Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας…

του Δημήτρη Δαμασκηνού

 

Λογοτεχνικό αφιέρωμα

(Μέρος Ενδέκατο)

11. Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (1956)

 

Παρακάτου, πάλι, κάτι προσφυγάκια γυρέψανε το σκυλί του, να το κάνουνε αλογατάκι. Τι τους πείραζε; Το σκυλί, σε κάθε τέτοια περίσταση, χωνότανε με λαχτάρα στα πόδια του φίλου του, για να το προστατέψει. Είχαν δει πολλά τα μάτια του… Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το «ευγενέστερον ζώον»… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!... Το αγριώτερον, μάλιστα! Και πάλι, λίγο του πέφτει. Μακάρι να υπήρχε στον κόσμο καμιά αρκουδόπολη ή καμιά λυκόπολη… να πάει να κάτσει κανείς… Τουλάχιστον, εκεί δε θα υπήρχανε αρκούδες ντυμένες κι αρκούδες γυμνές, ούτε λύκοι νηστικοί και λύκοι χορτάτοι [1].

   

 

     Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του το κλίμα ήταν βαρύ για τον Λουντέμη. Γι’ αυτό αναγκάζεται να πάρει το δρόμο της αυτοεξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς.

    Στην εφημερίδα Μακεδονία και με γραφή που έλκει την καταγωγή της από τις πιο μαύρες μέρες του εμφυλίου πολέμου δημοσιεύεται στις 07/05/1959 η πληροφορία πως από τον Μάρτιο του 1959 έφτασε στην Οστράβα της Τσεχοσλοβακίας και ο Μενέλαος Λουντέμης μίλησε στους πολιτικούς εξόριστους:

 

    «[…] Εξ άλλου – κατά τους επαναπατρισθέντας πάντοτε-  προ διμήνου αφίχθη επίσης εις Οστράβαν και ο γνωστός κομμουνιστής λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, ο οποίος, ομιλήσας προς τους συγκεντρωθέντας Έλληνας συμμορίτας, κατεφέρθη δριμύτατα εναντίον των επαναπατριζομένων δια τους οποίους είπεν ότι μόλις φθάσουν εις την Ελλάδα σπεύδουν να ενισχύσουν τον εναντίον του Κ.Κ.Ε. αγώνα και επιφέρουν μεγίστην ζημίαν εις το έργον της Ε.Δ.Α. Άμεσον αποτέλεσμα της ομιλίας αυτής του Λουντέμη ήτο ν’ αρχίση ασκουμένη έντονος τρομοκρατία εις βάρος παντός εκδηλούντος πρόθεσιν επαναπατρισμού» [2].

 

http://4.bp.blogspot.com/-x8aheHYA_RI/TxuyaoRYrzI/AAAAAAAAAXE/w3sMOtvMCpU/s320/images.jpg     Ο Μενέλαος Λουντέμης υποχρεώθηκε να πάρει το δρόμο της προσφυγιάς το 1959 ύστερα από την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από την τότε ελληνική κυβέρνηση. Ο λόγος; Εεπιδή παραβρέθηκε στα εγκαίνια του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλτ και μίλησε ζητώντας να εξαφανιστούν από το πρόσωπο της γης όλοι οι τόποι ομαδικής εξόντωσης. «Η καλύτερη τιμή για την ανθρωπότητα», είπε, «θα ήταν να μην εγκαινιάζει τέτοια μνημεία. Βρισκόμαστε τούτη τη στιγμή σε μια μητρόπολη των στρατοπέδων. Μα υπάρχουν και οι αποικίες… Έρχομαι από μία απ’ αυτές. Βρίσκεται στο Αιγαίο και λέγεται Άη-Στράτης [3].

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

    Απόδειξη πως η ελληνική ιθαγένεια στον Μενέλαο Λουντέμη δεν αφαιρέθηκε, όπως πιστεύουν ορισμένοι, από τη χούντα των συνταγματαρχών, μα πολύ νωρίτερα, είναι και το δημοσίευμα της εφημερίδας , την, που καταγράφεται μια συζήτηση του Γ. Μανιάτη με τον Α. Σαμαράκη, τον Σ. Βασιλικό και τον Ι. Καμπανέλλη. Εκεί, ανάμεσα στ’ άλλα, διαβάζουμε:

 

ΕΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

 

    Εγώ: «Λέγε… Βασιλικέ!»

