Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…

του Δημήτρη Δαμασκηνού

 

Λογοτεχνικό αφιέρωμα

(Μέρος Δέκατο)

10. Βουρκωμένες μέρες (1953)

«Ναι, κύριοι... περάστε - προσοχή, μαντάμ, το τακουνάκι σας- περάστε ν’ απολαύσετε τα δυνατά και τα υπέροχα. Μα τ’ είν’ ο κόσμος; Το θηριοτροφείο πέθανε, ζήτω το θηριοτροφείο! Άλλο τσίρκο εξεφύτρωσε με τέρατα και υπερτέρατα. Ορίστε, κύριοι, πλησιάστε. Πλησιάστε, δε δαγκάνει, απλώς σκοτώνει» [1].

   

    Το 1956, μετά από εννέα χρόνια εξορίας, οι δεσμώτες του μετέφεραν τον Μενέλαο Λουντέμη από τον τόπο εξορίας ετοιμοθάνατο από τις κακουχίες και το ξύλο στην Αθήνα για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο συλλογή διηγημάτων του που είχε εκδοθεί το 1953 με γενικό τίτλο «Βουρκωμένες μέρες», αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας…».

    Το ακραίο αυτό παράδειγμα μετεμφυλιακής μισαλλοδοξίας δεν ήταν φυσικά το μόνο: είχε προηγηθεί το 1950 η σύλληψη του Νίκου Μπελογιάννη στην Αθήνα [2], η πρώτη δίκη τo 1951 [3] και η θανατική καταδίκη 12 συνολικά κατηγορουμένων [4] με βάση τον ίδιο αναγκαστικό νόμο 509/1947. Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, Νικόλαος Πλαστήρας είχε υποχρεωθεί να υποσχεθεί αμνηστία κάτω και από τη διεθνή κινητοποίηση και κατακραυγή [5]. Ωστόσο η απόφαση για την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και κάποιων συντρόφων του είχε ήδη παρθεί [6].

 

Ο Νίκος Μπελογιάννης σ’ ένα στιγμιότυπο της δίκης. Δίπλα του διακρίνεται η γυναίκα του, Έλλη Παπά.

«Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη. Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.»  
[7]

«Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά 

να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ' τον κόρφο σου

για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.

Καλημέρα ανθρώποι μου

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη»  [8]

Το σχεδιάγραμμα της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του  όπως το δημοσίευσε ο τύπος

Ο Μπελογιάννης, ωστόσο, και ορισμένοι άλλοι συγκατηγορούμενοι του παραπέμφθηκαν σε νέα δίκη με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας. Η δεύτερη αυτή δίκη άρχισε στις 15 Φεβρουαρίου 1952 στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, με βάση το μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, η οποία ενισχύθηκε όταν οι αρχές ανακοίνωσαν στις 14 Νοεμβρίου 1951, ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα. Με την κατηγορία της κατασκοπείας το αστικό κράτος επεδίωξε το διασυρμό του ΚΚΕ ως κόμματος ξενοκίνητου, που η δράση του ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του λαού. Στην Ελλάδα, η «Φωνή της Αμερικής» μετέδωσε: «Η δίκη Μπελογιάννη αποδεικνύει στον Ελεύθερο Κόσμο πως τα κομμουνιστικά κόμματα, όπου κι αν βρίσκονται, δεν είναι πολιτικά κόμματα, όπως τα υπόλοιπα, αλλά κατασκοπευτικές οργανώσεις».

Ο Μπελογιάννης ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντέκρουσε  όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπείας δηλώνοντας: «Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι’ αυτό και τη ζωή μας». Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη. Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο αποτελούμενο αυτήν την φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε τον Μπελογιάννη και τρεις ακόμα συντρόφους του (Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση), ομόφωνα σε θάνατο, την 1η Μαρτίου 1952. Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε δόθηκε χάρη, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4.10΄ τη νύχτα, οι τέσσερις μελλοθάνατοι μεταφέρθηκαν νωρίς το πρωί από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή ακόμα και από τους Γερμανούς Ναζί κατακτητές) και φέρεται να έγινε τότε για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος.

 

Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», 2 Μάρτη 1952, η ανακοίνωση της θανατικής ποινής της δεύτερης δίκης Μπελογιάννη, από τον πρόεδρο του Στρατοδικείου

 

    Ποια, όμως, είναι τα διηγήματα που προκάλεσαν τη νέα δικαστική περιπέτεια του συγγραφέα; Οι «Βουρκωμένες μέρες» είναι μια συλλογή διηγημάτων που συναιρεί και εμπεριέχει πολλά από τα διακριτικά γνωρίσματα της αντιστασιακής λογοτεχνίας, η οποία –όπως είναι γνωστό- αποσιωπήθηκε εντελώς στον τόπο μας για ολόκληρες δεκαετίες, τουλάχιστον μέχρι το 1974.

    Οι λόγοι αυτής της αποσιώπησης αφορούν τόσο στην Αριστερά όσο και στους αντιπάλους της: Καταρχήν υπάρχει και εκδηλώνεται η θεωρητική έλλειψη της προοδευτικής διανόησης να συγκροτήσει μια επαρκή γραμματολογική-αισθητική θεωρία για τη λογοτεχνία της Αντίστασης,  γεγονός που αναμφισβήτητα θα συντελούσε στην ανάδειξη του έργου της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, αλλά και μεγαλύτερων σε ηλικία λογοτεχνών (όπως ήταν ο Μενέλαος Λουντέμης) που εμπνεύστηκαν από τις εμπειρίες και τα βιώματα της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφύλιου πολέμου [9].

    Αρνητικό ρόλο επίσης έπαιξε και το πολιτικό πρόταγμα της «δημοκρατικής αλλαγής» μέσω της «εθνικής συμφιλίωσης» που πρυτάνευσε –μετά το 1956- στους κόλπους της νέας ηγεσίας του ΚΚΕ,  πρόταγμα που πρακτικά στα ζητήματα της τέχνης οδήγησε στην παρασιώπηση του έργου μιας πλειάδας λογοτεχνών της Αντίστασης, που τα κείμενά τους περιείχαν πολλά αγκάθια για την αστική πολιτική τάξη πραγμάτων.... Ο αντι-δογματισμός, εμπλουτισμένος με λίγη δόση από ψυχανάλυση, δομισμό, Φουκώ, Αλτουσέρ, αποδόμηση, σχολή της Φραγκφούρτης, Χάμερμπας και Αντόρνο αποτέλεσε -ιδιαίτερα μετά την ήττα του Γαλλικού Μάη το 1968 και τη νεοφιλελεύθερη πλημμυρίδα- μια μεταμοντέρνα διολίσθηση [10], που στην ουσία υποβάθμισε το ρόλο της λογοτεχνικής θεωρίας για την αριστερά ή την έστειλε στα πανεπιστημιακά τμήματα. Η πολιτική επέστρεψε στα ασφαλή χέρια των πολιτικών μιας συμβιβασμένης και ηττοπαθούς ηγεσίας, αποκομμένης από το λαό που, όσο πιο εμφαντικά αποκήρυσσε το «σταλινικό της παρελθόν» και διαχωριζόταν απ’ το «σεχταρισμό του Ζαχαριάδη», τόσο πιο απροκάλυπτα γινόταν συμπλήρωμα του αστικού πολιτικού κατεστημένου και μοχθούσε, με όρους πολιτικής μακριά από την κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, να επεξεργάζεται τακτικές και στρατηγικές για τη μεγάλη αριστερά, για την κεντρο-αριστερά, για τον κυβερνητισμό. Για τον Μενέλαο Λουντέμη θα μιλάμε τώρα;

    Τέλος υπήρχε  και το αυταρχικό, μετεμφυλιακό αστικό κράτος με το συντηρητικό λογοτεχνικό κατεστημένο που επιβίωνε και αναπαραγόταν στην πνιγηρή ατμόσφαιρα των απαγορεύσεων, της λογοκρισίας και του αντικομουνιστικού πνευματικού αγώνα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν θα έστεργε να αναγνωρίσει την τέχνη της Αντίστασης και τη λογοτεχνική αξία των δημιουργών της: αντίθετα είχε κάθε λόγο να θεωρεί αυτού του είδους τη λογοτεχνική παραγωγή ως παραγωγή «χρονογραφημάτων» και «προπαγάνδα της κακιάς ώρας». Η παρασιώπηση, επομένως, και η υποτίμηση αυτού του είδους της λογοτεχνίας δεν ήταν μόνον ή κυρίως απόρροια μιας διαφορετικής ιδεολογικής και πολιτικής οπτικής γωνίας (αν και υπήρχαν και τέτοιες περιπτώσεις), μα και συμμόρφωση στους κανόνες με το οποίο παιζόταν το παιχνίδι της αναγνώρισης στο «κλεινόν άστυ»: όποιος ήθελε να συνεχίσει να σιτίζεται στα κρατικά πρυτανεία, να δημοσιεύονται χωρίς προβλήματα τα έργα του, να λαμβάνει τιμητικές διακρίσεις, χρηματικά έπαθλα, επαίνους και βραβεία, όφειλε να αυτολογοκριθεί συμμορφούμενος με το κυρίαρχο ρεύμα της αποσιώπησης των ‘στρατευμένων’ λογοτεχνών, που το έργο τους δεν πληρούσε υψηλά καλλιτεχνικά κριτήρια, αλλά υποτασσόταν στην πολιτική σκοπιμότητα της στιγμής… Τόσο απλά!

http://194.30.227.189/assets/artworks/MaxSize/P.7140.jpg    Κατά τα λοιπά, οι «Βουρκωμένες μέρες» είναι μια συλλογή κειμένων, που διηγούνται ιστορίες ανθρωπιάς στο πιο απάνθρωπο πλαίσιο, το πλαίσιο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και του εμφύλιου που ακολούθησε.  Ο συγγραφέας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, στον κόσμο του μίσους, της αγάπης, της προσμονής. Τα 14 διηγήματα, με ήρωες ανθρώπους του μόχθου, της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση, ανθρώπους καθημερινούς, κυνηγημένους από το παρακράτος, θύματα μιας αχαλίνωτης μισαλλοδοξίας, στέκονται εκεί αντίκρυ μας με μάτια απορημένα σ’ ένα ατέλειωτο «γιατί». Με αδρό, πλούσιο, παραστατικό λόγο καταγράφει τις ταλαιπωρίες ενός λαού που υφίσταται τη βία μες στις φυλακές και στις εξορίες, ενός λαού όμως αλύγιστου, περήφανου, που ψάχνει για φως κι ελπίδα. Ένα τέτοιο ήθος καταγράφει και ο Μάνος Ζαχαρίας στην μικρού μήκους ανθρωποκεντρική ταινία του, «Πρωινό Δρομολόγιο» [11] που βασίζεται στο διήγημα του Μενέλαου Λουντέμη, γυρισμένη το 1959 [12].

