλή ώρα και δυο φεγγίτες άνοιξαν μες στη νύχτα. Δυο μικρές ελπίδες που πλησίαζαν ορμητικά. Ήταν τόσο φεγγοβόλοι που περίμενα, ανάμεσα απ’ τη βροχή, να παιχνιδίσει η Ίρις…

    Μα δεν ήταν έτσι… δεν ήταν έτσι. Κείνες οι στρογγυλές τρύπες ήταν τα μάτια της βουδικής θεότητας. Ανήκαν σ’ ένα κλειστό αυτοκίνητο που οι ρόδες του πέρασαν σύρριζα στα πόδια μου. Κάποιο λεπτό χέρι θα βγήκε από το «μανσόν» τους για ν’ ανασηκώσει το κουρτινάκι. Μέσα απ’ τις κορνίζες του ρίμελ, τα μάτια της θα με κοίταζαν σαν σπάνια γαρνιτούρα του δρόμου. Τα χείλη της θα ’σκασαν σ’ ένα μικρό γελάκι… Έπειτα θα στράφηκαν ελαφρά και θα «εναποτέθηκαν» πολύ κινηματογραφικά στο στόμα του. Ήμουνα στο πάρκο της διασταύρωσης, στο κηπάκι με την πισίνα που τα καλοκαίρια τσαλαβουτάει με ξεφωνητά το παιδομάνι.

    Εκεί, άλλη μια ρουκέτα έλουσε το δρόμο και περπάτησε κατά την Ομόνοια. Εκεί οι κεραίες της περίχυσαν έναν κινούμενο μαύρο όγκο. «Άνθρωπος» μου ήρτε να ουρλιάξω. «Ένας άνθρωπος!» «Ένας άνθρωπος στον απάνω κόσμο!»

    Τον έφτασα. Βάδιζε σερνάμενος κάτω από ένα υπόστεγο. Εκείπάνω η βροχή τραγουδούσε σαν λάμια. Είχε μια λαδιά μπαλωματιά στο λιωμένο παλτό του και βάδιζε. Ήταν κι αυτός για κλάματα. Πήγαινα ξοπίσω του και βροντούσα κόντρα τέμπο τα βήματά μου μη μ’ άκουε και στρεφότανε. Τίποτα.

    -Καλησπέρα, του κάνω, μια σπιθαμή μακριά απ’ τ’ αφτιά του.

    Κείνος γι’ απάντηση μου γρύλιξε. Η φωνή του ήταν και δεν ήταν ανθρώπου. Το κεφάλι του το ’χε φασκιωμένο σε κουρέλια.

    Τον ακολουθούσα και τον κουβέντιαζα. Κάτω απ’ το σωρό τα κουρέλια μού αποκρινόνταν κάτι οργισμένα βογκητά. Δεν θα τον άφηνα πια… ήταν δικός μου! Παπαγάλιζα τα βογκητά και τα καμώματά του. Τρέκλισμα αυτός, τρέκλισμα κι εγώ. Λοξοδρόμισμα, λοξοδρόμισμα. Μα εκεί στο σταυροδρόμι του Χαλκοκονδύλη το παράκανε το λοξοδρόμισμα. Μπήκε σε μια φαρδιά πόρτα του νούμερου 26, κι εγώ τον ακολούθησα. Ανέβηκε τις σκάλες, τις ανέβηκα κι εγώ. («Πρώιος-Μηχανικός» έλεγε μια ταμπέλα). Έσπρωξε μια πόρτα, τον βοήθησα. Μπήκε αυτός πρώτος με το λαδί του μπάλωμα, μπήκα κι εγώ στο κατόπι του. Και βρεθήκαμε σε μια σάλα. Βρομούσε βαριά κι απροσδιόριστα εκεί μέσα. Απ’ τις γωνιές της αναδινότανε μια δυνατή μπόχα από άπλυτα και λιγδιασμένα ρούχα. Και ιδρώτας… πολύς ιδρώτας πληγιασμένου κορμιού. Απ’ τις ψηλές κολόνες του δρόμου μπαίνανε οι ανταύγειες των λαμπιονιών, που κρεμασμένα σαν κουδούνια παράδερναν μες στη θύελλα. Τι φως τους χοροπηδούσε στη σάλα. Και τότε μέσα σ’ ένα δυνατότερο ανέμισμα είδα κάτι στοίβες σκεπασμένες μ’ εφημερίδες που σαλεύανε στο ρυθμό της αναπνοής.

    Ο άνθρωπός μου διευθύνθηκε τρικλίζοντας σε μια γωνιά με στρωμένες εφημερίδες. Γκρεμίστηκε απάνω τους κι έμεινε.

    Εμένα μ’ έτρωγε η συλλογή. Τι κορμιά και τι ένστικτα έκρυβαν κάτω τους αυτές οι εφημερίδες;

    Έδωσα αφτί στο δρόμο. Οι στέγες αγκομαχούσανε απ’ τον αέρα και τη βροχή. Ζυγιάστηκα λίγα λεπτά ακόμη ανάμεσα στην ιδέα να φύγω ή να ξαπλώσω; Έγειρα στο δεύτερο. Σωριάστηκα κι εγώ στον τοίχο. Το νερό μού είχε ποτίσει ως και το τελευταίο κύτταρο.    

    Ήξερα τι με περίμενε. Κάθε αντίδραση ήταν ανώφελη… Ο θάνατος δεν θα ’ρχόταν, ο θάνατος ήταν εκεί. Έμπαινε απ’ όλους τους πόρους. Ζάρωα και τον περίμενα.

    Απ’ τη γωνιά της πόρτας άρχισε μια γκρινιάρικη μουσική. Το τελευταίο κορμί του τοίχου μούγκριζε και βλαστημούσε. Βλαστημούσε όλα τα όσια των ανθρώπων. Κάποια στιγμή σηκώθηκε. Κοίταξε ένα γύρω με μάτια πεινασμένου σκύλου. Ύστερα μούντζωσε γη και ουρανό και χάθηκε απ’ την πόρτα, αφού τη βρόντηξε με λύσσα. Απ’ τις γωνιές για απάντηση φύτρωσαν μεμιάς όλα τα εκλεκτά άνθη της ελληνικής αγανάκτησης και κατασίγασαν ξανά κάτω απ’ τις εφημερίδες.

    Πέρασε μισή ψυχρή ώρα ακόμη. Το καταβρεχτήρι της βροχής ράπιζε με πείσμα τα τζάμια. Ένα δοκάρι της αντικρινής στέγης γκρεμίστηκε με πάταγο. Κείνη ακριβώς την ώρα άνοιξε κι η πόρτα. Άνοιξε με θρίαμβο. Το γκρινιάρικο κορμί της γωνίας είχε ξαναγυρίσει. Κάτι ξεχώριζε ψηλά στο χέρι του.

    -Απάνω ρε λέχρες!!

    Δίνει μια κλοτσιά σ’ ένα σωρό από εφημερίδες. Ύστερα σηκώνει ψηλά το χέρι του που τελειώνει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα.

    -Απάνω μωρή κόφαααα!! Κοίτα, κοίτα… Κοιτάτε με όλοι! Καραβασίλης «κληρωτός». Τόνε σούφρωσα από το κιόσκι του Κολοβού!

    Άρχισε να πετάει τσιγάρα σ’ όλες τις κατευθύνσεις. Τότε έγινε κάτι θαυματουργό. Απ’ τους σωρούς τις εφημερίδες άρχισαν να φυτρώνουν, να ξεπετιούνται κάτι αποτελειωμένα κορμιά… κάτι ερείπια. Άναψαν και κάπνιζαν. Οι τοίχοι γιόμισαν μικρές φωτιές και καπνούς. Δεν ήταν άνθρωποι παρά –κυριολεκτικά- ένας σωρός καπνιζόντων ερειπίων, που γράφουνε οι εφημερίδες.

    Η αντικρινή λάμπα της κολόνας έσπασε, και το φως τραβήχτηκε ξαφνιασμένο. Οι φωτίτσες των τοίχων δυνάμωσαν και σβούσαν σαν γατίσια ματάκια που παίζανε τα βλέφαρά τους. Κατόπι μια μια τις κατάπιε η νύχτα. Μετά απ’ τις σπιθίτσες αυτές που παραχώθηκαν στη χόβολή τους, ακολούθησε ένα τρίψιμο χαρτιών. Τα ερείπια ξαναθάβονταν κάτω απ’ τις εφημερίδες. Ακολούθησε μια σιωπή στυγνή, σαν αφούγκρασμα. Η γκρίνια της βροχής είχε κατασιγάσει. Είχε παραδοθεί κι αυτή στη σιωπή.

    Ώρα για αναπαμό.

   Η αληθινή σιωπή στον κόσμο είναι λίγη σαν την αλήθεια. Υποβάλλει και μεγαλουργεί όπως αυτή. Σου διαπερνάει το λογισμό σαν μια δέσμη καθαρής ημέρας. Ορμάει μέσα σου, σου ξεδιπλώνει τις πτυχές. Όπως ένας μυστικός ήλιος σε διαποτίζει ανάμεσα απ’ τις ραφές του κρανίου σου.

    Η ζωή σε μένα στάθηκε ένα κήτος σαρκοβόρο, και οι άνθρωποι τα δόντια του. Ένα οχτρικό κήτος… που δεν αγάπησα παρά αυτό. Αγάπησα αυτό και τα δόντια του τόσο πιο πολύ, όσο βαθύτερα μπήχτηκαν στις σάρκες μου. Τ’ αγάπησα και το πίστεψα… στο όνομα των πληγών μου. Ναι. Η ζωή στάθηκε σε μένα μια φωτιά. Με τη φούχτα μου απάνω της ορκίζομαι πως δεν αγάπησα παρά αυτήν… με την απανθρακωμένη φούχτα μου πάνω της! φωνάζω με τη φωνή του κάρβουνου πως θα την αγαπώ χωρίς κατάληξη, πως η πίστη μου σ’ αυτήν δεν θα ’χει συντέλεια.