    Ανάλογο είναι και το θέμα στον «Μαέστρο»: ο βασανιζόμενος αγωνιστής δε λυγάει, η αγωνία και η παραδοχή της ήττας αλλάζει στρατόπεδο:

 

Ο «ΜΑΕΣΤΡΟΣ» [13]

 

    Ο μαέστρος βγήκε απ’ το παράθυρο και πέταξε τη μύξα του. Την τίναξε με το χέρι να ξεκολλήσει, έτσι όπως διώχνεις ενοχλητική κάμπια που κόλλησε στο κρέας σου. Κείνη αιωρήθηκε για λίγο στον αέρα σαν ξεφτίδι κι έπεσε πλαταγίζοντας στο τσιμέντο. Ύστερα ξαναγύρισε μέσα. Το φαί φρεσκοσερβιρισμένο τον περίμενε αχνιστό αχνιστό να το καταβροχθίσει. Έβηξε και άπλωσε το χέρι του στο πιάτο. Είχε διαλέξει με το μάτι ένα πλατάρι  και τώρα το κρατούσε μπρος στη μύτη του και το περιεργαζότανε. Ωραίο ήταν, λαχταριστό. Έτριξε μια δυο τα δόντια του και τα ’μπηξε με βογγητά μέσα. Το σαγόνι του γέμισε παχύ λίπος. Άλεθε όμως καλά. Οι μασέλες του
ανεβοκατέβαιναν σαν μύλος του ρυζιού κι έλιωναν τα κρέατα γενναία. Ήταν καλοθρεμμένος και γερός σαν σαρκοβόρο. Η δημιουργία μπορούσε να τρίβει τα χέρια της από περηφάνια για λογαριασμό του. Κατάπιε… Ήταν μια αξιοσημείωτη πράξη η καταποσιά του. Η μπουκιά κατέβηκε από τον οισοφάγο του σαν έμβολο. Ύστερα, ο μαέστρος, χτύπησε τη γλώσσα του απανωτά και σήκωσε το ποτήρι. Ένα στυφό μπρούσκο, ένα από κείνα τα θυμοειδή ελληνικά κρασιά, άφριζε ανυπόμονο μες στο ποτήρι. Το ’πιε κι έκλεισε τα μάτια. Είχε πλύνει καλά καλά το λίπος του και ξαναχτύπησε τη γλώσσα. Μετά άπλωσε με ηδονή το χέρι και λασκάρισε τη ζωστήρα του μια δυο ακόμη τρυπίτσες.

    Και τότε πια αποφάσισε να σηκώσει επιτέλους τα μάτια του και να τον ξαναδεί. Στεκόταν κείνος πάντα εκεί αντίκρυ του ακίνητος. Σταχτής, με ρουφηγμένα ζυγωματικά, αλλόκοτος ξενύχτης με κομμένα πυρετικά μάτια, να δαγκάνει μερόνυχτα τη βρισιά, που μέρες πάλευε να ξεφύγει από τα δόντια του. Ο μαέστρος τον έψαχνε, ίνα προς ίνα, για να βρει που ήταν κρυμμένη αυτή η σιδερένια δύναμη που τον κρατούσε ορθό όλες αυτές τις μέρες. Μέρες ανιστόρητης πείνας. Δίψας. Μαρτυρίου. Πού ήταν –πού στο διάολο ήταν τέλος πάντων κρυμμένη- αυτή η σκύλα η δύναμη! Παραλίγο να χάσει την υπόληψή του μαζί του. Να τα βροντήξει όλα κάτου και να παραιτηθεί. Να σκύψει το κεφάλι και να ομολογήσει την ήττα του. Ποιος; Αυτός, ο αλάθευτος, ο ανίκητος, ο Σκοθαράς, ο «μαέστρος»; Ο μαέστρος, το ’λέγαν όλοι! Αυτός, που μπορούσε να κάνει και τ’ άψυχα αγάλματα να τους λυθούν τα γόνατα και να πέσουνε κάτω και να κλαίνε σαν κουτάβια.

    Δυο μέρες διορία τους είχε ζητήσει, και να τους τον στείλει πίσω «Μαρία Μαγδαληνή». Να τους τον στείλει σερνάμενο σαν γουστέρα [14]. Και να, σήμερα κλείνουνε οι πέντε. Κι αυτός δε λέει να «σπάσει». Και τώρα; Με τι μούτρα θα ’βγαινε στο δρόμο. Πως θα φούσκωνε μες στην κουναβιά του στολή και με τι αέρα θα ’κανε τις «αιμοβόρικές» του τσάρκες [15]; Εδώ για μιαν υπόληψη –που λέει ο λόγος- ζει ο άνθρωπος. Αν ξεκινούσε τώρα και τραβούσε απάνου, στο τελευταίο πάτωμα, χτυπούσε την πόρτα και… «παρδόν… τους έλεγε, έπεσα όξω, δεν λυγάει», με τι μούτρα θα ξανακατέβαινε στην πιάτσα; Τι την έκανε λοιπόν την αξιάδα του και τη μεγάλη του επιστήμη; Όλα πήγαν έτσι, στα πουφ;

    Χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι:

    -Λοιπόν;…

    Το λίπος έσταζε απ’ το σαγόνι του, ανακατωμένο με το κρασί. Έριξε μια ματιά στο στόμα του αλλουνού. Το αίμα που του είχε χύσει το πρωί πήρε τώρα να ξεραίνεται.

    -Λοιπόν;… ξανάκανε και χλιμίντρισε μ’ ένα γέλιο πηχτό. Θα μιλήσεις;

    Μιλάει η πέτρα; Μίλησε ποτές ο όρθιος στύλος; Άλλο τόσο ήταν βολετό να μιλήσει κι αυτός. Όλα τα τερτίπια του [16] τα είχε κάνει. Επιστήμες μεγάλες, βγαλμένες όλες απ’ το θηλυκό του κεφάλι. Χορτάτος, νηστικός, κοιμισμένος, ξύπνιος, μ’ αυτόν πάλευε. Νερό ήθελε να πιει ο κ. Σκοθαράς; Έστελνε και τον ανέβαζαν από τα έγκατα, σαράντα σκαλιά μπουντρούμι [17], και τον έστηνε εκεί αντίκρυ του, να τον καμαρώσει πώς γεμίζει το ποτήρι, πώς πίνει και πώς ρεύεται. Φαγοπότι είχε; Ο πρώτος καλεσμένος του ήταν αυτός. Δυο σερβίτσια στο τραπέζι. Έτρωγε αργά, σιγά, με ευφροσύνη, και τον έβαζε αντίκρυ του ολόρθο να τον παρακολουθεί. Και μετά, σαν τον ξανακατέβαζαν νηστικό, τσακισμένο στο μπουντρούμι… σοφά, παρατεταμένα μαρτύρια άρχιζαν και κρατούσαν ως τα μεσάνυχτα.

    -Θα μιλήσεις, ρε; Θα κρυώσει το φαϊ σου.

    Έδειξε δεξιά. Ένα τσίγκινο πιάτο άχνιζε φορτωμένο κρέατα. Δίπλα η καράφα άστραφτε μες στους κόκκινους ιριδισμούς της.

    -Έλα, γιατί θα το πελεκήσω εγώ. Λέγε. Θα μιλήσεις;

    Πάλι η βρισιά έκανε να χιμήσει απ’ το σπασμένο στόμα. Πάλι έκανε να ξεμυτίσει το κεφαλάκι της σαν οχιά, μα τη δάγκασε με πείσμα.

    -Δε σε νοιάζει; Καλά. Καλή μου όρεξη.

    Σέρνει και το δεύτερο πιάτο κοντά του και δίνει την πρώτη δαγκωσιά. Ύστερα αποφασίζει ν’ αλλάξει πολιτική. Στην τσέπη του είχε τις ‘πολιτικές’ και τις έπαιζε σαν τραπουλόχαρτα. Τώρα πήρε το ύφος του συμβουλάτορα. Έπαιξε το χέρι του σαν κονδυλοφόρο το κόκαλο και τον κοίταξε ‘πατρικά’. Μια υγρή συμπόνια του έβρεξε τα μάτια.     

   -Ρε συ! μα που να πάρει ο διάλος! Τι ’ναι μωρέ και κάνεις έτσι; Να… βρε. Ένα τίποτα, μια τζίφρα [18]. Τη σέρνεις και μπουζουριάζεις ως το βράδυ. Πέντε μέρες, ρε, σε ξουρίζει η πείνα. Πόσο θα κρατήσει; Σήμερ’ αύριο τα κακαρώνεις. Ε;… Τι λες; Θα ε φάει το ‘στείρον πείσμα’, μωρέ! Δε βλέπεις πώς εκατάντησες; Σαν ζουριασμένο γατί.

    Στάθηκε λίγο για να χαρεί άλλη μια φορά το δεινό τάλαντο της ρητορικής του. Ν’ αναπολήσει τα χρυσά έπη που έβγαιναν απ’ το στόμα του και τον έκαναν ονομαστό σ’ όλα τα σύρματα και σ’ όλα τα αναμορφωτικά ανθρωποστάσια. Κατόπι κάθισε το σαγόνι στη γροθιά του και βάλθηκε να τον μελετάει ρεμβά. Είχε πια πάρει κείνος να λιώνει, ν’ ‘αδειάζει’, όπως έλεγε στην ξακουστή του γλώσσα. Ένα κεφάλι από κίτρινο κερί, μπλαβισμένο εδώ κι εκεί απ’ τις γροθιές, και κάτι ρούχα λερά, κρεμασμένα σε ξύλινο σκελετό. Είχε μια σεμνή περηφάνια ο μαέστρος που τον κατάντησε έτσι, έναν ενδόμυχο [19] θαυμασμό. Αυτή η ζαβλακωμένη [20] εκεί αντίκρυ του ύπαρξη, αυτό το θειαφένιο σκιάχτρο που μόνο σωπαίνει και βλέπει, όλο κείνο το ψηφιδωτό αριστοτέχνημα από κόκκινες πινελιές και μοβ λεκέδες ήταν έργο του, δικό του. Παινάδι και πλαστούργημα του σοφού του μερακιού.

    Η δεσποτική συμπόνια ανέβηκε ξανά στο στόμα του, ζεστή σαν χόβολη [21].

    -Θα πεθάνεις, ρε. Να, χύθηκες ολάκερος. Για μια ‘δυσανάγνωστη’, μωρέ, πας να χάσεις τα νιάτα σου;

    Ξαναστάθηκε.

    -Λοιπόν; Θα τη βάλεις;  Λέγε. Μίλα, βρε! Θα μιλήσεις;… όχι. Ε, να, μάπα!!

    Το κόκαλο έφυγε με δύναμη και χτύπησε το μπράτσο τ’ αλλουνού… Ακούστηκαν καθαρά δυο κόκαλα να χτυπούν το ’να πάνω στ’ άλλο και κατόπι το ’να έπεσε στο πάτωμα.

    -Τότε, το τρώγω!

    Τράβηξε ξανά κοντά του το πιάτο και ξεκούμπωσε το αμπέχονό του [22]. Η γλώσσα του χτύπησε στον ουρανίσκο σαν χαστούκι. Ο άλλος δοκίμασε να καταπιεί, μα κάτι ξερό έγδαρε το λαιμό του, σαν να κατάπινε σπασμένα γυαλιά.  

    Τον είδε και η μούρη του φωτίστηκε από αγαλλίαση.

    -Χε χε! έκανε. Και χτένισε με τα δόντια του ένα δεύτερο κόκαλο. Ύστερα το χούφτωσε με το χέρι και το ρουφούσε σαν κλαρίνο.

    Έτρωγε και το μάτι του τον παραμόνευε. Είχε τώρα την κρυφή ελπίδα ότι από στιγμή σε στιγμή θα παραδινότανε. Θα ’κανε δυο κλονισμένα βήματα και θα ζητούσε την πένα.

    Πέταξε απ’ το παράθυρο το γλειμμένο κόκαλο και σήκωσε τα μάτια.

    -Αν σου περνάει απ’ το νου ότι θα σε ταϊσω τζάμπα, σβήσ’ το. Θα μου τη ζωγραφίσεις πρώτα εδώ με περικοκλάδες κι ύστερα θα κάτσεις στο τραπέζι σαν πασάς. Λοιπόν, λέγε. Θα τη σύρεις;… Καλάααα… Όπως αγαπάς. Εγώ θα την τυλώσω [23] κι εσύ παράσταινε όσο θέλεις τον Ιησού Χριστό.  