    Θα ήθελα (αχ… πόσο θα το ήθελα) να την αγαπώ για τα τριαντάφυλλα που θα μου χάριζε, μα την αγαπώ και για τ’ αγκάθια της. Γονατίζω μπροστά στην ωραία ζωή που δεν τη σπατάλησα. Βάζω το χέρι μου πλατιά στην καρδιά και τα’ ορκίζομαι με μελανά χείλη. Δεν τη σπατάλησα. Δεν ξόδεψα καν ούτ’ ένα σπυράκι της. και θα φύγω με το χρυσό μου αυτό απόθεμα άγγιχτο.

    Η σιωπή σε τούτη τη θλιβερή ώρα μου με νανούρισε σαν θλιμμένη μητέρα. Μ’ ένα καλοκαιρινό σύννεφο με ταξίδεψε σε ήμερα στοργικά τοπία.

    Τούτη την ώρα στα χωριά θα βροντάνε τις πόρτες και θα τραγουδάνε τα κάλαντα.

 

Εκ της Περσίας έρχονται

τρεις Μάγοι με τα δώρα.

 

    Γιατί να μην τους συντύχαινα στο δρόμο αυτούς τους τρεις μάγους; Δε θα τους ζητούσα τίποτα ακριβό. Θα τους παρακαλούσα μονάχα να μ’ άφηναν να ψάξω λιγάκι στα δισάκια τους. Δεν θα τους άγγιζα κανένα απ’ τα δώρα τους. Θα τους άφηνα την «σμύρναν» και τον «λίβανον» να τα πήγαιναν στον προορισμό τους. Μονάχα για κανένα ξεροκόμματο θα ’ψαχνα στα δισάκια τους, και λίγη ζεστασιά θα ζητιάνευα απ’ τους τζουμπέδες τους.

    Και ήρταν οι Μάγοι. Ακριβώς την ώρα της μεγάλης σιωπής. Όπως τους περίμενα. Ακουότανε το βήμα τους στις σκάλες, σαν κύμα που πλησιάζε να σκάσει. Κι έσπασε η πόρτα… Η κλοτσιά δόθηκε από γερό πόδι κι η πόρτα παραδόθηκε

    Οι Μάγοι δεν ήταν «εκ της Περσίας», ήταν απ’ τον Πόντο. Μπήκαν εχτρικοί και καταχιονισμένοι. (Φαίνεται πως θα το ’χε στρώσει για καλά έξω). «Αστήρ λαμπρός» τους οδηγούσε: Ένας φακός που ερεύνησε με μίσος τους τοίχους.

    -Πρέεεε!! Ντε φτάτε αδακά; Α σην Δεφτέραν δεν είπα σας να «άρον ντον γκράβατόν σας» γκαι να μπεριμπαντήτε;

    Δίνει μια κλοτσιά στον πρώτο.

    -Πρέεε! Σούκω πρέε! Σούκω λέω σε! Την πίσ’ νας να…

    Τα κατοπινά είναι ένας σπαραγμός. Είχε κάτι το ομηρικό το πάλεμά μας. Πρώτος αντιστάθηκε στο ξεπόρτισμα ο γκρινιάρης της πόρτας. Κείνοι οι τρεις «Μάγοι» ήταν Ηρακλήδες. Οι δυο ήταν στρατολογημένοι απ’ το αντικρινό πυγμαχικό ρινγκ της «Αλάμπρας».

    Ο αγώνας στάθηκε άνισος. Τι ψυχή είχαμε εμείς οι μισεροί να τα βάλουμε με τους πυγμάχους!

    Σε πέντε λεπτά με ματωμένα χείλη χυμένα δόντια, σπασμένες μύτες, αφήναμε τη μεγάλη πόρτα. Μας πέταξαν σαν μια φτυαριά σκουλήκια. «Περιοδικόν Η Φιλοτέλεια» έλεγε η ταμπέλα της πόρτας «Πατησίων 26». Η φιλοτέλεια!! Χα αα χάαα…

    Το χιόνι χυνόταε βιαστικό. Βάλθηκε μ’ επιμέλεια ν’ ασπρίσει τη γη. Οι άνθρωποι είχανε ξεμπουκάρει πρωινοί απ’ τα σπίτια τους. Οι καμπάνες τους καλούσαν επίμονα και θυμωμένα. Η μέρα σταμάτησε δισταχτική στα σύνορα της Πεντέλης. Μα οι άνθρωποι αδιαφορούσαν και βάδιζαν. Βάδιζαν έξαλλοι από ζωή… Βιαστικοί και άκαρδοι.

    Πολυάσχολα, μάταια ανθρωπάκια, όσα με προσπερνάτε. Εσείς που τραβιέστε προφυλαχτικά για να μην αγγίξετε τα κουρέλια μου… είσαστε προσωρινά όσο κι αυτά, όσο και τα «καμηλό» σας. Παιχνιδιάρικα ζωάκια μπουχτισμένα από ζωή, είμαστε ολόιδιοι. Γδυνόμαστε και βλέπουμε… Έχουμε από πέντε αισθήσεις και τέσσερα άκρα. Γιατί είσαστε τόσο άπονα μαζί μου;

    …Αχ, οι άσπρες αυλές των σπιτιών τώρα στα χωριά. Τα τζάμια με το γαλάζιο καπνό, με τον πιο γαλάζιο καπνό τουκ κόσμου. Οι θεόρατοι σωροί απ’ τα κούτσουρα που θα λιγοστεύουνε… θα λιγοστεύουνε… Και κάτω απ’ τα τελευταία ένα βιαστικό γυμνό λουλουδάκι που θα φρίσσει… Μάνα μου πόσο όμορφη πρέπει να ’ναι η ζωή… η ζωή που δε γνώρισα!

    Το χιόνι δεν μετανιώνει καθόλου για την κακία του. Αυτή η συφορά που πέφτει απ’ τα θολά ύψη δίνει στα σχήματα κάτι αλαβάστρινες γραφικές καμπύλες. Δεν πρόφταιναν οι άνθρωποι να βαδίσουνε και γεμίζανε απ’ αυτά τα κάτασπρα ροκανίδι.α

    Μας βγάλανε όλους μαζί απ’ τη μεγάλη πόρτα. Σαν ένα κοπαδάκι άφρρωστα ζώα που τα βγάζουνε για βοσκή και κείνα είναι σίγουρα πως πάνε για να πεθάνουν. Αυτό ήταν αναπόφυγο.

    Αύριο στις πανηγυρικές εφημερίδες με τις χρωμολιθογραφίες μετά τα επιδόρπια, θα διάβαζε ο χορτάτος κόσμος ωραίες πρόζες και ποιήματα. Παραπεταμένες σε μια άκρη θα διάβαζε και κάτι ψιλές γραμμίτσες για ένα δυο θανάτους ‘εκ ψύξεως’. Τι κατάπτωση… Ούτε και να πεθάνεις δε σ’ αφήνουνε στη γλώσσα σου.

    ‘Εκ ψύξεως’. Ψέμα! Εγώ απλώς μόνο από ξεπάγιασμα θα πήγαινα.

    Οι εφημεριδογράφοι δεν θα τσιγκουνευτούνε σ’ εντυπωσιακές φράσεις. Ίσως να τους κατέβαζε το ξερό τους να γράφανε ότι το μούτρο μου είχε κάτι το ξαφνιασμένο και πεισματάρικο. Θα του βρίσκανε αποτυπωμένα τα ίχνη μιας αντίστασης ως τα έσχατα. Θα του βρίσκανε πολλά. Ποιος τους κρατούσε; Ό,τι θέλανε θα του βρίσκανε.

    Ο άνθρωπος με τα ράκη βογκούσε πίσω μου. Κείνος με το λαδί μπάλωμα στη ράχη. Στα Χαυτεία είχε κιόλας περάσει μπροστά μου.

    Οι άνθρωποι με περνούσαν και άσπριζαν και σβήνανε μες στο χιόνι. Ω οι χιονάνθρωποι… οι χιονάνθρωποι… Θα λιώσουν με τον πρώτο ήλιο… Τι ωφελεί να είναι κακοί;

    Τον άνθρωπο με το μπάλωμα… Δεν έπρεπε να τον χάσω. Δεν έπρεπε… Είχε ένα ένστικτο δυνατό αυτός. Κάποιο καταφύγιο θα ξανάβρισκε. Μα αυτό το χιόνι που μ’ αφήνει να ξεδιακρίνω;

    Το μπάλωμα! Το λαδί μπάλωμα! Το χάνω, το βρίσκω – το χάνω, το βρίσκω… Καρφώνω το μάτι μου απάνω του και τ’ ακολουθώ σαν υπνωτισμένος.

    Μπροστά μου βαδίζουνε ένας τοίχος από ράχες χιονισμένες.

    Αχ… γιατί να χιονίζει τόσο πολύ;… Και νυστάζω. Μα πρέπει να τ’ ακολουθάω, να τ’ ακολουθάω, το μπάλωμα.

    Οι άνθρωποι περπατάνε και ασπρίζουνε… Όλο περπατάνε και ασπρίζουνε. Δεν κάνουν άλλο παρά να περπατάνε και ν’ ασπρίζουνε…

    «Εκ ψύξεως». Όχι… Δεν ήθελα εκ ψύξεως. Ούτε από ξεπάγιασμα ήθελα. Δεν ήθελα να πεθάνω. Δε θέλω –δε θέλω- δε θέλω…

    Ας έβλεπα ακόμα μια φορά ήλιο και ύστερα. Ας τον έβλεπα ακόμη μια φορά…

    «Εκ ψύξεως»… Α! το χιόνι… το χιόνι…

    Να τη…να τη κι η δική του ράχη. Θ’ ασπρίσει τώρα. Όλα τα παλτά θ’ ασπρίσουν. Και τα καινούργια και τα ράκη. Όλα. Κοίταξε κει… Τι όμοιοι που κατάντησαν, σαν γυμνοί!

    «Ενδύονται κομβία». Να το! Κείνη την ταμπέλα, τι έξοχη! Είναι σπλαχνική σαν μοναστήρι. Ως και τα κουμπιά λυπάται και τα ντύνει. Μα πρέπει για να σε λυπηθεί να γίνεις «κομβί». Όχι κύριε δεν «ενδύονται κορμιά», λάθος κάνετε. «Ενδύονται κομβία». Αχ πλάστη, λάθος που το ’κανες. Κι εγώ τώρα κρυώνω αδικημένος. Κρυώνω σαν το κουμπί και νυστάζω σαν άνθρωπος. Νυστάζω ως το θάνατο. Και πώς να παλέψω με τη νύχτα; Τα βλέφαρά μου είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμου. Το αιστάνομαι να μου κλείνουν το φως σαν μπρούτζινα καπάκια.

    Το μπάλωμα… Πρέπει να τ’ ακολουθάω το μπάλωμα. Είναι το πανάκι της παρηγοριάς. Μα που μ’ αφήνει το χιόνι; Αχ το χιόνι. Είναι άπονο σαν εφεύρεση ανθρώπων. Δεν καταλαβαίνει. Δεν ξέρει να καταλαβαίνει. Βάλτηκε να βγάλει ασπροπρόσωπη την αμαρτωλή γη μέσα σε μια νύχτα.

    Το μπάλωμα!... Το μπάλωμα!... Το μπάλωμα!... Αχ… Τώρα πάει… έσβησε… Μπροστά στα μάτια μου απλώθηκε μια θολή παγωμένη έκταση. Το μπάλωμα έκλεισε.

    Ήταν μια μικρή φελούκα που ναυάγησε μέσα στη χιονοθύελλα. Κάτω απ’ τα βλέφαρά μου θάφτηκε το φως. Κουκουλώθηκα μέσα στον άσπρο θάνατο… σαν το πουλί που ξαναγίνεται αβγό.

    Το χιόνι αύριο θα γίνει πάλι νερό. Θα σωθεί. Ο Θεός δε θα ’χει να ρίξει άλλο μπαμπάκι. Θα τελειώσει το μπαμπάκι του. Μπορεί να τελειώσει και το μπαμπάκι των αφτιών του, και να μας ακούσει, και να στείλει ζέστη.

    Ξημερώνει. Ναι… Η μέρα ξεμερώνει… τι είν’ αυτό; Τι είν’ αυτό στο χώμα που γυαλίζει; Χα;… ένα σαλιγκαράκι, ένας σερνάμενος Διογένης με τον πίθο του στη ράχη. Ε! γεροκυνικέ. Βρήκες εσύ εκεί κάτω άνθρωπο;…Βρήκες; Εγώ δε πάνω όχι.  

    Με τη «Ράντνικα» ο συγγραφέας αφήνει τον αστικό χώρο ακολουθώντας τα ίχνη του αφηγητή-ήρωα του και περνά στην μακεδονική ύπαιθρο, έναν τόπο που θα αποτελέσει προσφιλές του θέμα επί πολλά χρόνια. Υπάρχει εδώ και πάλι ένας φτωχός διάβολος, που μοιράζει πρόθυμα τα αποθέματα της ψυχής του σε όσους του το ζητούν. Ο Λουντέμης περιγράφει με εξαιρετικά έντονα χρώματα τους ανθρώπους και τα ήθη του χωριού του και πετυχαίνει το πιο σημαντικό: να φέρει τον αναγνώστη κοντά στα συναισθήματα και τις ιδέες του ήρωα [38].

Ράντνικα  [39]

    Ο αμαξόδρομος σταματούσε στο ρίζωμα. Από κει κι επάνω έπρεπε να κάνεις άλλες εννιά ώρες με μουλάρι στο δρόμο που ανέβαινε με καγκέλια στο βουνό. Να περνούσες τα θεόρατα τσουγγάνια και ύστερα να ’πιανες την πλαγιά που θα σ’ έριχνε μες στην πευκόφυτη κοιλάδα. Στο βάθος της γκρίζο κι αράθυμο κοιμότανε το Γκλάιτσκο.

    Στη μέση του δρόμου απορούσα κι αναρωτιόμουνα. Πώς να μην είχα μετανιώσει και να γύριζα πριν ακόμα μπω στην καρδιά της περιπέτειας;

    Με το να είμαι τόσο τίμιος στο βουβό λόγο μου και με το να έχω την κουτοφιλοτιμία να πραγματοποιώ όλες τις αποφάσεις της στιγμής, ριχνόμουνα σ’ αυτή την περιπέτεια που ένας Θεός μονάχα ήξερε αν θα ’βγαινα ζωντανός.

    Το Γκλάιτσκο είναι ένα χωριό πάρα πολύ μικρό, της βορειοανατολικής Μακεδονίας, σε μια πανύψηλη κοιλάδα, εκεί κατά τα σύνορα, που την περικυκλώνουν βράχοι στοιχειωμένοι. Σωστή μια βουνίσια Μονεμπασιά! Οι κάτοικοί του κάνουν χρόνους ολόκληρους να επικοινωνήσουνε με ανθρώπους και για τους περισσότερους απ’ αυτούς ο κόσμος τελειώνει εκεί που αρχίζουν οι βράχοι. Για τις γυναίκες εκατό στα εκατό.

    Το φαϊ τους είναι καλαμπόκι («τσινίτσκα») ανάλεστο, που το βράζουνε ολόκληρη μέρα μέσα σε κάτι χωματένιες χύτρες («γκίρνα») ώσπου να λιώσει και ύστερα ρίχνουνε μέσα κάτι κόκκινες μικρές πιπεριές σαν κεράσια, που καίνε φωτιά!

    Νηστεύουνε τις περισσότερες μέρες του χρόνου.

    Αν στο διάστημα της νηστείας τύχει και πέσει κανένα γίδι, το κόβουνε κοψίδια και το κρεμούνε πάνω απ’ το τζάκι να ξεροκαπνιστεί, και τις σκόλες το τρώνε.

    Τα ρούχα τους μέσα κι όξω είναι από γιδόμαλλο κι οι στρώσες τους γιδοπροβιές.

    Στο χωριό, που ήταν το τελευταίο όριο του κάμπου, περίμενα τέσσερις μέρες∙ κι όλο αυτό το διάστημα δεν έκανα άλλο παρά να παρακαλώ να μ’ ανεβάσουν.

    Κάποιος συγκινήθηκε στο τέλος∙ «ποιος ξέρει τι θα έχει», σκέφτηκε, και σαμάρωσε το μουλάρι του. 

    Πριν ανέβω με φωνάζει παράμερα ο χαντζής και μου λέει στ’ αφτί:

    -Για όνομα του Θεού, μην τύχει και σε πάρει μάτι αντρός να μιλάς ξεμοναχιασμένος σε γυναίκες, θα κατεβείς χίλια κοψίδια κάτω!

    Κούνησα το κεφάλι μου. Το ’ξερα καλύτερα απ’ αυτόν…

    Ναι, το ’ξερα καλύτερ’ απ’ αυτόν και χάιδεψα στην τσέπη μου το χαϊμαλί του Τράικο.

    Ο Τράικο…

    ………………………………………………………………………………………………………….....

    Ένα βράδυ που πηδούσα στο μαντρότοιχο του Αρδηττού –περασμένη ώρα- για να κοιμηθώ, βρέθηκα μύτη με μύτη με κάποιον που ανέβαινε από μέσα. Τα μάτια μου φωσφόριζαν απ’ την αγριάδα και την πείνα.

    Στην αρχή αγριοκοιταχτήκαμε. Έπρεπε κάποιος να πισωδρομήσει για ν’ αφήσει δρόμο στον άλλονε, γιατί το μέρος που είχε ξεχωρισμένες τις πέτρες για σκαλοπάτια χωρούσε και δε χωρούσε ένα σώμα.

    Πρώτος μαλάκωσε αυτός και ξανακατέβηκε μέσα, μου έδωσε το χέρι –μπράβο!- να κατεβώ. Εγώ μουγκός, σαν αγρίμι που χάνει την ευκαιρία για καβγά, κίνησα να χωθώ μες στο δάσος.

    -Στάσου!...

    Γύρισα για να τον βρίσω.

    -Που πας αυτού μέσα; Συνέχισε κείνος.

    Η φωνή μαρτυρούσε άνθρωπο βουνίσιο.

    Γύρισα και στάθηκα μπροστά του. Η στάση μου ήταν μια ερώτηση και μια απειλή. «Απειλή;» ήτανε να γελάει κανείς και να με λυπάται.

    Αυτός φαινότανε κολοσσός μπροστά μου. Μα γιατί η απειλή να μη στρεφότανε στον εαυτό μου που τόσο ζητούσα ευκαιρία να τον ξεκάνω με κάποια δικαιολογία;

    Αυτό ήτανε.

    -Ρωτάω τι πας να κάνεις μέσα τέτοια ώρα; Μου ξαναλέει γλυκά. Είναι μεσάνυχτα. Δύο.

    -Εσύ τι έκανες;

    -Εγώ…δίστασε –άφησέ με μένα. Πες μου εσύ∙ μήπως πήγαινες για ύπνο; Δεν έχεις δωμάτιο;

    -Έχω δεν έχω να μη σε νοιάζει. Μήπως η μούρη σου έχει; Απόχτησε πρώτα κι ύστερα πουλάς φιλανθρωπίες!

    Κείνος πάντα με το μέλι στο στόμα:

    -Εγώ έχω, μου λέει. Μη σου κακοφαίνεται. Έλα. Δε θέλεις να ’ρθεις να κοιμηθείς σε μένα;

    -Μακεδόνας είσαι!! Του φωνάζω άγρια κι ήμουνα έτοιμος να πεθάνω από χαρά.

    -Πως το κατάλαβες;

    -Πως το κατάλαβα; Το κατάλαβα. Μη ρωτάς. Τι θέλεις; Που με πας τώρα;

    -Πάμε! Μου λέει. 

    Πηδήξαμε μαζί τον τοίχο. Ποιος να το πίστευε; Το σπίτι του ήταν στο Βοτανικό.