    Σήκωσε ξανά την καράφα. Το κρασί έπεσε σαν μικρός καταρράχτης στο ποτήρι. Οι χαντρίτσες του άφρισαν με μια ψιθυριστή φλυαρία κι ύστερα άρχισαν να σπάνε. (‘Διψώ…’, βόγκηξε ξανά η ύπαρξή του όλη). Ο μαέστρος ρεύτηκε σαν χορτάτος σκύλος.

    -Να τι χάνεις!

    Κείνος κατάπιε ξερά. Και ξανά πόνεσε. Ένα πριόνι ανεβοκατέβηκε στο λαρύγγι του.

    Κείνη την ώρα η κουναβιά στολή σάλεψε. Σύρθηκε ως το παράθυρο κι έσκυψε. Στο προαύλιο κάποιος σουλάτσερνε [24] από ώρα, σφυρώντας ένα πρόστυχο σκοπό. Ευτύς σταμάτησε. Δυο τακούνια χτύπησαν σαν να χόρευαν τσάρντας [25].

    -Έλα πάνου! κρεμάστηκ’ η φωνή του απ’ το παράθυρο.

    Η φιγούρα της τσάρντας ξανακούστηκε στο προαύλιο. Τα καρφιά της αρβύλας του κελάηδησαν και λίγο πάνου στο τσιμέντο. Κατόπι πάψανε και βρόντηξαν στη σκάλα.

    Χτύπησε η πόρτα. ‘Μπρος!’ Ένα λασπένιο πρόσωπο πέρασε απ’ το άνοιγμα και κατόπι ένα σώμα βαρύ μπήκε μέσα. Χτύπησε τα τακούνια και στάθηκε σαν ξόανο στη μέση της κάμαρας. Ο μαέστρος τον μέτρησε αυστηρά.

    -Πότε παραδίνεις;

    -Στις πέντε.

    -Τι έκανε απ’ το πρωί αυτός; (τον έδειξε).

    -Τίποτα.

    -Σου γύρεψε νερό;   

    -Όχι.

    -Του πότισες το πάτωμα; 

    -Αμέ! Του άδειασα ολόκληρη τη βούτα [26].

    -Μου λες αλήθεια; Πρόσεξε θα πάω να εξακριβώσω. Δωσ’ μου το κλειδί!

    -Το πήρε. Η κοιλιά του προχώρησε δυο βήματα και στάθηκε τεζαρισμένη αντίκρυ στον άλλο. Στάθηκαν έτσι αντικριστά κι οι δυο κοιλιές, η χορτάτη με την άδεια, η μια καλούπι της άλλης.

    -Άκου. Για να πάω και να’ρθω θέλω ένα κάρτο [27]. Είναι η τελευταία σου προθεσμία. Λοιπόν, να σου πω ένα μυστικό! ‘Θα υπογράψεις!’ και για να το θυμάσαι πάρε κι αυτή!

    Φρέσκο αίμα χύθηκε απ’ το σπασμένο στόμα κι έβαψε το μουστάκι του κόκκινο.

    -Εννόησες; Δεν έχει άλλο πράμα: Μια πιθαμή κοντύτερος ή μια πιθαμή ψηλότερος. Κρεμάλα ή κλάδεμα! Διάλεξε. Τ’ άλλα, αυτά που εσύ τα λες ‘δοκιμασία’ και τα τοιαύτα, πήραν τέλος. Εννόησες;

    Ω, είχε ‘εννοήσει’. Είχε εννοήσει καλά απ’ την πρώτη ώρα που έπεσε στα χέρια τους. Το ‘’ξερε ότι δε θα σταματούσαν. Ήξερε καλά ότι αυτός ο περίεργος μαέστρος δεν είχε στην απόφασή του φραγμούς, δεν ήξερε το πίσω. Κι είχε εννοήσει και τούτο: Ότι ήταν έτοιμος για όλα απ’ την αρχή. Άλλο τίποτα. Ο κόσμος από δω, είχε βουλιάξει, είχε κοπεί σέρνοντας το φως του κατά την άβυσσο. Το ’χε καταλάβει κι αυτό καλά. Κι άλλο τίποτα. Ο θάνατος αντίκρυ του γελούσε περιπαιχτικά πέντε ολάκερες μέρες. Είχε σταθεί τόσο κοντά, που τον άγγιζε η κρυάδα του· μα το τελευταίο βήμα δεν το ’κανε. Τα ’χε ‘εννοήσει’ όλα καλά. Και, λοιπόν, περίμενε. 

    Το λασπένιο μούτρο, που λίγο πριν χόρευε την τσάρντας, σαν έμεινε μόνος μαζί του, άρχισε να τον μελετάει με γλυκό χαρούμενο γελάκι.

    -Χμ… Για κοίτα. Εγώ δεν ξέρω πολλά γράμματα, μα τα ξέρω όλα που θα τραβήξεις. Πρώτον θα σου φορέσουνε το σιδερένιο φεσάκι, κείνο ντε που χτυπάει τις ώρες – θα σ’ ανεβάσουνε σ’ ένα σκαμνάκι να δεις την πόλη. Κι ύστερα… Κλοτσιά στο σκαμνάκι και γίνεσαι ‘λουκάνικον του αέρος’. Διψάς; Σώπα! Τώρα που θα σε κατεβάσω σου ’χω έτοιμο τ’ αλατόνερό σου. Αν δε σ’ αρέσει… Η μερίδα το κατουράκι σου σε περιμένει από ψες. Με το παρδόν, μια στιγμής… με φωνάζουνε.

    Προχώρησε δυο βήματα και πρόβαλε απ’ το παράθυρο:

    -Διαταγάς!

    -Φερ’ τονε!’ άκουσ’ από κατω.

    -Αμέσως! έκανε πρόθυμη η φωνή του. Κατόπι γύρισε μέσα και του άγγιξε τον αγκώνα:

    -Πάμε, αγόρι μου.

    Ήξερε τι ήταν κάτω. Μια αιώνια νύχτα φορτωμένη βαριές απόπνοιες, ένας τάφος πνιγερός, τα βαθιά έγκατα του κόσμου, όπου φώναζες κι η φωνή σου γύριζε πίσω τσακισμένη. Ο Άδης ο ίδιος, πιο μαύρος κι απ’ τον εαυτό του. Όπου το φως δεν κατέβηκε ποτέ. Κι όπου μόνο αληθινοί μάρτυρες και μόνο αληθινοί δήμιοι κατέβηκαν.

    -Έλα, αγόρι μου…

    Βγήκαν στο διάδρομο. Αδιατάρακτη σιγή βασίλευε παντού. Μονάχα μια μηχανούλα κακάριζε κάπου μακριά και γεννούσε στο χαρτί τα μικρά γράμματά της. φτάσανε στο πλατύσκαλο. Από κει άρχιζε η σκάλα για την άβυσσο. Από κει τα βήματα πέφτανε βαριά, βουερά, σαν πέτρες σε σπήλαιο. Το σκοτάδι πήχτωνε… πήχτωνε… Κι άλλα βήματα αντηχούσαν από κάτω. Ο ‘μαέστρος’ ανέβαινε. Το άφεγγο υπόγειο έστελνε ψηλά τον άνθρωπό του.

    Κάποτε οι δυο τους αντικρίστηκαν. Ίσα ίσα τη στιγμή που μια λουριδίτσα φως, γλιστρώντας από κάποια σκάρα του δρόμου, χύθηκε στο υπόγειο. Ήταν σαν ένας γλυκός αποχαιρετισμός, σαν μια νίκη. Η ζωή άπλωνε το χέρι της να τον χαιρετήσει. Η ζωή, καθώς κατέβαινε στον Άδη, τον ανακάλυψε και τον έρανε με μια σταλαγματιά απ’ την ανοιξιάτικη μέρα της.

    Η αχτίδα στην αρχή στάθηκε στο μέτωπό του σαν διάδημα [28]. Ύστερα προχώρησε κατά το σπασμένο στόμα και του φίλησε τα αίματα.

    Ο ‘μαέστρος’ στάθηκε άφωνος. Στάθηκε πιο πίσω κι ο φρουρός. Κάτι περίμεναν. Τώρα.. Τώρα θ’ ανοίξει το στόμα. Τώρα θα μιλήσει. Τώρα, αν είδε που κατέβαινε. Τώρα, που του έδωσε σινιάλο [29] η ζωή… Τώρα, που είδε τι έχανε, τι άφηνε… Τώρα θα τσάκιζε, θα ’σπαζε, θα ’λεγε ‘τα παραδίνω’… Σίγουρα!

    Η αχτίδα αιωρήθηκε σαν κλωστή. Να το! Η ζωή του έριξε το σκοινάκι της να τον τραβήξει… Να τον τραβήξει απάνω… Απάνω. Στο φως, στον αέρα… στο νεράκι… στο ψωμί… στον έρωτα!...

    Ναι. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή… Το λουσμένο στόμα κινήθηκε, υψώθηκε σαν ράμφος πουλιού που ποτίζεται. Κι ύστερα –τι ξαφνικό! Τι αναπάντεχο ήταν τούτο; -γέλασε!

    Ο μαέστρος κέρωσε. Τα γερά του γόνατα άρχισαν να λυγάνε. Ξαφνικά πήρε να τον ‘πιάνει’ το κρασί.

    Ο άλλος, αφού ήπιε το φως, ξανάρχισε τώρα να κατεβαίνει. Κι ο ‘μαέστρος’ ζάρωσε και παραμέρισε. Ζάρωσε σαν το κλοτσημένο ζαγάρι και του ’κανε τόπο. Κι όταν αντήχησε κάτω η πόρτα και μπήκε μέσα και βρόντηξαν οι αλυσίδες σαν καμπάνες… πήρε βαριά τα βήματά του κι ανέβηκε απάνω. Προχώρησε στο διάδρομο, χτύπησε μια πόρτα, μπήκε κι έστησε την κρεμασμένη κοιλιά του αντίκρυ τους, έτοιμος να σωριαστεί.

    -Καλώς το Σκοθαρά. Τι τρέχει, ‘μαέστρο’;

    -Τι;…

    Ήταν τόσο λαβωμένη η φωνή του, που σήκωσαν όλοι ξαφνιασμένοι καταπάνω του τα μάτια… Κι ευτύς βουβάθηκαν. Κείνος ο ακυβέρνητος όγκος, που στεκόταν αντίκρυ τους, δεν ήταν πια ο Σκοθαράς, δεν ήταν ο ‘μαέστρος’, παρά μια θλιβερή κακόχυμη συμφορά.

    -Τι τρέχει;… τραύλισαν κείνοι κι ανατρίχιασαν.

    Σάλεψε ο ‘μαέστρος’ το στόμα του με τα μπαγιάτικα λίπη και μια βραχνή φωνή ξέφυγε αραδιάζοντας τούτα τα τρία λόγια.

    -Παρδόν. Δε λυγάει. Νικήθηκα.

    Και χωρίς να περιμένει απόκριση στράφηκε κατά την πόρτα…

    Είχαν προφτάσει οι άλλοι, πριν βγει, να δουν τη ράχη του. Ήταν τόσο σκυφτή, που λες κι έπεσε απάνω του ολόκληρη η σειρά απ’ τα εγκλήματά του.     