    -Μα άκουσε δω, έλεγα πολύ απορημένος, έκανες όλο αυτό το δρόμο για να δεις αυτό το ψωροβούνι; Και τέτοια ώρα;

    -Μπορούσα να ξενυχτάω κει πάνω… είπε με τρεμάμενη φωνή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο βουνό. Καταλαβαίνεις τώρα. Ζω λίγη πατρίδα κει πάνω. Αλλά ας βιαστούμε τώρα. Άλλη φορά θα τα μάθεις. Θα μάθεις πολλά. Τώρα πάμε για ύπνο. Θα νυστάζεις πολύ. Κι εγώ το ίδιο, και πρέπει να σηκωθώ τα χαράματα. Δουλεύω κοντά σ’ έναν Αρβανίτη στραγαλατζή. Έχουμε μαζί ένα μαγαζάκι.

    Λίγη ζέστα χύθηκε μέσα μου. Του ’σφιξα βουβά το χέρι. Κείνη την ώρα αγαπούσα όλο τον κόσμο. Τα φώτα τρέμανε σαν αθώα παιδικά μάτια που νυστάζουν. Ανασήκωσα το κεφάλι κι είδα τον ουρανό. Χα!... υπήρχε ουρανός! Ένα μικρό αστρουλάκι μέσ’ απ’ τα σύννεφα μου έκανε πονηριές.

 

    Το πρωί, για πρώτη φορά ύστερ’ από τόσον καιρό ξεπόρτισμα ξυπνούσα κάτω από στέγη κι απάνω σε ρούχα.

    Χάιδευα τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια. Με κοιτούσαν όλα μ’ ένα ήρεμο και ζεστό βλέμμα. Τόσον καιρό είχα ξεχάσει πως υπάρχουν κι αυτά τα όμορφα πράγματα.

    Αγρίμι καθώς ήμουνα, είχα χάσει όλες τις αισθήσεις μου κι αυτό το σαπούνι εκεί είχε μια μυρωδιά που ανέπνεε μητέρα.

    Πάνω απ’ τη λεκάνη, μπροστά στον καθρέφτη, καθώς σαπούνιζα το σπασμένο μου πρόσωπο, ξύπνησε μέσα μου ο «κανακάρης» της μάνας μου που έτρεμε στο προσκέφαλό μου αν φύλλο τις νύχτες. Το χαϊδεμένο αγόρι της γιαγιάς μου που ήμουνα «εγώ κι ο κόσμος όλος».

    …Με πήρε ένα μικρό παράπονο κι έκλαψα σιγανά σιγανά, κοιτάζοντας τρυφερά στον καθρέφτη καθώς ένας πατέρας κοιτάει το γερασμένο παιδί του που γύρισε από μακρινό ταξίδι. Μια λοξή πρωινή αχτίνα μου άγγιξε το μάγουλο. Χαμογέλασα. Είπα δίχως φωνή: Καλημέρα, καλημέρα. Κι ύστερα πάλι έκλαψα.

    Μέσα μου σάλεψαν κάτι θαμπά όνειρα, κάτι κομμένα φτερά.

    Ρίχτηκα μες στον εαυτό μου να μαζέψω τ’ απορημάδια του. Πάσχιζα να τον ξεγελάσω ότι δεν είχαν τελειώσει όλα… ότι έμενε λίγος καιρός για να γίνει κάτι ακόμη.

    Δοκίμασα να ξαναστήσω την ξεχασμένη φωνή μου. Καμώθηκα τον χαριτωμένο και γέλασα με τα δόντια μου τα άλλοτε τόσο καθαρά και τα χείλη μου τα τόσο κόκκινα. Γέλασα· κι ύστερα έσφιξα το χέρι μου να χτυπήσω κείνο το βρομερό γέρο του καθρέφτη. Ξαφνικά όμως οι ιδέες μου ήρθαν ανάποδα! Έκανα να μαδήσω το μούτρο μου, να χύσω τα μάτια μου κι ύστερα το χέρι μου κρεμάστηκε… Ήμουνα ανήμπορος. Τον αγαπούσα.

    Είχα χάσει χρόνια τη ζωή μου και την έβρισκα σήμερα ετοιμόρροπη… μα την αγαπούσα. Έπειτα αν το ’κανα το κακούργημα στον εαυτό μου τι θα ’λεγε ο Τράικο; Ο Τράικο που θα πονούσε τόσο;

    Όχι δε θα άξιζε να του δώσω τέτοιο τρόμο αυτού του παιδιού.

    Τινάχτηκα! Θα δοκιμάσω – όχι να σκοτωθώ! όχι!!.. Κόψε τα νύχια με κείνο το ψαλιδάκι εκεί!... Ω! τι όμορφο –είδες;- αυτό το ψαλιδάκι! Πάρε και κείνα τα πέντε τάλιρα που σου άφησε ο φίλος μας ο Τράικο! Διάβασε και κείνο το σημειωματάκι που σου λέει: «Να κόψεις τα μαλλιά σου και τα γένια σου κι ύστερα να πας να τον βρεις στον Ηλεχτρικό που σε περιμένει να πάτε για μπάνιο και να φάτε στο Φάληρο». Εμπρός! Εμπρός, λοιπόν, γέρο μου!

    Αα!.... δεν κάνεις καθόλου καλά ν’ αφήνεις τις πόρτες ανοιχτές που φεύγεις!...

    Γύρισα να κλείσω την πόρτα κι αργοπόρησα λίγο για να χαϊδέψω το χερούλι της. Ο δρόμος απλωνόταν ολόφωτος κάτω απ’ τον ήλιο.

 

    Σ’ ένα παγκάκι του κήπου μού τα είπε τα παρακάτω.

    Είχε αρχίσει έτσι:

    «Το χωριό μου δεν μπορείς να το ξέρεις. Είναι μακρινό και άγνωστο. Οι συχωριανοί μου είναι αγρίμια. Αλλά θρήσκοι πολύ. Να λείψουν την Κυριακή απ’ την εκκλησιά, εκτός απ’ τα κορίτσια, το ’χουνε μεγάλο αμάρτημα. Στα σπίτια μας, τα κεραμίδια, οι κάμαρες, τα τζάμια και τα έπιπλα είναι πράγματα άγνωστα. Εκεί η νοικοκυροσύνη μετριέται απ’ τα γιδοπρόβατα που θα ’χει ο καθένας. Η οικογένειά μου είναι μια απ’ τις καλύτερες. Η μάνα μου είναι από χρόνια πεθαμένη. Στο σπίτι μας ζει ο πατέρας μου με μια αδελφή μου μικρότερη. Τη λένε Ράντνικα και μ’ αγαπούσε πολύ. Το ξέρω πως τώρα κάθε μέρα θα κλαίει. Μα δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς.

    -Γιατί δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς, Τράικο;

    Αναστέναξε…

    -Στο σπίτι μας δίπλα είχε το σπίτι του ο Ντίμκε Νέπκα με το ομορφότερο κορίτσι του χωριού, τη Νεντέλκα, που τη λέγανε χαϊδευτικά «Κίτκα» (λουλούδι). Η αγάπη καταλαβαίνω να είναι το πιο όμορφο πράγμα, μα για τους χωριανούς μου είναι αμάρτημα και καθένας που θα ’βλεπε παλικάρι να μιλάει –μονάχα να μιλάει!- με κορίτσι, θ’ αμάρταινε αν δεν τον σκότωνε.

    Από πολύ μικρή την αγαπούσα. Ένα πρωί, με χρυσό ήλιο, τη σταμάτησα μπροστά στην αυλή τους. «Γλυκό μου λουλουδάκι» της λέω. Ήθελα να της πω πως την αγαπούσα με αγάπη πού μεγάλη. Της έδειξα τον ουρανό… Κείνη έγινε φωτιά να λιώσει απ’ την ντροπή της. στην ώρα μια σφαίρα περνάει σύρριζα στ’ αφτί μου. Πως έφυγα και ποιους δρόμους πήρα δε θυμάμαι. Σε μια ώρα ήμουνα χωμένος σε μια νεροσυρμή που τη σκεπάζανε πυκνά βάτα. Ως τη βαθιά νύχτα έκανα συντροφιά μ’ ένα ζευγάρι χελώνες. Από κει ως το άλλο φώτισμα παίρνω τον κατήφορο και μαζί μου κατρακυλούσανε τρόχαλα και βράχοι που μου στήνανε άγριο κυνηγητό. Πήρα μακρινούς δρόμους. Την αγαπούσα δυνατά τη ζωή μου κι ήθελα να περάσω απ’ την άκρη του δρόμου που να μη με φτάνει ο κίνδυνος. Σ’ ένα χρόνο κουτσοδουλεύοντας από το κάθε χωριό που περνούσα έφτασα εδώ στην Αθήνα. Σήμερα κλείσανε πέντε χρόνια. Έμαθα και γράμματα σε νυχτερινό σκολειό, έμαθα τόσα πράματα.

    -Τράικο! Γράψε ένα γράμμα. Μπορεί να παντρεύτηκε.      

    Ποιος θα το διαβάσει; Έπειτα είπες «να παντρεύτηκε». Όχι δεν την παίρνει κανείς. Ούτε ένας τελευταίος.

    Ένα πράμα ήθελα. Να μάθαινα αν ζουν, να μάθαιναν ότι ζω· γιατί ποιος ξέρει τι θα νομίζουν για μένα! Μα ποιος να πάει κει πάνω; Θα μπορούσα να δώσω όλη μου τη ζωή κι όλα μου τα χρήματα! όλη μου τη καρδιά. Μα ποιος θα πήγαινε;

    Το άλλο βράδυ την ώρα που σκόλασε το μαγαζί και γυρίζαμε μαζί σπίτι, αυτός με βαρύ κεφάλι, του έσφιξα γερά το μπράτσο. «Τράικο! Εγώ θα πάω. Είπες ότι δίνεις όλη σου τη ζωή, όλα σου τα χρήματα και όλη σου τη καρδιά. Κρατώ την καρδιά και πάω».

    -Σ’ ευχαριστώ… έκανε με πνιχτή φωνή.