   

Οι φρουροί της ειρήνης το  Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 1951 δημοσιεύουν ανταπόκριση απ’ τα Χανιά για τη δίκη των θανατοποινιτών Παπαδομιχελάκη-Περακάκη (ΑΣΚΙ)

 

    Στη συλλογή διηγημάτων «Βουρκωμένες μέρες» ο συγγραφέας στρέφει το βλέμμα του στις «παράπλευρες» συναισθηματικές απώλειες, εκτός του πεδίου των μαχών, μακριά από τα στρατόπεδα: ένα παιδάκι περιμένει άδικα τον μπαμπά του για να έρθει μαζί του κι ο Αϊ-Βασίλης, μια γιαγιά προσδοκά μάταια τον εγγονό της να της μάθει τι είναι «θάλασσα»…

    Μια σκληρή ιστορική εποχή ζωντανεύει αδρά από την πένα του Λουντέμη. Η συλλογή περιείχε πολύ τρυφερά διηγήματα με απαράμιλλη ποιητική γλώσσα.

 

Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό [30]

 

    Ήταν ήσυχα και τούτη τη βραδιά εδώ στην ταράτσα. Κάτου η πόλη βούιζε πνιχτά. Από καιρό σε καιρό μια κραυγή ανέβαινε ψηλά, ζυγιζότανε τρέμοντας στο κενό και ξανάπεφτε νεκρή. Από πάνω έβρεχε ψιλό φως ο γαλαξίας. Στις βαθιές σπηλιές του βράχου κούρνιαζαν λουφαγμένα τα πουλιά, και πάνω του ο Παρθενώνας λεύκαζε σαν κρύος σκελετός.

    Η Ρηνούλα ακούμπησε στο πεζούλι να ξανασάνει. Είχαν λυθεί οι αρμοί της με το πηγαινέλα, απ’ τη νύχτα ως την άλλη τη νύχτα. Το σπίτι ήταν θεόρατο, κουρασμένο, τραβηγμένο παράμερα απ’ τ’ άλλα μες στην ποδιά του Λυκαβηττού. Μόνο τούτο το καλοκαίρι ξεθάρρεψε να το ζυγώσει ένα άλλο αρματωμένο ακόμη απ’ τις σκαλωσιές.

    Η Ρηνούλα τριγύριζε μέσα στο άδειο σπίτι σαν παιδί χαμένο μέσα στο παραμύθι. Βίζιτες [31] δεν περνούσαν το κατώφλι. Η κυρία το μεταχειριζότανε σαν ξενοδοχείο. Και μοναχά ο κύριος κλεινόταν τα βράδια στο σαλόνι με κάτι φίλους του και χαρτοπαίζανε…χαρτοπαίζανε ασταμάτητα, ώσπου να χλομιάσουν τα τζάμια απ’ το πρώτο φέγγος της αυγής.

    Ήταν πολλές οι δουλειές σε κείνο το σπίτι, πολύ το κοψομέσιασμα∙ κι η ψυχή της Ρηνούλας μια. Αυτή θα το κουμαντάριζε, αυτή θα το συγύριζε. Θα το κανάκευε σαν το μικρό παιδί τα κουκλόπανά του. Το είχε κιόλας αγαπήσει – ίσως γιατί κανείς άλλος δεν το πρόσεχε. Το ’χε έτσι σαν φιλενάδα, σαν εκκλησίτσα που της έκανε τάμα τον εαυτό της. και πώς να μην τ’ αγαπά ύστερα από τόσο ιδρώ και τόσο κλάμα που ’χυσε μες στις άδειες κάμαρές του; Πηγαινορχότανε σαν μικρή σαϊτα στον αργαλειό, πέρα δώθε, πέρα δώθε…Έμπαινε στις κάμαρες, κύλαγε στην κουζίνα, πρόβαλε στο μπαλκόνι…Κι ανεβοκατέβαινε τη σπειρωτή του σκάλα σαν μερμηγκάκι στο βότσαλο. Το βράδυ ήταν ένα μικρό λείψανο∙  κι ανέβαινε στον ουρανό της, στο λευκό καμαράκι της ταράτσας, να πεθάνει. Μα ούτε κι αυτό της ήταν βολετό. Ο κύριος είχε τα ξενύχτια του κάτου. Στρωνότανε αντικριστά με κάτι φίλους του στο τραπέζι και τον έπαιρνε μαζί τους η αυγή. Είχαν κι αυτοί το ίδιο κόψιμο. Βραχνοί, μυρωδάτοι κι αμίλητοι. Βρικολάκιαζαν όλη τη νύχτα σαν κριματισμένοι. Είχαν βαθιές ολονυχτίες μπροστά στους Ρηγάδες και στις Ντάμες σαν τους θρήσκους μπροστά στα κονίσματα…Και τα θυμιάτιζαν, τα θυμιάτιζαν με τα τσιγάρα τους ως το πρωί.

    Ένεκα που οι κύριοι ήταν αργοσάλευτοι, ένεκα που το χαρτί τους ζάλιζε, δεν άπλωναν το χέρι τους ούτε στο τόσο. Κι έπρεπε να ξενυχτάει κάπου γύρω τους η Ρηνιώ και να ’χει τ’ αφτιά της έτοιμα, μην την κράξουνε με το κουδούνι, πότε για πιοτά και πότε για τσιγάρα. Το κουδουνάκι του κυρίου την ξετρύπωνε όπου κι αν πήγαινε να σταθεί, ακόμα και στον ουρανό της. Παντού είχαν κρεμασμένο κι από  ’να στριγκιάρικο κουδούνι που την έκραζε με τ’ όνομά της.

    Μα τώρα μπορούσε να ξανασάνει για καμιά ώρα. Τους τα ’χε όλα στα χέρια τους. Μπορούσε να ακουμπήσει στο πρεβάζι και ν’ ακούσει την ανάσα της Αθήνας. Να δώσει το νέο της πρόσωπο να της το χαϊδέψει ο Σαρωνικός. Ν’ αναθυμηθεί τα πάθια της. Τους δικούς της όλους στο χώμα. Το ξεριζωμένο βιος τους, που τους το ’καψε όλο η φωτιά και τα τουφέκια.

    Στάθηκε βαριά η ζέστη σήμερα. Πνιγούρα. Κι ο ήλιος δάγκανε σαν σκύλος. Δίπλα στο γιαπί, βούιζαν ολημερίς οι χτιστάδες και τα μαστορόπουλα, ανεβοκατεβαίνοντας τις σκαλωσιές, με λάσπες και μπετά. Έχτιζαν κι άλλη σπιταρόνα, στερέωναν κι άλλη σπειρωτή σκάλα, για να την ανεβαίνουν και να λαχανιάζουνε κι άλλα κουρασμένα ποδαράκια.

    Τα βράδια καναδυό χτίστες ξενυχτέρευαν εκεί για να γλιτώσουνε τα ναύλα –έμεναν έεε…στην άκρη του κόσμου, στην Κοκκινιά- και στρώνουνταν κάτου απ’ τ’ άστρα και κουβέντιαζαν ήσυχα ήσυχα και λυπημένα. Είχαν να λένε τα δικά τους. Για το ξεροφάι, τη σφίξη, την αναδουλειά. Έκοβαν από δω, μερεμέτιζαν από κει… το μεροκάματο μικρό, δεν τα ’φέρναν βόλτα. Προχτές –λέει- η κερά του ενός, του Γιάννη, έπεσε. «Έχει όγκος», είπαν οι γιατροί. Ανεβοκατέβα, Γιάννη, τις ξένες σκάλες, παρακάλα, βρίσε…τέλος. Έσωσε και τη βάλανε στο «Πολιτικό». Μα τα μωρά γύριζαν στο μαχαλά σαν τα κουτάβια, ώσπου τα συμμάζεψε μια γειτόνισσα. Ερημιές…

    Ήταν μετρημένοι άνθρωποι. Ρουφούσαν το βράδυ τα τσιγάρα τους και μελετούσαν τα καθέκαστα του κόσμου. Γιατί τούτο είν’ έτσι και γιατί κείνο αλλιώς. Ποιο είναι το πρεπούμενο και ποιο το άδικο.

    Τ’ άκουγε η Ρηνούλα απ’ την ταράτσα της και συμφώναγε μαζί τους. «Ναι» έλεγ’ από μέσα της. «Ναι, ναι…κι αμ πως!» Είχαν δίκιο κείνες οι φωνές – φωνές μοναχά ήταν, σουσούμια [32] δεν έβλεπε. Μια φορά όμως ό,τι και να πεις οι φωνές ήταν γλυκές, κι η Ρηνούλα έλεγε μέσα της: πατεράδες…Έγερνε, έτσι το κεφαλάκι της κι ήταν σαν ν’ ακουμπάει στα γόνατα κάποιου απ’ αυτούς με τις φωνές – κείνου που είχε την πιο βραχνή.

***

    Ήταν ήσυχα, λοιπόν, πολύ ήσυχα και τούτη τη βραδιά εδώ πάνου στην ταράτσα. Η Ειρήνη είχε σιγουρέψει κάτου τις δουλειές της, κι ήρθε κι ακούμπησε τους αγκώνες στο πεζούλι, και περίμενε ν’ ανέβει η δροσιά.

    Αντίκρυ στο γιαπί, είχαν κι απόψε αϋπνίες. Οι μιλιές τους σιγανές έσκιζαν τα δυο μέτρα που τη χώριζαν κι έφταναν καθαρές στον ουρανό της. Έβαλε αφτί. Τρεις φωτιές ζυγωμένες η μια στην άλλη, μιλούσαν ήσυχα και μυαλωμένα.

    -Εγώ, έλεγ’ η μεσιανή φωτιά, ό,τι θέλεις εσύ πες. Καιρό το πασπατεύω στο μυαλό μου. Οι μανάδες… Τέλεψε. Αν οι μανάδες σηκώσουνε φωνή, δεν έχει πόλεμο.

    -Και γιατί όχι κι οι πατεράδες; Αποκρίνεται η δεύτερη φωτιά; Γιατί όχι κι οι γυναίκες; Κι οι αδελφές; Στο χέρι των φτωχώνε είναι.

    -Έτσι είναι… έτσι. Πρέπει να συμφωνήσεις, Γιάννη, λέει σκύβοντας η μεσιανή φωτιά.

    -Ναι… δε λέω όχι… κάνει η Τρίτη φωτιά. Μα να λέμε πάλε και την αλήθεια. Πότε ο φτωχός πήγε σύμφωνα με το συφέρο του;

    -Ναι… είναι κι αυτό. Μα τα πράγματα βλέπεις τώρα άλλαξαν. Ανθρώπεψε λιγάκι το μυαλό του κοσμάκη, τροχίστηκε.

    -Ναι… ναι, Γιάννη… αποσώνει η δεύτερη.

    Μα ο Γιάννης έσβησε. Πέρασαν έτσι λίγα λεπτά αμίλητα. Τώρα απόμεναν μόνες οι δυο φωτιές, να κλείνουν η μια στην άλλη το ματάκι.

    -Λοιπόν… λέει ξαφνικά η Τρίτη φωτιά και ξανανάβει.

    Μα η Ρηνούλα δεν πρόφτασε ν’ ακούσει τη συνέχεια. Το κουδουνάκι την έκραξε νευριασμένο. Άφησε λυπημένη την ταράτσα της και κατέβηκε.

    Μα παράξενο… Οι κύριοι δεν έπαιζαν τούτη τη φορά, κι είχαν λιγοστέψει. Η Ρηνούλα έδωσε λίγο αφτί. Την ίδια κουβέντα είχαν και κείνοι. Τί παράξενο. Γιατί μιλούν όλο γι’ αυτό; Πόλεμος; Αχ, το ήξερε τι ήταν! Ρημάδι ήταν κι αυτή. Αποκαϊδάκι του πολέμου. Την ώρα που δρασκέλιζε το κατώφλι πρόφτασε ν’ ακούσει τα λόγια τους. Μιλούσε ένας παχύς με σκοτωμένα κρέατα, φορτωμένος δαχτυλίδια. Τον θυμόταν κι απ’ τις άλλες βραδιές. Είχε κάτι φουσκωμένα τριχωτά αφτιά και βλέφαρα μουντά και πεσμένα. Τον αντίσκοβε ο κύριος με τη συνηθισμένη του υγρή προφορά χτυπώντας δυνατά τα σύμφωνα. Τέλος απόσωσε ο άλλος:

    -Εν πάση περιπτώσει… Κι όπως και να το κάνεις… μέχρις ότου βρεθεί κάτι άλλο καλύτερο, ο πόλεμος είναι η μόνη δυνατή λύσις.