    Ήτανε ένα ξανθό δυνατό παλικάρι κι όμως έκλαιγε.

 

    Βγάλαμε και μια φωτογραφία μαζί την άλλη μέρα. Έκοψε και το χαϊμαλί του απ’ το λαιμό – φτιαγμένο απ’ τη γιαγιά του. Θα τα ’παιρνα και θα τα ’δειχνα και τα δυο.  

    Ξεκίνησα από το σπίτι πρωί την ώρα που οι σκούπες σήκωναν στον ουρανό βαριά σύννεφα σκόνης.

    Τραβούσα προς τη λαμπικάδα… Άνοιγε ένας μικρός προορισμός στη ζωή μου τώρα. Η περιπέτειά μου άνοιγε μια διάπλατη αγκαλιά γιομάτη υποσχέεις.

    Το τρένο που έπεφτε μες στα χωριά και τα δέντρα, έμοιαζε σαν δράκος που κύλησ’ απ’ τα βουνά.

    Έτσι καθώς έτρεχε μου ’δινε το αίστημα της φευγάλας και του εαυτού μου απ’ τη μουχλιασμένη ζωή του κοινού φτωχανθρώπου.

 

    Και να ’μια τώρα καβάλα στο μουλάρι, στη μέση του βουνού.

    Οι βράχοι με τους γκρεμούς που κάστρωναν την κοιλάδα άρχισαν να διαγράφονται σ’ ένα βλοσυρό φόντο. Νύχτωνε…

    -Άιντε λίγο ακόμα και θα κονέψουμε, ακούω τον αγωγιάτη.

   -Θα κονέψουμε; Τι πα’ να πει δηλαδή, φτάσαμε;

   -Στο Γκλάιτσκο όχι ακόμα. Θέλουμε τρεις τέσσερις ώρες. Αλλά θα κάτσουμε να ξαποστάσουμε και να φάμε –κι εμείς και το ζο- εδώ παραπάνω σ’ ένα πετροκάλυβο.

    Το πετροκάλυβο ήταν μια σπηλιά λαξεμένη στο βράχο.

    Το τραγούδι μιας πηγής ανάμεσα στα βούρλα πάλευε με τη σιωπή. Ήπιαμε πολύ κι οι δυο. Στο βάθος της σπηλιάς ήταν κάμποσα καψοδαύλια και κάτι χοντρές ρίζες. Ανάψαμε φωτιά, στρώσαμε μια παχιά τσέργκα που ’χαμε πανωσάμαρα, και κοιμηθήκαμε κάμποσες ώρες. Με ξύπνησε ο αγωγιάτης, νύχτα ακόμα, και ξαναπήραμε πάλι την ανηφοριά.

    Ανάμεσα στους πετρόλοφους, στην μπασιά, ακούσαμε την καμπάνα. Ξημέρωνε Κυριακή. Ο αγωγιάτης έβγαλε το σκούφο του. Αναστέναξε. Έβηξε.

    -Μεγάλο κουράγιο το ’χεις, βρε παιδί, λέει ανάμεσα στους σταυρούς του, ν’ ανέβεις εδώ πάνου. Το ξέρεις ότι είσαι ο πρώτος ξένος;

    -Τι πείραζε;

    Μια αγριάδα με πήρε. Το χωριό είχε φανεί. Μέσα στο βαθύ πράσινο των καστανιών κοιμότανε κατ’ από ’να γκρίζο σκέπασμα καπνού.

    -Σε ποιανού σπίτι θα κονέψουμε;

    -Στου Μπάι Τόλη Σκόσλε.

    Ο αγωγιάτης με κατέβασε δε με κατέβασε, καβαλίκεψε κι έφυγε. Ήθελε να προφτάσει πριν τον βρει η νύχτα.

    Έμεινα κει μπροστά στην κλειστή πόρτα μην ξέροντας τι να κάνω. Από ζωντανό ψυχή δε φαινότανε. Νόμιζα πως κοιμισμένο μ’ έριξε ένα κακό όνειρο μέσα στη ζούγκλα.

    Χτύπησα… Σαν αντίλαλος του χτύπου μου δυο βήματα σίμωσαν από μέσα ως το κατώφλι και μια παράξενη υγρή φωνή κοριτσιού.

    Τα ’χασα. Τι θ’ απαντούσα;

    -Ανοίξτε… Ανοίξτε, σας παρακαλώ. Και κατάπια την ανάσα μου.

    Τη γλώσσα τους την ήξερα αρκετά, αλλά αν τη μιλούσα σίγουρο ήταν πως δε θα μ’ άνοιγε για όλον τον κόσμο.

    -Παρακαλώ ανοίξτε, ξανάπα.

    Άκουσα κάτι μπερδεμένες λέξεις από μέσα. Ξεχώριζα μονάχα το «Νο κόζεμ» (δεν μπορώ). Και ύστερα πάλι:

    -Κόια; Κόι; (Ποιος είναι; Ποιος;)

    -Γιας (Εγώ).

    -Ποιος εσύ; Δεν είναι εδώ ο πατέρας μου.

    -Ατήνα! Ατήνα!!... Τράικο!

    -Τράικο;; Σο βόλες; Ουμπρέ ζάβαλη Τράικο. (Ο Τράικο; Τι λες; Πέθανε ο καημένος ο Τράικο).

    Αλλά δεν άντεξε κι άνοιξε να δει. Ένα πρόσωπο ροδακινί με ανήσυχα γαλανά μάτια. Ποτέ δεν είδα ένα τόσο όμορφο δροσερό πρόσωπο.

    -Ω! Φύγε! Φύγε! Έκανε τρομαγμένη. Πήγαινε στην εκκλησία! Στον πατέρα μου.

    Είπε να πήγαινα «στην εκκλησία, στον πατέρα της». Και πήγα. Απ’ όξω ακουγότανε μια γέρικη φωνή: «Παναγία Παρθένεενεε»! Κι ύστερα μια άλλη τρεμουλιαστή: «Το άγιόν σου Πάαθος!» Μπήκα. Όλα τα μάτια καρφώθηκαν πάνω μου. Άναψα ένα κερί και προχώρησα κατά το στασίδι του ψάλτη που είχε χάσει και τα λόγια του και τη σειρά του.

    Στο μεταξύ είχε τελειώσει το «Σοφίια ορθοί» κι από μέσα ο παπάς έλεγε τη συναπτή για το τρισάγιο: «Άγιος ει ο Θεός ημών». Έκανα νόημα σκουντώντας τον ψάλτη να μ’ αφήσει να το ψάλλω.

    -Ζνάεις; (Ξέρεις;)

    -Άχα-ντα!

    -Πέε (Ψάλλε!) 

    Η συγκίνηση μ’ έκανε να τρέμω. Ναι, έψαλα καλά. Απ’ την ώρα αυτή έκανα το πρώτο βήμα του θριάμβου μου.

    Ίσαμε το Χερουβικό και μετά απ’ αυτό, τα μάτια των αγριμιών που ’κανα την τρελή επιδρομή στη φωλιά τους μαλάκωσαν, σχεδόν γλύκαναν με μια πρωτόγονη ημεράδα.

    Απόλυσε και βγήκαμε. Κινδύνεψα να χάσω το χέρι μου και τον αριστερό μου ώμο απ’ τις χειραψίες που τις ακολούθησε μια κατραπακιά και μια αληθινή ιαχή.

    -Σνντρρράο!!

    -Κόι σάκας;

    -Κόι πάλας;

    -Γιαλ’ να ντόμο.

    (Ποιον θέλεις; Ποιον γυρεύεις; Έλα σε μας. Έλα στο σπίτι μας).

    -Μπάι Τόλη Γκόσλε γκου σάκαμ (τον μπάρμπα Τόλη Γκόσλε θέλω). Ντιέκαϊ (Που είναι;)

    -Τόλη Γκόσλε σάκας; μου κάνει ένας πανύψηλος. Γιας σαμ! (εγώ είμαι) και μου σφίγγει τους δυο ώμους.

    Ήταν αλήθεια. Κάτ’ απ’ τα δασιά του φρύδια φέγγιζαν οι γαλανές κόρες των ματιών του Τράικο.

    -Από πού ξένε; με ρωτά.  

     -Απ’ τον Τράικο!

    -Τράικο;;» και το ξαναλέγαν με μεγαλωμένα από έκπληξη μάτια.

    -Δεν πέθανε ο Τράικο;

    -Όχι.

    Ο γέρος με κόπο με ξεσκάλωσε απ’ τους άλλους, μ’ αγκάλιασε και με πήγε σαν χαρούμενο πεσκέσι στο σπίτι του. Απ’ έξω ακόμη φώναζε την κόρη του σαν παιδί.

    -Ράντνικα! Βίντις; Ήρτε απ’ το Τράικο.

    -Τρά-ι-κο;;; έκανε κι αυτή σαν τρελή.

    -Ντα, είπα εγώ κι έβγαλα τη φωτογραφία και το χαϊμαλί.

    Άρπαξε η Ράντνικα τη φωτογραφία: «Γιάγκου Τράικο Τάτκο! Πούλι Τράιο!!!», φώναζε. «Βίντιμε, Τράικο!» (Κοίταξε με Τράικο).

    Εγώ την πρόσεχα… Κάτ’ από μια λεπτή καμπύλη μαύρων φρυδιών γυάλιζε η ανήσυχη θάλασσα δυο γνωστών μου ματιών. Δεν τον γνώριζαν καλά. Έφυγε με βουνίσια ρούχα και τώρα τον βλέπανε αλλιώτικο.

    -Τυ (Εσύ!), μου κάνει σε μια στιγμή που βλέπει εμένα δίπλα του στη φωτογραφία και με κοιτάζει άφοβα στα μάτια.

    -Ντα, γιας! (Μάλιστα, εγώ).

    -Τυ ήμας σέστρα; (Εσύ έχεις αδελφή;)

    -Νέμα (Δεν έχω).

    -Ζένα; (Γυναίκα;)

    -Νέμα.