    Η Ρηνούλα τον κοίταξε γουρλωμένη: «Τέτοιος είναι ο πόλεμος!» έκανε μέσα της.

    Προχώρησε δειλά μέσα και στάθηκε αντίκρυ τους.

    -Ειρήνη, έκανε ο κύριος οκνά, μα δεν προχώρησε. Το μάτι του ξεχάστηκε πάνω στο μπουστάκι της και βάλθηκε να το ψαχουλεύει. Ένα χρόνο που την είχε στο σπίτι του, παραδομένος στα χαρτιά, δεν είχε πάρει τον κόπο να την προσέξει. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλοι. Βουλιαγμένοι στις πολυθρόνες τους άρχισαν να την κοιτάζουν ρεμβά. Πρώτη φορά την πρόσεξαν. Κάτω απ’ το λινό της ρούχο είχε αρχίσει ν’ ανθίζει.

    -Τι να φέρω; Ρωτά για να ξεγαντζώσει από πάνω της τα μάτια τους.

    Φέρε… λέει ο κύριος, πάντα ξεχασμένος απάνω της. η φωνή του δεν κυλούσε, στέγνωσε. Γάντζωσε στο καρύδι του κι έπεσε πίσω.

    -Τί;

    -Φέρε… ψήσε τρία μπιφτέκια. Κατόπι… Κατέβα στο υπόγειο. Δεξιά είναι οι μποτίλιες. Ή μάλλον… στάσου να πάμε μαζί.

    -Ξέρω! Είπε ξαφνιασμένο το Ρηνάκι. Πάω γω. Ξέρω!

    Και τινάχτηκε λαφιασμένη έξω. Πριν βγει πρόφτασε να δει τα μάτια τους να τρέχουν αν λιμασμένα νύχια πάνω στην άδετη σάρκα της, κι ανατρίχιασε. Πώς να γλιτώσει ένα μονάχο, απροστάτευτο άχερο ζωσμένο από τόση αχόρταγη φωτιά;

Όσην ώρα δούλευε άκουε πίσω της τις σκεπασμένες μιλιές. Πήγε αυτό που της ζήτησαν και τινάχτηκε αμέσως έξω. Είχε προφτάσει μονάχα να δει με την άκρη του ματιού της ότι ρίχτηκαν με δίψα στο κρασί. Στην κουζίνα πάλεψε να καταλαγιάσει την καρδιά της, και κάτι άρχισε να καταφέρνει. Μα σε λιγάκι το κουδούνι κύλησε σαν φίδι και την ξανακάλεσε.

    Με την πρώτη ματιά που έριξε μέσα, κατάλαβε. Ο αέρας μύριζε βαριά λαγνεία. Άρρωστη βουλιμία έπνιγε το δωμάτιο. Η ετοιμόρροπη σάρκα ετοιμαζότανε να επιτεθεί, σαν τη σφήκα που δαγκάνει και ψοφώντας.

    -Ρηνούλα… είπε πνιχτά ο κύριος.

    Πρώτη φορά άκουσε τ’ όνομά της χαϊδευτικά μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

    -Ρηνούλα… ξανάκανε ο κύριος κι η φωνή του έτρεμε να λιώσει.

    -Τι είναι κύριε;… λέει κρυώνοντας.

    -Ρηνούλα… κάνουν τώρα όλοι. Ρηνούλα… έλα να κάτσεις κοντά μας. Έλα Ρηνούλα… εδώ.

    Η φωνή τους ήταν τρυφερή, γιομάτη θέρμη κι ανυπομονησία. Ο παχύς με το κόκκινο μάτι έσυρε το βλέμμα του κατά την πόρτα. «Θα την κλείσουν!» σκέφτηκε η Ρηνούλα και ρίχτηκε αλαφιασμένη πίσω.

    -Όχι! λέει και βρέθηκε στο κατώφλι.

    Από κει τους κοίταξε για τελευταία φορά. Ήταν σαν ερεθισμένοι βούβαλοι που βγαίνουν από βούρκο. Της φάνηκε πως σηκώθηκαν ορθοί, με τα πιασμένα τους λαιμά, και πως χίμηξαν απάνω στο λίγο της κορμάκι βρομώντας αίμα και πόθο βαρύ. Ήταν όλο δόντια. Μάτια. Και καπνό.

    -Οι λύκοι! Έκανε να ξεφωνίσει.

    Και ξύπνησαν μέσα της οι χειμωνιάτικες ιστορίες του παππούλη, για τους λύκους που χιμούσαν στα κοπάδια τους και τα ’κοβαν… Για τα αλαλητά των αρνιών μες στο πούσι… [33] και για τα αίματα.

    Τρελή έπεσε έξω, έτρεξε στο διάδρομο, και μπήκε παραζαλισμένη στην κουζίνα. Από κει άρχιζε η σπειρωτή σκάλα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Τα λιγνά της πόδια τρέχουν, κροτούν στα σιδερένια σκαλιά. Και φτάνει στον ουρανό της. Ακούμπησε στο πεζούλι κι έπιασε την καρδιά της. κοντανάσαινε κιόλα σαν τρομαγμένο βετούλι [34]. Έβαλε αφτί κατά το γιαπί. Και ξάφνου χλιαρή άχνα χύθηκε στην ψυχή της. οι εργάτες συνέχιζαν την ειρηνική τους κουβέντα. Αυτοί θα την έσωζαν… Μα πώς να τους το πει; Και η ώρα δεν την έπαιρνε. Σε λιγάκι, σε μια στιγμή, οι λύκοι θ’ ανέβαιναν και στον ουρανό της. Να λεκιάσουν τον κατάλευκο κόσμο της, να βρομίσουν την ανέγγιχτη μοσκοβολιά του.

    Με δειλή, γοργοτρέμουλη φωνούλα, σίμωσε στο πεζούλι. Ετοιμάστηκε να φωνάξει, μα ντράπηκε κι έβηξε. Ο βήχας όμως την ξεθάρρεψε κι έκανε να ξαναδοκιμάσει.

    -Μπάρμπα… λέει κλεφτά… Μπαρμπάδες… πστ… πστ!

    Η φοβισμένη φωνή φτάνει απέναντι και τους σταματάει.

    Μια φωτίτσα σηκώθηκε κοκκινωπή και προχώρησε ως το περβάζι.

    Τι είναι; Ρωτά ανήσυχα. Τι τρέχει εκεί; Ποιος φωνάζει;

    -Μπάρμπα… λέει ξανά κλαφτά, φοβάμαι, εδώ… Θα… Με κυνηγούν.

    -Ποιος σε φοβερίζει, κόρη μου; Για έλα πιο κοντά να μου το πεις. Τι σου κάνουνε; Ποιοι;

    Οι άλλες δυο φωτιές που σώπαιναν παράμερα τώρα σηκώθηκαν. Κίνησαν σαν μικρά φαναράκια κι ήρθαν κοντά στην άλλη.

    -Τι ’ναι Γιάννη; ρωτά η μια φωτιά την άλλη.

    -Το κοριτσάκι απ’ αντίκρυ… αποκρίθηκε η πρώτη φωτιά. Κάποιοι κάτι του κάνουν… κάτι το πιλατεύουν [35].

    Η φωνή του κοριτσιού ξανασύρθηκε απ’ αντίκρυ τώρα σπαραχτικότερη.

    -Σώστε με, μπαρμπάδες… Σώστε με… Σώστε με… γλήγορα!

    Οι τρεις φωτιές τινάχτηκαν ψηλά σαν κόκκινα φεσάκια σε διαδήλωση. Ύστερα ένα μαδέρι βρόντηξε. Κάτι ακούστηκε να σέρνουν ορμητικά. Το μαδέρι ήρθε κι έστησε πλώρη αντίκρυ της και αμέσως μετά –μ’ ένα έι χοπ!- το ’στειλαν να γεφυρώσει τα δυο δώματα.

    -Έλα… που ’σαι; ακούστηκε η μαλακιά φωνή του Γιάννη. Μικρό… που ’σαι παιδί μου; 

    -Εδώ μπάρμπα… λέει κλαμένη η φωνούλα.

    -Πάτα!

    -Το Ρηνάκι ζυγιάστηκε. Πάτησε. Μα ξανάκανε πίσω.

    Κρατάμε μεις. Πάτα.

    Πάτησε. Ένα σκοτάδι έγινε μες στην ψυχή της. Τα μάτια της έκλεισαν. Έσφιξε τις μικρές της γροθιές κι έκανε το μεγάλο δρόμο.

    Σ’ ένα λεπτό, μισοπεθαμένη, ήταν στα χέρια τους. Τη δέχτηκαν κείνοι σαν πουλί, σαν σπλάχνο τους. Σαν ένα μήνυμα τρυφερό και βαρυσήμαντο. Της σκούπισαν απαλά τα μάτια, την καλόπιασαν…

    -Που είμαι;… ρωτούσε κείνη ακόμα ζαλισμένη.

    -Σώπα… Σώπα, κόρη μου, της λέει ο μπαρμπα-Γιάννης, μη σκας. Σκούπισε τα ματάκια σου και πες μας πώς σε λένε;

    -Ειρήνη λέει γοργά το κορίτσι. Σώστε με. Σώστε με… Εκεί… Κείνοι.

    -Σώπα, Ρηνάκι… λέει ο γέρος τρυφερά. Σώπα, κόρη μου. Τώρα που έπεσες στα χέρια της αργατιάς, σώπα σώπα Ερηνάκι… Τώρα θα σε γλιτώσουμε…   

   

    Το βιβλίο όμως εκρίθη από τις Αρχές (διάβαζε Ασφάλεια) αντεθνικό και επαναστατικό, γιατί μπορεί η Ελλάδα τυπικά να ήταν βασιλευόμενη δημοκρατία, πλειοψηφούν κόμμα η ΕΡΕ και πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην πραγματικότητα όμως κυβερνούσε το Παλάτι διά του κοτζαμανικού «Παρακράτους», έχοντας στηρίγματα στις ένοπλες δυνάμεις κάτω από το σχεδόν αποικιοκρατικό καθεστώς της απροκάλυπτης αμερικανοκρατίας.

 

 

Εικόνα του κατεστραμμένου λιμανιού Πουσάν στη Ν. Κορέα (1953). Οι περισσότερες πόλεις μετά το τέλος του πολέμου είχαν την ίδια εικόνα (και κυρίως η πρωτεύουσα της Β. Κορέας Πιονγκ Γιανγκ) από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς των Αμερικανών

 

 

 

Συμμαχικό νεκροταφείο στο Πουσάν: Έλληνες σμηνίτες και μια νοσοκόμα στέκονται μπροστά στους τάφους Ελλήνων αεροπόρων που σκοτώθηκαν στον πόλεμο της Κορέας

 

 

Βορειοκορεάτες αιχμάλωτοι μεταφέρονται για εκτέλεση από Νοτιοκορεάτες

ΤΟ ΓΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΛΕΙΟΥ

Ο στρατός μας ξαναπάει στην Κορέα.