 

    Έμεινα δέκα μέρες. Τις πρώτες δυο είδα κι έπαθα ώσπου να συνηθίσω τα φαγιά τους, μα ύστερα η πείνα –και μια πείνα- μ’ έκαναν να τα υποφέρω.

    Ξέχασα. Είχα φέρει της Ράντνικας μια ζακετούλα και μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα για τα μαλλιά. Της έδειξα πώς έπρεπε να τη φοράει. Όλο γελούσε και μου ’λεγε «Άρνο ιμπαντζία» (Καλέ ξένε).

    Κάθε φορά που θα γύριζα απ’ τον περίπατο, έτρεχε να τα φορέσει βιαστικά και ποτέ δεν κατάφερε να δέσει φιόγκο την κορδέλα. Μια μέρα της έβγαλα απ’ το πορτοφόλι μου ένα καθρεφτάκι. Τα είχε χάσει που έβλεπε ένα κορίτσι μέσα. Της το χάρισα κι άρχισε μαζί του ολοήμερες κουβέντες και κρυφογελάσματα.

    Ο μπάι Τόλη πήγαινε να δει τα κοπάδια. Εγώ έκανα εκδρομές στους λόφους. Και γύριζα άμα άρχιζα να πεινώ. Η Ράντνικα μου είχε έτοιμο το φαϊ μου. Ένα μεσημέρι –μπαίναμε στην έβδομη απ’ τον ερχομό μου μέρα- τη βλέπω, καθώς γύριζα απ’ όξω, κοντά στη φωτιά να τρυπάει μια κάρτα μ’ ένα βελόνι.

    -Τι κάνεις εκεί, Ράντνικα; της λέω;

    -Μου ισβάιγκε ότσιτε! (της βγάζω τα μάτια!)

    Την αρπάζω και βλέπω τη φωτογραφία μιας ωραίας πεθαμένης μου φίλης που είχα μαζί μου.

    Κάθε άλλον θα τον κακομεταχειριζόμουνα μα τι μπορούσα να κάνω σ’ αυτή την αθώα Ράντνι;

    -Γιατί το ’κανες; της λέω μονάχα.

    -Γιατί την αγαπάς! μου λέει και την ξαναρπάζει.

    Δεν πρόφτασα να κάνω ούτε την παραμικρή κίνηση. Η φλόγα σε λίγο μου την έκανε στάχτη.

    -Αχ!... φώναξα όλο θυμό.

    Κείνη άρχισε να κλαίει. Τελείωσε. Έπρεπε να φύγω. Τα πράματα τραβούσαν άσκημα.

   

    Το βράδυ που είχα ξαναγυρίσει, τη βρήκα δίπλα στη φωτιά, καμωμένη ένα κουβάρι να μοιρολογά μ’ ένα παράξενο τραγούδι γιομάτο λυγμό.

    -Στάνι, μάικω μι… ντα μου βίντις… σέγκα μάικω μι… (Σήκω, μάνα μου, να με δεις… Τώρα μάνα μου…)

    Την πλησίασα δακρυσμένος.

    -Ράντνικα!... φτωχή μου… καλή μου, Ράντνι…

    Ξέσπασε σε δυνατό αναφιλητό και μ’ αγκάλιασε κάτω απ’ τα πόδια, καθώς στεκόμουνα. Τα μαλλιά της χρυσά και μπόλικα άστραφταν αντίκρυ στη φλόγα. Της σήκωσα το κεφάλι ήσυχα… Έκαιγε σαν φωτιά και τα μάτια της κόκκινα και υγρά με κοιτούσαν όλο παράπονο και ικεσία.

    -Ράντνικα… είπα, και κοίταξα ψηλά, ανήμπορος.

    Σφίχτηκα… ξελευτερώθηκα, και βγήκα.

 

    Το βράδυ σαν γύρισε ο γέρος, του είπα πως έπρεπε να κάνουμε τρόπο να φέρουμε τον Τράικο. Πήγαμε μαζί στον μπάι Ντίμκε Νέπκα, τον πατέρα της Νεντέλκας. Το κορίτσι είχε μείνει το μισό. Έλιωνε.

    Άμα ο μπάι Ντίμκε άκουσε πως ο Τράικο έγινε σπουδαίος και θα την παντρευότανε κι ότι αυτό το είπε ο «Άρνο ιμπαντζία» δέχτηκε κα;ι μου χούφτιασε το χέρι.

    Ο προορισμός μου είχε τελειώσει. Μπορούσα να φύγω τώρα.

    Κάτι είχε μυριστεί όμως η Ράντνι και την ώρα που έλειψε ο πατέρας της: «Ντεκ μι ουτάβας;» έλεγε και έκλαιγε. Που μ’ αφήνεις; Θα πεθάνω.

    Της είπα ότι θα έμενα ώσπου να με πάρει ο Θεός μαζί του γιατί ο Θεός μ’ έφερε. Ναι, αυτό το ’ξερε, το ’λέγαν  όλες οι γυναίκες, ότι ο Θεός μ’ έριξε μ’ ένα σύννεφο ίσα μες στην εκκλησιά τους να τους ψάλλω. Κι αν χανόμουνα πάλι ο Θεός –να μην έκλαιγε- πάλι ο Θεός θα μ’ έπαιρνε όπως μ’ έφερε…

    Το παραδέχτηκε. Το πρωί της είχα πει ότι θα πήγαινα πάλι περίπατο και να μου έψηνε καλό φαί γιατί θα γύριζα κουρασμένος και θα πεινούσα.

   Οξ’ απ’ το χωριό με περίμενε ο μπάι Ντίμκε Νέπκα, συμπέθερος πια, και με κατέβασε.

    Πριν να γείρουμε στους βράχους, γύρισα και είδα για τελευταία φορά το Γκλάιτσκο. Μαύροι και βαρύ κούρνιαζε μες στις καστανιές του. Οι βράχοι της ανατολής και της δύσης ξεπετιόταν σαν δυο μασέλες. Λες και χασμουριόταν η γη. Ένα σταχτί σύννεφο ανέβαινε απ’ το χάσμα του σαν μετέωρο χνότο.

    Εκεί στο βάθος, σ’ ένα σκοτεινό σπίτι ένας ξανθός ήλιος περπατάει πάνω απ’ τους ώμους της Ράντνικας. Σκύβει, σηκώνεται, κυλάει στο κενό των τοίχων… Φέγγει σε δυο χέρια που μου ετοιμάζουνε το φαϊ μου.

    Αχ μικρή μου Ράντνικα, άγγελε γεμάτε φως, μάτια γλυκά μου θαλασσιά… ο κόσμος από σήμερα θα είναι γαλάζιος, μα εγώ πώς να τον ζήσω; Τώρα περνώ τα δασωμένα σας βουνά, μα ακούω κιόλας το τραγούδι της βουής, το τραγούδι που κάνουν οι αλυσίδες, οι βαριές αλυσίδες της Αθήνας… 

   Ο Πέτρος Χάρης, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Νέα Εστία αντιμετωπίζει κι αυτός θετικά την πρώτη εμφάνιση του Μ. Λουντέμη στην πεζογραφία. Χαρακτηριστικά στην κριτική του αναφέρει: «[…] Οι εντυπώσεις μου από τα Πλοία που δεν άραξαν…μπορούσαν να περάσουν σε λεπτομέρειες και να σταθούν στις καλύτερες ή στις χαρακτηριστικότερες σελίδες τους. Προτιμώ όμως να επιμείνω σ’ ένα ακόμη γενικό γνώρισμα των διηγημάτων του κ. Λουντέμη, που είναι και το αξιολογότερο. Και ο ‘Άγγελος με τα χέρια στις τσέπες’ μου άρεσε, και το ‘Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια’ το ξαναδιάβασα χωρίς κανένα κόπο, και τη ‘Ράντνικα’, που είναι το καλύτερο διήγημα της συλλογής, στάθηκα πολύ. Περισσότερο όμως στάθηκα στην απροσποίητη έκφραση που γεμίζει ολόκληρο το βιβλίο, στο ξέσπασμα αυτό που κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη και τον πληροφορεί ότι ο νέος που έγραψε τα Πλοία που δεν άραξαν… δεν έστιψε το μυαλό του, αλλά έψαξε στην ψυχή του και εκεί βρήκε τους πυρήνες των διηγημάτων του. Ο κ. Λουντέμης δεν είναι ένας κατασκευαστής. Δεν έρχεται να προσθέσει στην πεζογραφία μας σελίδες που τις έδωσε η μεγάλη προσπάθεια και η μακρόχρονη άσκηση. Έρχεται να πει το τραγούδι του – το τραγούδι της δυστυχίας. Και καθώς δεν βλέπω πολλούς νέους να βρίσκονται στον ίδιο δρόμο, κάνω με ιδιαίτερη χαρά τη διαπίστωση αυτή» [40].

 

Επιστροφή


[1] «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).

[2] Στα «βήματα» του Μέλιου... Βασισμένη στο σπουδαίο, αυτοβιογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», ήταν η ομότιτλη μουσική παράσταση που παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση (20, 21/11/2009, 8.30μμ), στην αίθουσα «Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, σε μουσική Γιώργου Βούκανου, κείμενα - σκηνοθεσία Γιάννη Βόγλη και στίχους Μαίρης Βούκανου. Το «Νεανικό Πλάνο», επίσης, σχεδίαζε το 2008 να περάσει στην κινηματογραφική παραγωγή με αρχή το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, με σενάριο - σκηνοθεσία Δ. Σπύρου, σε διεθνή συμπαραγωγή (Ελλάδα-Καναδάς-Βουλγαρία).

[3] Και βέβαια δεν είναι μόνο η παραγνώριση του έργου του Μενέλαου Λουντέμη. Μακριά η Ρόζα Ιμβριώτη, η Ρίτα Μπούμη - Παπά, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, η Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη και τόσες άλλες. Ίδια αντιμετώπιση έχει και ο Θέμος Κορνάρος, ο Νίκος Καρβούνης, ο Φώτης Αγγουλές, ο Γεράσιμος Σταύρου, ο Ζήσης Σκάρος, ο Θράσος Καστανάκης και βέβαια ο Βασίλης Ρώτας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Χάρης Σακελλαρίου και μια πλειάδα άλλων νεότερων που πλούτισαν τη λογοτεχνία της Αντίστασης.