Μακρόνησος αλά κορεατικά: Μια από τις σκοτεινότερες σελίδες της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο της Κορέας αφορά τη χρησιμοποίηση ελλήνων στρατιωτών για την καταστολή της εξέγερσης βορειοκορεατών και κινέζων αιχμαλώτων στο νησί Κόζι Ντο, την άνοιξη του 1952. Ουσιαστικά, πρόκειται για το κορεατικό ισοδύναμο της δικής μας Μακρονήσου, σε πολύ μεγαλύτερη όμως κλίμακα. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Κόζι Ντο άνοιξε το Γενάρη του 1951 για να υποδεχθεί 170.000 αιχμαλώτους πολέμου, που οι αμερικανικές αρχές ήθελαν να αποκόψουν από την ενδοχώρα για λόγους ασφαλείας. Ένα από τα πρώτα προβλήματα που προέκυψαν ήταν η απουσία νερού στο νησί, που κατοικούνταν επίσης από 118.000 «γηγενείς» και 100.000 νοτιοκορεάτες πρόσφυγες.  Σοβαρότερο πρόβλημα αποδείχθηκε ο έλεγχος των φυλακισμένων. ‘Το παρκάρισμα χιλιάδων ανθρώπων σε μια μικρή έκταση, με αγκαθωτό σύρμα μονάχα να χωρίζει τον ένα περίβολο από τον άλλο, επέτρεπε την ελεύθερη ανταλλαγή σκέψεων και παρείχε τη δυνατότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης μαζικών διαδηλώσεων και ταραχών», εξηγεί εκ των υστέρων η επίσημη αμερικανική ιστορία του πολέμου. Χάρη στη νωπή ακόμη πείρα τους από συνθήκες παρανομίας, οι κομμουνιστές κατόρθωσαν έτσι να οργανώσουν τη μαζική αντίσταση των κρατουμένων στους δεσμώτες τους.  Η ίδια επίσημη ιστορία εκτιμά ότι πολλά στελέχη παραδόθηκαν εσκεμμένα στις δυνάμεις του ΟΗΕ, ακριβώς για να καθοδηγήσουν το «μέτωπο των φυλακών», κι εκφράζει την απελπισία της για την υπερβολική δέσμευση των δεσμοφυλάκων από το διεθνές δίκαιο: «Η Σύμβαση της Γενεύης είχε καταρτιστεί κυρίως για να προστατεύει τα δικαιώματα των φυλακισμένων. Προφανώς, δεν μπορούσε να φανταστεί μια κατάσταση στην οποία οι αιχμάλωτοι θα οργανώνονταν και θα συνιστούσαν ενεργό απειλή κατά του έθνους που τους συνέλαβε» (σ.234-5).  Στο Κόζι Ντο, αντίθετα, «χρειαζόταν αυστηρός έλεγχος των κομμουνιστών, ώστε να μην εκμεταλλευτούν την κατάστασή τους για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Ο θάνατος ή ο τραυματισμός ήταν εύκολα αποδεκτοί απ' αυτούς, αν οι επιδιώξεις τους άξιζαν τον κόπο, η δε ήπια μεταχείριση τούς έκανε απλώς περισσότερο αυθάδεις κι ανυπάκουους. Τα μόνα που σέβονταν ήταν ο καταναγκασμός και η δύναμη, γιατί αυτά αναγνώριζαν και καταλάβαιναν» (όπ.π., σ.261).    Η σημαντικότερη μέθοδος «καταναγκασμού και δυνάμεως» που χρησιμοποιήθηκε από τους Αμερικανούς, ήταν το «κοσκίνισμα» (screening) των κρατουμένων, με σκοπό να «διαπιστωθεί» κατά πόσον αυτοί ήθελαν να επαναπατριστούν. Στην πράξη, επρόκειτο για ένα σύστημα βασανισμού και βίαιης απόσπασης ομολογιών από τους αιχμαλώτους ότι θέλουν να παραμείνουν στον «Ελεύθερο Κόσμο». Σύμφωνα με τον αμερικανό ναύαρχο Τζόι, κάθε ανακρινόμενος που δήλωνε το αντίθετο «είτε μαυριζόταν στο ξύλο είτε σκοτωνόταν», η δε «πλειοψηφία των αιχμαλώτων ήταν υπερβολικά τρομοκρατημένη για να εκφράσει ειλικρινά την επιλογή της» [36].   Η απάντηση ήταν μια σειρά εξεγέρσεις, που πνίγηκαν στο αίμα. Στη σοβαρότερη απ’ όλες (7.5.1952), οι αιχμάλωτοι συνέλαβαν τον ίδιο το διοικητή του στρατοπέδου ταξίαρχο Ντοντ, και τον απελευθέρωσαν μονάχα αφού ο αντικαταστάτης του υποσχέθηκε γραπτά τον τερματισμό του «βίαιου κοσκινίσματος» και την «ανθρώπινη μεταχείριση των κρατουμένων στο μέλλον». Ακολούθησε η ένοπλη επέμβαση μονάδων των ΗΠΑ, της Ολλανδίας, της Βρετανίας, του Καναδά και της Ελλάδας, και οι κρατούμενοι διασκορπίστηκαν σε μικρότερες -και πιο ελέγξιμες- εγκαταστάσεις. Ο επίσημος απολογισμός αυτής της «μετεγκατάστασης» (10-12.6.52) ήταν 32 νεκροί κι 153 τραυματίες. Στον Καναδά, η υπόθεση προκάλεσε σκάνδαλο κι οδήγησε στο ξήλωμα του υπεύθυνου αξιωματικού.   Όσον αφορά τις λεπτομέρειες της ελληνικής συμμετοχής, η επίσημη ιστορία του ΓΕΣ είναι εξαιρετικά φειδωλή. Στις 23.5.52, διαβάζουμε, ένας ελληνικός λόχος διατάχθηκε «να μεταφερθή εις την νήσον Κόζυ Ντο, προς ενίσχυσιν της εκεί Αμερικανικής φρουράς. Η κίνησις και εν συνεχεία η μεταφορά του λόχου τούτου ωλοκληρώθη την 9.30 της 25 Μαϊου» (σ.113). Από κει και πέρα, το μόνο που πληροφορούμαστε είναι ο τερματισμός της επιχείρησης: «Την 3ην Ιουλίου επιστρέφει εις την έδραν του Τάγματος ο εις νήσον Κόζυ Ντο 1ος λόχος, ληξάσης της αποστολής του αποκαταστάσεως της τάξεως εις το εκεί Στρατόπεδον Αιχμαλώτων Πολέμου» (σ.115)  [37].

 

    Στη δίκη που έγινε την Τρίτη, 13 Μαρτίου του 1956, με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, η Εισαγγελία είχε προσάψει στον Μενέλαο Λουντέμη την κατηγορία πως η συλλογή διηγημάτων «Βουρκωμένες μέρες» είναι έργο υπονομευτικό και αντεθνικό και ότι η δημοσίευσή του αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη εσχάτης προδοσίας [38]. Ο Λουντέμης μαζί με τους τρεις συγκατηγορούμενούς του (Ν. Αμπατιέλο, Γ. Χριστοδουλάκη, Ι. Γαμβιέλο) είχαν μεταχθεί στην Αθήνα από τον Άη-Στράτη, όπου βρίσκονταν εκτοπισμένοι, για να δικαστούν.  

    Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: «Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

 

http://users.sch.gr/deshourmou/NEA%20PATRIDA/xourmouzis_files/2.jpg

Εξόριστοί στον Άη-Στράτη.  Ο πρώτος από αριστερά είναι ο Μάνος Κατράκης, ο δεύτερος είναι ο Ρίτσος.

   

    Βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο διαβόητος Καραχάλιος [39], ανώτερος αξιωματικός της Γενικής Ασφαλείας μαζί με κάποιον άλλον ασφαλίτη. Οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του είναι «αντεθνικού και ανατρεπτικού περιεχομένου» και «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

    Κατά την εξέταση του μάρτυρα Καραχάλιου, ο οποίος διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Λουντέμη για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, ο συνήγορος των κατηγορουμένων κ. Θεοτοκάτος διάβασε στίχους των οποίων δεν αποκάλυψε τον ποιητή και ρώτησε τον μάρτυρα αν οι στίχοι αυτοί είναι ανατρεπτικού χαρακτήρα. Το περιστατικό  αποτυπώνεται ανάγλυφα στο βιβλίο του δημοσιογράφου Λάμπρου Ζιώγα:

 

Η προδοσία του…Παλαμά

 

    […] «Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:

 

Εγώ είμαι ο γκρεμιστής

Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης

Ο διαλεχτός της άρνησης

Κι ο ακριβογιός της πίστης.

Η δίκη του Μενέλαου ΛουντέμηΚαι θέλει και το γκρέμισμα

Νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα

Τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,

Του χαλασμού πατέρας,

Πάντα κοιτάζω προς το φως

Το απόμαυρο της μέρας.

Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,

Εγώ κι ο ανοιχτομάτης

Του μακρεμένου αγναντευτής

Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

Και με το καριοφύλλι μου

Και με το απελατίκι

Την πολιτεία την κάνω ερμιά,

Γη χέρσα το χωράφι.

 

    Εδώ ο θεοτοκάτος σταματά , στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:

    - Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.

    Ο Καραχάλιος (μάρτυρας- αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:

    - Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.

    - Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.

 

Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές

Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,

Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,

Και κάλλιο ανοίχτε , τάφοι,

Και , δυναμίτη, βρόντηξε

Και σιγοστάλαξε αίμα

Παρά σε πύργους άρχοντας

Και σε ναούς το ψέμα.

Των πρωτογέννητων καιρών

Η πλάση με τα’ αγρίμια

Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη.

Γκρεμίζω την ασχήμια…

 

    Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:

    - Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;

    Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:

    - Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;

    - Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;

    - Ναι, με ενδιαφέρει.

    - Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό. 

    - Μα ξέρετε κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.

    - Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.

    Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας :

    - Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;

    Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:

    - Αφήστε κύριε εισαγγελέα . Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.

    Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:

http://3.bp.blogspot.com/__98iCqbS3kE/TJEzULX_8NI/AAAAAAAAFmY/5npk9HI-jKo/s1600/0.jpg    - Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το’ γραψε , αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα , πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην , είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του. 

    - Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που τογραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:

    - Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.

    Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:

    - Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα» [40].

   

    Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν [41] στη δίκη του, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Χαρακτηριστική για το μαχητή συγγραφέα και το έργο του είναι η κατάθεση του λογοτέχνη Στρατή Δούκα,  γενικού γραμματέα της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στη δίκη του Λουντέμη το 1956 :

 

«Ο Λουντέμης, κύριοι, δεν ήταν από κείνους τους συγγραφείς που συμβουλεύουν από απόσταση ασφαλείας τους άλλους. Δεν είναι από κείνους που ετοιμάζουν και δείχνουν τους στίβους. Είναι συγγραφέας μαχητής που δεν αρκέστηκε, όταν η πατρίδα μας στέναζε κάτω από το φασιστικό ζυγό, να μας δείξει τα ‘μαρμαρένια αλώνια’ ,αλλά καβάλησε ο ίδιος το άτι του και μπήκε στη μάχη, για να μας δείξει πώς παλεύουν τα παλικάρια… Το έργο του μύριζε πάντα μπαρούτη. Kανονιοβολούσε τους εκμεταλλευτές του λαού και υπεράσπιζε τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Πάντα τάχτηκε με το μέρος των αδικημένων και των αβόλευτων. Είναι ένας συγγραφέας καθαρά λαϊκός. Μπήκε στις φτωχογειτονιές και στους τόπους δουλειάς, συναντήθηκε με τους ανθρώπους του μόχθου, ζυμώθηκε μ’ αυτούς και έγραψε με πολλή αγάπη για κείνους που δημιουργούν τα πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο, μα που δε χόρτασαν ποτέ ούτε το ψωμί».