[4] Βλ. Έφη Μαρίνου, «Όσα φέρνει ο χρόνος», από την έντυπη έκδοση Επτά, (24 Ιουλίου 2011), εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 24 Ιαν 2012. Τη θεατρική διασκευή σκηνοθετεί ο Γιάννης Ρήγας στις παραστάσεις που δίνονται στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη. Μια τρίλεπτη παρουσίαση στο YouTube: http://youtu.be/1CHVzsusk5o.

[5] Όλγα Σέλλα, Όσα μας ενδιαφέρει για να διαβάσουμε, Γ’ Πανελλήνια Ερευνα Αναγνωστικής Συμπεριφοράς από το ΕΚΕΒΙ, εφημ. Καθημερινή, 05-04-2011.

[6] Σύμφωνα με το Δήμο Εξαπλατάνου, φέρεται γεννημένος το 1911. Άλλες πηγές τον εμφανίζουν γεννημένο το 1906 ή το 1907. 

[8] Το Κρατικό Οικοτροφείο Εδέσσης τον περιέθαλψε σε ηλικία έντεκα χρονών.

[9] Το πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου που κατατέθηκε από την κυβέρνηση το 1928 είχε τίτλο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Προέβλεπε ποινή φυλάκισης εναντίον οποιουδήποτε οργάνωνε ή κατεύθυνε κομμουνιστική ή παρόμοια κίνηση, που απέβλεπε στην ανατροπή με βίαια μέσα του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή στην επικράτηση, με τη βία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το δεύτερο άρθρο, τιμωρούσε οποιονδήποτε δημόσια υποστήριζε τον κομμουνισμό ή έκανε σχετικό προσηλυτισμό. Το τέταρτο και πέμπτο άρθρο απαγόρευαν όλες τις κομμουνιστικές συγκεντρώσεις, χαρακτηρίζοντας τες, εκ προοιμίου, ως «επικίνδυνες» για τη δημόσια ασφάλεια, καθώς και κάθε ένωση φυσικών προσώπων που διακήρυσσαν κομμουνιστική ή παρόμοια ιδεολογία. Είναι ο νόμος που έμεινε γνωστός ως «ΙΔΙΩΝΥΜΟ», και θα τεθεί σε ισχύ το 1929. Εφαρμόζεται με αυστηρότητα μέχρι το 1936, που θα αντικατασταθεί από έναν ακόμη πιο σκληρό νόμο της δικτατορίας Μεταξά.

[10] Ο Άγγελος Ελεφάντης αναφέρει πως «οι επίσημοι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία ακολουθούν απαρέγκλιτα την ακόλουθη γραμμή πλεύσης: αντικομμουνισμός, εθνικισμός, ελληνοκεντρισμός, γλωσσικός συντηρητισμός, εκπαιδευτικός σκοταδισμός. Είναι το νέο τρίπτυχο δίπλα στο πάντα χρήσιμο «Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια». Τα μεγάλα ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να γιατρέψουν την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους» (Βλ. Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, 3η εκδ., Αθήνα: Θεμέλιο, 1999, σελ. 380).

[11] Κώστας Γκριτζώνας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σ. 32.

[12] Κώστας Γκριτζώνας, ο.π. σ. 34-35.

[13] Την έκκληση υπογράφουν οι εξόριστοι: Τ. Φίτσος, Θ. Κλάρας, Καραμπέτσος, Σκράπας, Μάζαρης, Ι. Μολάς, Θ. Ριγανάς, Κ. Σανιδάς, Ι. Τσέκος, Ανδρεαδέλης, Δελόλμας, Τσουμάκος, Πετρίδης, Δράμιτσας, Καπόλας, Μωραΐτης, Ασ. Γκιουβέκας, Ταμπαζόπουλος, Παπαζήσης, Μ. Λίτσκας, Λ. Τζήμας, Μαντζαρίδης, Σαραντάκης, Σ. Μαρμαράς, Π. Καλαναρχόπουλος, Δ. Αλεξόπουλος, Κ. Μελίκογλου, Μίγκος («Ρίζος» 30/5/1933).

[14] Όπως εκείνη ενός νεαρού δασκάλου από την Πελοπόννησο, του Θόδωρου Γκοβάτσου, που εκτοπίσθηκε γιατί ο παπάς του χωριού του τον κατηγόρησε ότι δεν δίδασκε στους μαθητές του τα της δημιουργίας του κόσμου βάσει της Αγίας Γραφής, αλλά της επιστήμης  Ο δάσκαλος δεν ήταν κομμουνιστής. Έγινε μετά την εξορία, όπως πολλοί άλλοι. (Βλ. Μπερτ Μπερτλς, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ - Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σελ. 171-172).

[15] «Πολιτισμός: Μενέλαος Λουντέμης» από τη Δημοτική Επιχείρηση «Καταρράκτες Έδεσσας» (ΔΕΚΕ).

[16] Βλ. Βαγγέλης Σακκάτος, ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ, Γνήσια λαϊκός δημιουργός. Ο πρόωρα χαμένος Κεφαλονίτης συγγραφέας και το σημαντικό λογοτεχνικό του έργο, εφημ. Ριζοσπάστης, Ένθετη έκδοση: «7 μέρες μαζί», Κυριακή 21 Αυγούστου 2005, σελ. 4.

[17] Ένα ακόμη βραβείο με το οποίο τιμήθηκε ο Μενέλαος Λουντέμης ήταν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Προς τιμήν του, στο Βουκουρέστι δόθηκε το όνομα του σε δημόσιο κτίριο (Λουντέμειο Μέγαρο).

[18] Το Σεπτέμβριο του 1937, ο Τερζάκης τοποθετείται από το δικτατορικό καθεστώς σε μια ιδιαίτερα σημαντική θέση, αυτή του Γραμματέα του Βασιλικού Θεάτρου (την ίδια εποχή, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν ο Γ. Βλάχος, εκδότης της «Καθημερινής»). Το 1937 δύο ακόμη βενιζελικής κατεύθυνσης διανοούμενοι θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Δικτατορία, αναλαμβάνοντας πολιτικές θέσεις. Ο Γ. Σεφέρης αναλαμβάνει καθήκοντα κυβερνητικού εκπροσώπου για τις επαφές με τον ξένο τύπο και ο Πρεβελάκης διορίζεται διευθυντής στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας.

[19] Σωματείο «Οι φίλοι των γραμμάτων»: Το 1936, λίγο πριν από την εγκαθίδρυση του μεταξικού δικτατορικού καθεστώτος, ιδρύθηκε ο σύλλογος «Οι φίλοι των γραμμάτων» με την πρωτοβουλία μιας ομάδας προοδευτικών διανοουμένων, όπως ο Γιάννης Σιαφλέκης, ο Κίτσος Μακρής και ο Κώστας Στριμμένος. Σκοπός του συλλόγου ήταν η την πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια των μελών του καθώς και ο γενικότερος προβληματισμός για τα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής. Στο πλαίσιο αυτό οργάνωνε διαλέξεις και εκθέσεις εικαστικών στις οποίες συμμετείχαν πολυάριθμοι ομοϊδεάτες διανοούμενοι από τον ελλαδικό χώρο όπως οι Στρατής Μυριβήλης, Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σκαρίμπας, Νίκος Βέης, Ρόζα Ιμβριώτη Μενέλαος Λουντέμης κ.ά. (Βλ. «Βόλος, ένας αιώνας. Από την ένταξη στο ελληνικό κράτος (1881) έως τους σεισμούς (1955)», Εκδόσεις Βόλος, Βόλος 1999, σ. 205-6).

[20] Βλ. επίσης Μαρία Πολυχρονά, «Οι αλήτες του Κνουτ Χάμσουν και οι συνοδοιπόροι τους στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου», εισήγηση στο Γ’ συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2-4 Ιουνίου 2006. Πληροφορίες για τον Κνουτ Χάμσουν, δες Παράρτημα Κειμένων 2.

[21] Η συλλογή διηγημάτων «Το θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα (1933) μπορεί να βρίσκεται επίσης στα χνάρια του Παίζοντας με σουρντίνα, ο ήρωάς του όμως είναι ένας πραγματικός αλήτης· όχι ένας κατά βάθος καλότατος αγαθοποιός γέροντας, αλλά κάποιος που αληθινά ζέχνει απ’ την απλυσιά και διαπράττει του κόσμου τις δαιμονικές ανομίες. Ο Σκαρίμπας μιμείται τον Χάμσουν για να τον αναποδογυρίσει, αναποδογυρίζοντας ταυτόχρονα και ολόκληρη τη στηριγμένη στον «αγαθό» Θεό ηθική. Και ενώ η σχέση του Σκαρίμπα με τον Χάμσουν έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί από την δεκαετία του 1930, μονάχα η σύγχρονη έρευνα έχει δει την παρωδιακή ανατροπή του Χάμσουν που επιδιώκει ο Σκαρίμπας. (Βλ. Eleni Papargyriou, Reading Games in Twentieth Century Greek Fiction, κεφ. 5, «Playful montage and collage in Yannis Skarimbas’ Μαριάμπας», Οξφόρδη 2005).

[22] Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 238, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

[23] Η επίδραση των ρώσων ρεαλιστών στους νέους συγγραφείς της εποχής ήταν έντονη, όπως φαίνεται και από το ειρωνικό και δηκτικό συνάμα σχόλιο του Άγγελου Τερζάκη στα 1934: «[…] Τότε είναι που οι Ρώσοι συγγραφείς εισέβαλαν θριαμβευτικά στην Ελλάδα. Στα φιλολογικά υπόγεια έπνεε άνεμος άγριου θαυμασμού για τους ήρωες της αθλιότητας και της ανταρσίας. Εφήμερα λογοτεχνικά περιοδικά αγωνίζονταν να προτάξουν ένα οποιοδήποτε μεταφρασμένο από τα ρωσικά διήγημα επαναστάτη συγγραφέα και νεοσσοί των γραμμάτων, δίχως αύριο, επιζητούσαν στις υπερβολές του πιθηκισμού την ψυχική τους χειραφέτηση. Φορούσαν κούκους εργατικούς πάνω σε κεφάλια αχτένιστα, άφηναν γένεια προγεγραμμένων συγγραφέων της τσαρικής εποχής, ερωτεύονταν πλατωνικά κοινές γυναίκες καθώς οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι, του Γκόρκι και του Αντρέγιεφ…» (βλ. Άγγελος Τερζάκης, «Δημοσθένης Βουτυράς»· Νέα Εστία, αριθμ. 190, 15 Νοεμβρίου 1934, σελ. 1015).