   

    Τέλος ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…». Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!».  Το αποτέλεσμα αυτής της δίκης, ωστόσο, ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας των βιβλίων του Λουντέμη. 

   

Μουσείο Δημοκρατίας στον 'Aη Στράτη - Democracy Museum, Ai Stratis

Διάνοιξη της κοίτης των χειμάρρων από τους εξόριστους στον Άη-Στράτη μετά από πλημμύρα.
(Αρχείο Βασίλη και Βύρωνα Μανικάκη).

 

 

    Ο Λουντέμης θα επιστρέψει στον τόπο της εξορίας του, τον Άη- Στράτη, και θα παραμείνει εκτοπισμένος για δυο ακόμα χρόνια χωρίς να του έχει απαγγελθεί καμία κατηγορία.

  

    Στην εφημερίδα Ελευθερία, την Πέμπτη 13 Μαρτίου 1958, ανάμεσα στις άλλες καλλιτεχνικές ειδήσεις για την απονομή των λογοτεχνικών βραβείων της Ακαδημίας Αθηνών και για την επιδείνωση της υγείας του Δημοσθένη Βουτυρά, δημοσιεύεται και η είδηση για την παύση της 11χρονης εξορίας του Μενέλαου Λουντέμη:

    -«Η Δευτεροβάθμιος Επιτροπή επί των εκτοπίσεων έκανε δεκτή την έφεση του κ. Μενέλαου Λουντέμη εναντίον της αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου που του είχε επιβάλει ενός χρόνου εκτόπιση στον Άγιο Ευστράτιο.

    Χάρη στην απόφαση αυτή παύει οριστικά η εξορία του συγγραφέα που πέρασε 11 χρόνια εκτοπισμένος χωρίς καμιά συγκεκριμένη κατηγορία εις βάρος του» [42].

 



[1] Μενέλαου Λουντέμη, Βουρκωμένες μέρες, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 91. Η πρώτη έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Μενέλαου Λουντέμη «Βουρκωμένες μέρες» έγινε στην Αθήνα το 1953 από τις εκδόσεις «Ο Σύγχρονος»

[2] Τον Ιούνιο του 1950, ο Νίκος Μπελογιάννης, ως μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ επιστρέφει στην Ελλάδα, με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο βάση νόμου θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Τον Δεκέμβρη του 1950 συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, το οποίο αποτελούσαν οι Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Γ. Παπαδόπουλος (μετέπειτα δικτάτορας), Ν. Κομιάνος, Γ. Κοράκης, και Θ. Κυριακόπουλος.

[3] Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 93 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. «Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ’ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», θα δηλώσει ο Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του. 

[4] Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. Σε θάνατο καταδικάστηκαν: Νίκος Μπελογιάννης, Έλλη Ιωαννίδου, Στέργιος Γραμμένος, Τάκης (Δημήτρης) Καλοφωληάς, Θεοδώρα Γεωργιάδου, Αφροδίτη Μανιάτη, Θανάσης Κανελλόπουλος, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Πέτρος Παπανικολάου, Στάθης Δρομάζος, Καλλιόπη Παπαδοπούλου, Λίζα Κόττου. Ακόμη καταδικάστηκαν 3 σε ισόβια, 12 σε ειρκτή ή φυλάκιση. Οι υπόλοιποι σε μικρότερες ποινές ή αθωώθηκαν.

[5] Ο Πλαστήρας έκανε τις παρακάτω δηλώσεις στις 17 Νοέμβρη 1951, μετά την πρώτη δίκη και καταδίκη σε θάνατο του Νίκου Μπελογιάννη: «Ο Μπελογιάννης και οι μετ’ αυτού καταδικασθέντες σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών δεν πρόκειται να εκτελεστούν. Απόφασις της κυβερνήσεως είναι ότι δι’ αδικήματα διαπραχθέντα προ της 1ηςΝοεμβρίου 1951, οπότε η παρούσα κυβέρνησις δεν ευρίσκετο εις την Αρχήν, αι τυχόν επιβαλλόμεναι θανατικαί ποιναί διά κομμουνιστικήν δράσιν θα υπήγοντο εις την ρύθμισιν η οποία είχε συμφωνηθεί δι’ όλας τας μέχρι τούδε επιβληθείσας και μη εκτελεσθείσας θανατικάς καταδίκας». (Βλ. Πότης Παρασκευόπουλος, «Φιλελεύθερα ανοίγματα στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο», σελ. 173, εκδόσεις «Φυτράκης»). Ωστόσο, στις 8 Δεκέμβρη 1951 ο ρ/φ σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» μετέδωσε: «Περίμενε ο Πλαστήρας να τελειώσει η συζήτηση του ελληνικού ζητήματος στη Γ.Σ. του ΟΗΕ για να εξαγγείλει τις οριστικές αποφάσεις της κυβέρνησής του για τα λεγόμενα μέτρα επιεικείας, που τα κοιλοπόνησε βδομάδες ολόκληρες. Και τις ανακοίνωσε χτες με τον υπουργό του της Δικαιοσύνης Παπασπύρου, όταν στον ΟΗΕ έκλεινε η συζήτηση στο ελληνικό. Το πρώτο μέτρο «ειρήνευσης» που παίρνει ο Πλαστήρας είναι ότι εξαιρεί την περίπτωση του Ν. Μπελογιάννη και των 11 συντρόφων του - που τους καταδίκασε σε θάνατο το στρατοδικείο της Αθήνας - από την μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια δεσμά. Ο Παπασπύρου δήλωσε επίσης ότι η «υπό όρους απόλυσις» δεν θα ισχύσει για τους καταδικασμένους πάνω από 20 χρόνια και γι’αυτούς που καταδικάστηκαν απ' τα κακουργιοδικεία, δηλαδή για όλους τους φυλακισμένους αγωνιστές της πρώτης Εθνικής Αντίστασης». (μετάδοση του ρ/φ σταθμού «Ελεύθερη Ελλάδα», 8/12/1951, ΑΜ 375926).

[6] Ο Ανδρέας Ιωσήφ, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ στην κυβέρνηση Πλαστήρα, αποκάλυψε σε εκπομπή της ΝΕΤ (28 Μάρτη 2002): «Είχαμε συνεδρίαση του λεγομένου μικρού υπουργικού συμβουλίου. Εξήταζε τα κάπως μυστικά ζητήματα. Και το θέμα ήταν το αποτέλεσμα της δίκης και το τι γίνεται παραπέρα. Ήταν ένα συμβούλιο στο οποίο μετείχαν μόνο ο Σοφοκλής Βενιζέλος, φυσικά ο Πλαστήρας, ο Γιώργος Καρτάλης, ένας έκτακτος άνθρωπος, έντιμος, καλός οικονομολόγος που είχε το βάρος του υπουργείου Συντονισμού, ο υπουργός Ρέντης, απόγονος του Ζαΐμη και εγώ. Και ακούω σε κάποια στιγμή να λέει ο Ρέντης: «Πόσους να στείλουμε στο απόσπασμα; Τέσσερις ή έξι;» Και φαίνεται πετάχτηκα αυθόρμητα και είπα: Κύριε Υπουργέ μιλάμε για εκτελέσεις. Δεν απήντησε αλλά μου έστειλε ένα φονικό βλέμμα (...) Δημοσιογράφος (Κούλογλου): Κανείς άλλος δεν πήρε το λόγο να μιλήσει, ούτε ο Πλαστήρας δεν πήρε θέση; Ιωσήφ: Μιλιά. Ούτε αυτός, ούτε ο Βενιζέλος, ούτε ο Καρτάλης. Το άλλο πρωί αμέσως έτρεξα στον Γιώργο Καρτάλη. Και του είπα: «Γιώργο το να πει κάτι ή να κάνει κάτι ένας μικρός κούκος Άνοιξη δεν έρχεται. Αν εσύ όμως παραιτηθείς, η κυβέρνηση πέφτει και τα πράγματα είναι αλλιώς και παύουμε να ρεζιλευόμαστε σε έναν ολόκληρο λαό που μας αγάπησε και έτσι η χώρα μπορεί να πηγαίνει καλύτερα». Ξέρετε τι μου απήντησε ο Καρτάλης; «Σήμερα το πρωί ο Άγγλος πρέσβης ήρθε εδώ και με πίεσε να μην παραιτηθώ, διότι όπως θα ξέρεις οι Άγγλοι θέλουν να βοηθήσουν τους Αμερικανούς να πάει το πράγμα προς τον Παπάγο». Όσον αφορά τον υπουργό Συντονισμού Γεώργιο Καρτάλη, πήγε στον Πλαστήρα και υπέβαλε την παραίτησή του μετά τις εκτελέσεις. Και έπειτα από παράκληση του Πλαστήρα παρέμεινε στην κυβέρνηση... Ο Πλαστήρας υπήρξε για ένα διάστημα ο ευνοούμενος των ΗΠΑ και των Ανακτόρων για την πρωθυπουργία. Ωστόσο, εκείνο το διάστημα είχε διαφανεί ότι ΗΠΑ και Ανάκτορα προσανατολίζονταν πια προς τον Παπάγο. Η κυβέρνηση Πλαστήρα δεν αντιτάχθηκε στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, για να διατηρήσει την εύνοιά τους και να παραμείνει στην εξουσία.

[7] Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».

[8] Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».

[9] Οι λόγοι της ελληνικής αυτής θεωρητικής έλλειψης πρέπει να ζητηθούν στη σχετική παράδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ειδικότερα στη θεωρητική ένδεια της λεγόμενης Γενιάς του ’30, στη θεωρητική ανωριμότητα του ελληνικού προοδευτικού-εργατικού κινήματος, στην αποπνικτική επενέργεια της Δικτατορίας του Μεταξά εναντίον κάθε κριτικής-θεωρητικής διάθεσης, ίσως όμως και στον αυθόρμητο χαρακτήρα των πρώτων εκδηλώσεων της Αντίστασης. Αρκετά καθυστερημένα από το 1943 και ύστερα, παρουσιάζεται και η θεωρητική οργάνωση της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έκφρασης της Αντίστασης. Είναι γεγονός ότι μέσα στην Κατοχή και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση το θέμα για το ρόλο της τέχνης και της Λογοτεχνίας είχε τεθεί δυναμικά από του πνευματικούς, νέους κυρίως ανθρώπους. Ως κύριοι εκπρόσωποι της λογοτεχνικής θεωρίας της Αντίστασης προβάλλονται ο Μ. Αυγέρης, ο Κ. Βάρναλης και ο Ν. Καρβούνης, πιθανότατοι δάσκαλοι των οποίων ήταν ο Μarx, ο Lenin, ο Plechanov και o Belinskij (βλ.  Ελισάβετ Κεφαλληνού, Νίκος Εγγονόπουλος και πολιτική ηθική, Περιοδικό Περίπλους, τεύχος 50), χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να επιλύσουν τα σύνθετα γραμματολογικά-αισθητικά προβλήματα που έθετε η μεταπολεμική ποίηση και πεζογραφία.

[10] Η μεταμοντέρνα λογοτεχνική κριτική διακήρυσσε ότι στόχος της ήταν η αισθητική ανάδειξη της «καταπιεσμένης» από την ορθολογική φιλοσοφική γνώση αυθεντικότητας της έκφρασης, για να καταλήξει στον αστικό υποκειμενισμό και στη λογική του συμψηφισμού πρωτογενών ιδεών, συναισθημάτων και εικόνων σ’ ένα απέραντο βιωματικό super-market. Η μεταμοντέρνα πολιτισμική σκηνή, πρόβαλε δηλαδή, ιδίως στο πεδίο της ηθικοπολιτικής σκέψης, την ύπαρξη πολλών αληθειών: την αλήθεια του καθενός, την αλήθεια της ιδιαίτερης υποκειμενικής ματιάς, τον «πληθυντικό» της αλήθειας, τις διαφορετικές μεταξύ τους αλήθειες, σε αντίθεση με τη δογματική και ηθική δήθεν δεσποτεία της αλήθειας εκφερομένης στον ενικό, της μίας αλήθειας. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στον χώρο της ιστορίας και των κυρίαρχων τάσεων που την οδηγούν σε γειτνίαση με τις «πολιτισμικές σπουδές». Η δεσπόζουσα μεταμοντέρνα εκδοχή της ιστορίας υποκαθιστά το αίτημα για γνώση και αλήθεια με την –μη υποκείμενη σε αξιολογικές κρίσεις και έλεγχο– αφήγηση. Αυτή η μεθοδολογική αρχή φαίνεται να υπερβαίνει το αίτημα για δικαιολόγηση των κριτηρίων και των συναφών επιλογών. Οι έννοιες της ιστορικής γνώσης και αλήθειας εγκαταλείπονται και παύουν να είναι στόχοι της επιστημονικής ιστορικής έρευνας, την οποία υποκαθιστά η προφορική ιστορία, η αναφορά σε βιώματα και, κυρίως, η παραδοχή ότι δεν υπάρχουν αξιολογικά και κανονιστικά κριτήρια ως προς την ιστορική ερευνητική πρακτική. Αν είναι θεμιτή η υποκατάσταση της ιστορικής γνώσης και αλήθειας από την απλή αφήγηση, τότε τα κριτήρια διάκρισης ορθού και λάθους δεν χρειάζονται στην ιστορία και, γενικότερα, στις ανθρωπιστικές και τις κοινωνικές επιστήμες, διότι αυτά ανήκουν δήθεν στη μεθοδολογική εξάρτυση μόνο των λεγόμενων θετικών επιστημών. (Βλ. Αντ. Λιάκος, «Μεταμοντερνισμός, ιστοριογραφία και Αριστερά», Ο Πολίτης, 107, Ιανουάριος 2003, σσ. 12-17, καθώς και Ν. Μαραντζίδης, «Τοπικές διαστάσεις του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1943-1945: Μεθοδολογικές επισημάνσεις», Αρχειοτάξιο, 5, Μάιος 2003, σσ.112-119, όπως και Στ. Καλύβας, «Μεθοδολογικές προϋποθέσεις της μελέτης του δωσιλογισμού» στο «Εχθρός» εντός των τειχών: Όψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σσ.79-103, όπου ο συγγραφέας, με υψηλόφρονα διάθεση, δηλώνει ότι «ο βασικός φραγμός στην ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας γύρω από το θέμα του δωσιλογισμού είναι η επιτακτική απαίτηση μιας ηθικής αξιολόγησης που συνήθως υποκαθιστά την ίδια την έρευνα). Παρότι η στάση αυτή είναι επιστημονικά απαξιωμένη (υπογράμμιση δική μου), δεν λείπει από τη δημόσια σφαίρα». Τόσο απλά. Είναι «επιστημονικά απαξιωμένη» η ηθική αξιολόγηση, ώστε οι γερμανοντυμένοι και ταγματασφαλίτες δωσίλογοι της κατοχής να θεωρούνται «εχθροί» και όχι εχθροί. Η εν λόγω θέση περί αξιολογικών κρίσεων διατυπώνεται με τον ίδιο τρόπο που στις σχολικές εκθέσεις ιδεών στηριζόμασταν, στην αρχή του έκθεσης, σε παραδοχές της μορφής: «στις μέρες μας όλοι ξέρουμε ότι…», «είναι γενικά παραδεκτό…», «κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι…», «ως γνωστόν…» κ.λ.π. Με παρόμοιο τρόπο, ο Στ.Κ. μάς ανακοινώνει την επιστημονική απαξίωση των ηθικών αξιολογήσεων και από τη σιωπηρή και αδικαιολόγητη αποδοχή αυτής της δογματικής θέσης εξαρτώνται και οι βασικές μεθοδολογικές θέσεις που υποστηρίζει σε αυτό το κείμενο. (Βλ. Στέφανου Δημητρίου, Κανονιστικές αρχές και κριτική, Αναγνώσεις (Κριτική βιβλίου, Τεχνών και Επιστημών), Θεωρία, Λογοτεχνία, Αριστερά, επιμέλεια Κώστας Βούλγαρης, τεύχος 271, 9/3/2008.

[11] Μενέλαου Λουντέμη, Βουρκωμένες μέρες, ο.π., σελ. 59-67.

[12]  Ένα χρόνο αργότερα, ο Μάνος Ζαχαρίας μεταμορφώνει το λιμανάκι της Κριμαίας σε ελληνικό νησί και δίνει στη Μαύρη θάλασσα, φως Αιγαίου με τους Σφουγγαράδες, μια ελεύθερη διασκευή από το διήγημα του Ν. Κάσδαγλη Ο Μηχανικός. Η ταινία κόβει 18 εκατομμύρια εισιτήρια στην πρώτη της προβολή, μόνο στις μεγάλες πόλεις της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

[13] Μενέλαου Λουντέμη, Βουρκωμένες μέρες, ο.π., σελ. 69-77.

[14] γουστέρα: < γουστερίτσα (σαμιαμίδι ή μοληντήρι) < σλαβική gusteritsa (βλέπε και σερβικό гу̏штер (gȕšter): μικρή σαύρα.

[15] τσάρκα < τουρκική çark < από την περσική λέξη «τροχός»: το περπάτημα για την ευχαρίστηση. Συνώνυμα: βόλτα, γύρα, γύρος, περιδιάβαση, σεργιάνι, σουλάτσο, περίπατος.

[16] τερτίπι (ουδέτερο) < τουρκική tertip < αραβική ترتيب (tartib, «τακτοποίηση»): τέχνασμα.

[17] μπουντρούμι (ουδέτερο) < τουρκική bodrum (υπόγειο σήμερα):  1. φυλακή στα υπόγεια ενός κτηρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί (π.χ. Τα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ (χώρος εγκλεισμού και βασανισμού στην περίοδο της δικτατορίας) και 2. (κατ’ επέκταση) σκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο (π.χ. Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία....).

[18] τζίφρα θηλυκό< βενετική zifra < αραβική صِفْر (ʂifr): η υπογραφή, το μονόγραμμα, η μονογραφή (π.χ. βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρτο).

[19] ενδόμυχος (επίθετο): εσωτερικός, εσώτερος, μύχιος.

[20] ζαβλακωμένος (μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ζαβλακώνω) < από συμφυρμό των λέξεων ζαβωμένος και (απο)βλακωμένος: αυτός που έχει ζαβλακωθεί, που έχει χαζέψει. Συνώνυμα: αποχαυνωμένος, αποκαρωμένος, ναρκωμένος.

[21] χόβολη (ουσιαστικό): ζεστή στάχτη που χρησιμοποιείται για να ψηθούν καφές, κάστανα κλπ.

[22] αμπέχονο (ουδέτερο): στρατιωτικό επανωφόρι.

[23] τυλώνω: τρώω τόσο πολύ που φουσκώνει η κοιλιά μου.

[24] σουλατσέρνω ή σουλατσάρω < ιταλική sollazzare: περπατώ πέρα δώθε χωρίς σκοπό, κάνω βόλτα, βολτάρω. 

[25] τσάρντας: Ο δημοφιλέστερος και πιο απλός ζευγαρωτός ουγγρικός χορός είναι ο «Τσάρντας». Επικράτησε γύρω στον 19ο αιώνα και χορεύεται κατά κόρον σε γάμους. (Ο όρος «τσάρντας» προέρχεται από το csár­­da (χάνι). Ο χορός συνοδεύεται από παραδοσιακά μουσικά όργανα, αρκετές φορές όμως οι χορευτές εκτός από το να χορεύουν, τραγουδούν κιόλας.

[26] βούτα: (εδώ) το δοχείο νυκτός στη φυλακή που χρησιμοποιούσαν οι κρατούμενοι για να κάνουν την ανάγκη τους.

[27] κάρτο, (το)ή κουάρτο (ουδέερο): < ιταλ. quarto: 1/4, ένα τέταρτο.

[28] διάδημα (ουδέτερο): ταινία που δένεται γύρω στο κεφάλι ανδρών ή γυναικών και συγκρατεί τα μαλλιά. Διάδημα ονομάζεται και το στέμμα των βασιλισσών ή άλλο κόσμημα του κεφαλιού που φοριέται από βασίλισσα ή αριστοκράτισσα.

[29] σινιάλο (ουδέτερο): οπτικό ή ηχητικό σήμα.

[30] Μενέλαου Λουντέμη, «Βουρκωμένες μέρες», ο.π., σελ. 9-17.

[31] βίζιτα (θηλυκό) < ιταλική visita: (εδώ) η επίσκεψη.

[32] σουσούμια (<συσσήμια < συν + σήμα): τα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός, αλλά και οι ιδιαιτερότητές του, κάποιες κινήσεις του, κάποιες χειρονομίες του. Παράδειγμα το πως κρατάει το φλυτζάνι με τον καφέ, πως καπνίζει το τσιγάρο, αν τρώει τα νύχια του κτλ.

[33] πούσι (ουδέτερο) < τουρκική pus: 1. αχλή, καταχνιά, ομίχλη και 2. οι ξερές πευκοβελόνες.

[34] βετούλι: κατσίκι από τον πρώτο ως το δεύτερο χρόνο του.

[35] πιλατεύω (< ετυμολογείται μάλλον από τον ίδιο τον Πόντιο Πιλάτο, ενώ ο Κοραής πιθανολογεί και την καταγωγή από το αρχαίο πιλέω, που σημαίνει θλίβω): ταλαιπωρώ, παιδεύω, βασανίζω, γίνομαι φορτικός σε κπ., ενοχλώ, επιβαρύνω, καβγαδίζω, κατατρέχω, κυνηγώ, μαστίζω, παρενοχλώ.

[36] Halliday & Cummings 1990, σ.178.

[37] Βλ. Ιός της Κυριακής, ΤΟ ΓΕΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΛΕΙΟΥ, Ο στρατός μας ξαναπάει στην Κορέα, εφημ. Ελευθεροτυπία, 9/11/2003.

[38] Βλ. εφημ. Ελευθερία: «Ηθωώθη υπό του Τριμελούς Πλημμελιοδικείου ο Μενέλαος Λουντέμης διά τα διηγήματά του», Πέμπτη 15 Μαρτίου 1956, σελ. 5.

[39] Δημήτρη Σαραντάκου, «Κάποια ύποπτα στοιχεία…», άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Εμπρός στις 24/05/2011.

[40] Βλ. Λάμπρου Ζιώγα, δημοσιογράφου, «Η δίκη του Λουντέμη», Αθήνα, εκδ. Στρουμπούκης Κ.

[41] Μάρτυρες υπεράσπισης ήταν ο Άγις Θέρος (πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών), ο Γιώργος Θεοτοκάς (λογοτέχνης), ο Θ. Συνοδινός (διευθυντής της Λυρικής Σκηνής), ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, ο Στράτης Δούκας (γενικός γραμματέας της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών), ο Ασημάκης Πανσέληνος (λογοτέχνης) και ο Κώστας Κοτζιάς (θεατρικός συγγραφέας και εκδότης).

[42]  Βλ. εφημ. Ελευθερία, «Ο κόσμος της τέχνης, ειδήσεις και σχόλια από την καλλιτεχνικήν, ελληνικήν και ξένην κίνησιν», Πέμπτη 13 Μαρτίου 1958, σελ. 2.