[24] Πανσέληνος, ό.π., σελ. 251

[25] Εμμανουήλ Ρόϊδης, Άπαντα, τόμος 5ος, Φιλολογική επιμέλεια Άλκης Αγγέλου, Αθήνα 1978, σελ. 288-289.

[26] Ο Κνουτ Χάμσουν (4 Αυγούστου 1859- 19 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Νορβηγός λογοτέχνης, πρωτίστως γνωστός για το αριστούργημά του «Ευλογία της γης», για το οποίο και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920. Άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς, όπως ο Μαξίμ Γκόργκι, ο Τόμας Μαν και ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον θεωρούσαν μεγάλο δάσκαλο. Εν γένει ο Χάμσουν έχει χαρακτηριστεί ως ηγετική φυσιογνωμία της νεορομαντικής εξέγερσης και θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αν και επηρέασε πολλούς έλληνες συγγραφείς την περίοδο του Μεσοπολέμου, λίγες ωστόσο είναι οι σύγχρονες κριτικές αναφορές στο θέμα, γραμματολογικού κυρίως προσανατολισμού. Από αυτές ξεχωρίζουν το κεφάλαιο «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν» από την εισαγωγή στη Μεσοπολεμική Πεζογραφία του Παναγιώτη Μουλλά (βλ. Μουλλάς Παναγιώτης, «Εισαγωγή», στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993), το σύντομο αλλά διαφωτιστικό σημείωμα «Περί Αλητισμού» της Χριστίνας Ντουνιά στο περιοδικό Δέντρο (Ντουνιά Χριστίνα, «Περί Αλητισμού», Το Δέντρο,  33-34 (1987) σελ. 66-69) και το πρώτο κεφάλαιο της διατριβής της τελευταίας «Ο πλάγιοι δρόμοι της κοινωνικής αμφισβήτησης (βλ. Ντουνιά Χριστίνα, Λογοτεχνία και Πολιτική- Τα περιοδικά της Αριστεράς στο μεσοπόλεμο, Αθήνα: Καστανιώτης, 1996,  σελ. 29-53).

[27] «[…] Σύμβολο νεορομαντικής φυγής, ο αλήτης του Χάμσουν περιπλανιέται επίμονα μέσα στις σελίδες της λογοτεχνίας μας, επιβάλλοντας την πληθωρική και ανέμελη παρουσία του», θα γράψει ο Παναγιώτης Μουλλάς στο: «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», στην Εισαγωγή, στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993, σελ. 48.

[28] «Θα ήταν, νομίζω, ενδιαφέρουσα η μελέτη του πως από μερικά γραπτά του Φώτη Κόντογλου και από τις αξεπέραστες μεταφράσεις των έργων του Κνουτ Χάμσουν από τον Βάσο Δασκαλάκη […] δημιουργήθηκε στον τόπο μας μια ροπή προς τη λογοτεχνία της περιπλάνησης, που μερικές φορές άγγιξε τα όρια της αλητείας, με τον Νίκο Βέλμο, τον Στρατή Δούκα, τον Γιάννη Σκαρίμπα, τον Ν. Ι. Σαράβα, τον Θ. Κορνάρο, τον Νίκο Καββαδία, τον Χρήστο Λεβάντα, τον Βασίλη Λούλη, τον Γιάννη Μαγκλή, τον Μενέλαο Λουντέμη κ.ά., και σε συναφή, διαφορετικά όμως κλίματα, τον Πάνο Καραβία και τον Ν. Γ. Πεντζίκη» θα γράψει ο Τάσος Κόρφης στο κριτικό του έργο: «Ματιές στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου», δοκίμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1991, σελ. 248.

[29] Μ. Αναγνωστάκης: «Μετά από χρόνια κατάλαβε πως καμιά δεν αγάπησε όπως την Εδουάρδα», ΥΓ. [1983], Αθήνα 1992, σελ. 14. Πβ. την εξομολόγηση του ίδιου «Είμαι αριστερόχειρ, ουσιαστικά», Εντευκτήριο, τχ. 71 (2005), σ. 30: «Ο Χάμσουν εκείνη την εποχή, στον μεσοπόλεμο, ήταν κατεξοχήν ο ευνοούμενος της γενιάς μας, τον διαβάζαμε μανιωδώς. Εγώ τον διάβασα δεκάξι, δεκαοχτώ χρονώ τον Πάνα και ερωτεύτηκα την Εδουάρδα, ένα κορίτσι το οποίο μου ταίριαζε και την αγάπησα μέσα από το μυθιστόρημα».   

[30] Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Χρωστάω πολλά στην έπαρσή μου», συνέντευξη στον Γ. Σαρηγιάννη, Τα Νέα, 31.12.1999. Ο συγγραφέας αφηγείται πώς βρέθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και καταλήγει: «Όλος αυτός ο τυχοδιωκτισμός ήταν αποτέλεσμα των διαβασμάτων που είχα κάνει. Και ειδικά ενός συγγραφέα που τότε διάβαζα πολύ και που με ερέθιζε στη ζωή, του Κνουτ Χάμσουν, μ’ αυτούς τους περιπλανώμενους διανοούμενους αλήτες που ήταν οι ήρωές του».

[31] Μεν. Λουντέμης, Τα πλοία δεν άραξαν, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 4η έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 117.

[32] Βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, «Ο χαμσουνικός πυρετός και οι υποτροπές του», Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον 20ό αιώνα, επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Β’ , Αθήνα 2007, σ. 445-457.

[33]Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 236-237, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

[34] Η «προλεταριακή λογοτεχνία» ή «προλεταριακή τέχνη» που τροφοδότησε στην Ελλάδα τις συζητήσεις των διανοουμένων τη δεκαετία του ’20 είναι απόρροια της σοβιετικής Προλετκούλτ (Proletkult). Η διαφορά της από τη σοσιαλιστική τέχνη «που μπορεί να εννοηθεί μονάχα με το Σοσιαλισμό, πολύ ύστερα δηλαδή από την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας» υποστηρίζει ο  Αιμ. Χουρμούζιος (τότε αρχειομαρξιστής  που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς, συντάκτης της Νέας Επιθεώρησης), είναι πως αποτελεί την «ιδεολογική έκφραση των πόθων του προλεταριάτου στον αγώνα των κοινωνικών τάξεων. Ο ρόλος της είναι φανερός: «να ανασκολοπίσει όλο το αστικό σύστημα, να εισχωρήσει ως τις πιο βαθειές δίπλες του, να ξετινάξει όλη τη βρωμιά του, να δείξει όλα τα γκρενάζια του και ν’ αποδείξει πως ολάκερο το σύγχρονο κοινωνικό συγκρότημα δουλεύει ελαττωματικά, αντίθετα με τη θέληση των πολλών» (Βλ. Αντρέας Ζευγάς, «Πέτρου Πικρού, Τουμπεκί»· Νέα Επιθεώρηση, αριθμ. 2, Φλεβάρης 1928, σελ. 59-60).

[35] Τον Αύγουστο του 1934, δύο εξέχουσες πνευματικές μορφές της ελληνικής αριστεράς, ο Δημήτρης Γληνός και ο Κώστας Βάρναλης, παρακολουθούν το Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα, στο οποίο για πρώτη φορά διατυπώνεται και κωδικοποιείται η θεωρία (;) του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» στην τέχνη, που, ανάμεσα και στις άλλες αρνητικές συνέπειες που επέφερε, όπως την εγκατάλειψη των καλλιτεχνικών μορφών του εξπρεσιονισμού και του υπερρεαλισμού προς όφελος του ρεαλισμού και του νατουραλισμού ή την αναζήτηση του θετικού προτύπου του προλετάριου (που, αν και θύμα ενός αμαρτωλού καθεστώτος είναι την ίδια στιγμή και τρομερός πολεμιστής, γρανίτης, κεραυνός, σίδερο, νικητής τροπαιοφόρος, στρατιώτης στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως θα γράψει ο Θέμ. Κορνάρος), οδήγησε την αριστερή κριτική στην άνευ όρων υπεράσπιση της λαϊκής παράδοσης, νομιμοποιώντας την ως τη μόνη που συντηρεί τη διαλεκτική ενότητα και αποτυπώνει τις εμπειρίες του εργαζόμενου λαού. (Βλ. Θέμ. Κορνάρος, «Πάνω στα προβλήματα της προλεταριακής τέχνης»·Νέοι Πρωτοπόροι, αριθμ. 12, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1932, σελ. 439-440).

[36] Βλ. Μουλλάς Παναγιώτης, «Αλήτευε τότε ο Κνουτ Χάμσουν», στην Εισαγωγή, στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, (επ.) Συντακτική Επιτροκή Καρβέλης Τάκης κ.α., τόμος 1ος, Αθήνα: Σοκόλης, 1993, σελ. 47.)

[37] Μενέλαου Λουντέμη, «Τα πλοία δεν άραξαν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 65-77.

[38] Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 238-239, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

[39] Μενέλαου Λουντέμη, «Τα πλοία δεν άραξαν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 31-44.

[40] Πέτρος Χάρης, Κριτική για τα Πλοία που δεν άραξαν, περιοδικό Νέα Εστία, 1938, τεύχος 24, Τώρα και Σαράντα χρόνια κριτικής ελληνικού πεζού λόγου. Τόμος Α’, 1928-1949. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1981 , σελ.244).