    Βασιλικός: «Να πη ο… καλός Σαμαράκης».

    Λέει ο Καμπανέλλης: «Ο καλλιτέχνης είναι ένας αθλητής. Έξω, για τον κάθε τομέα της τέχνης υπάρχουν δεκάδες βραβεία και έπαθλα και διακρίσεις. Εδώ οι διακρίσεις είναι διαφορετικές. Εδώ, ο ασήμαντος κ. τάδε μπορεί να γίνη και ακαδημαϊκός. Αλλά άνθρωποι που έθρεψαν πνευματικά τη γενιά τους ολόκληρη μπορεί και να πεθάνουν στο ψαθί. Μην έχοντας χωρέσει ούτε καν στα αναγνωστικά του Γυμνασίου, τα εγκεκριμένα βέβαια από το υπουργεί παιδείας. Εδώ τα έπαθλα είναι περιωρισμένα». ..

    [Μόλο που οι ασήμαντοί – εδώ που τα λέμε – είναι κι αυτοί αρκετοί…].

    Λέει ο Βασιλικός: «Οι ‘Ελιές’ του Κολλάτου βραβεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν πήραν την άδεια να παρουσιαστούν στο κοινό. Δυσφημούν –τάχα- την Κρήτη. Όταν όμως πρόκειται για το φιλμ του οποιουδήποτε ξένου που δυσφημεί, ας πούμε, τον Πειραιά, τότε το υποδεχόμαστε με μπάντες και τρα-λα-λα».

    Σαμαράκης: «Ναι, αλλά επρόκειτο για φιλμ της πνευματικής Κοινής Αγοράς»…

    Η αφεντιά μου: «Ξέρω έναν κομμουνιστή, βέβαια, λογοτέχνη, που του αφαιρέσανε, πάντως, την υπηκοότητα. Τόνε λένε Λουντέμη και το μικρό του Μενέλαο.

    Η αφεντιά του Βασιλικού: «Εγώ ξέρω έναν κομμουνιστή – βέβαια – σκηνοθέτη που βραβεύτηκε – πάντως – πρόσφατα απ’ το… Βατικανό! Τόνε λένε Παζολίνι».

    Σαμαράκης: «Ναι, αλλά αυτό συνέβη στην Ιταλία»… [4]

 

    Εν τω μεταξύ έχει ήδη εκδοθεί από τα 1956 μάλιστα το μυθιστόρημα του συγγραφέα που αγάπησε το κοινό περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα, το τρυφερό, ουμανιστικό έργο: «Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα».

    Ο μικρός ήρωας του μυθιστορήματος «Συννεφιάζει», το ορφανό αγόρι, στο «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» αποκτάει όνομα, γίνεται ο Μέλιος, που «πιάνει φιλία με τα βιβλία» για να μάθει όσα του κρύβουν οι μεγάλοι. Με ακούραστο πείσμα, με πάθος και με ελπίδα, τραβάει ολομόναχος για τη μεγάλη πολιτεία, το μεγάλο σχολειό.

    Στα δύσκολα βήματά του, συναντά καλούς φίλους, αλλά και σκληρούς ανθρώπους. Και παλεύει να φτάσει ψηλά στ’ άστρα. Γνωρίζει την προδοσία και τη φιλία, το μίσος και την τρυφερότητα, δοκιμάζεται και αδικείται, αγαπά και αγαπιέται, υποστηρίζει με πάθος την ειλικρίνεια και την αλήθεια, παλεύει με θάρρος ενάντια στην αδικία.

    Το ταξίδι του αυτό προς την ενηλικίωση, που κυλά όπως το μεγάλο ποτάμι της πολιτείας του, άλλοτε με ορμή και άλλοτε γαλήνια, άλλοτε με πίκρες και άλλοτε με χαρές, θα τον σημαδέψει για πάντα. Και σημαδεύει μαζί και εμάς, γιατί ο κόσμος του Μέλιου, που φαντάζει μακρινός, δε διαφέρει πολύ από το δικό μας κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης στο «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» βιβλίο του ο σπουδαίος αυτός λογοτέχνης:

   

 

Το γεφυράκι για το οποίο γίνεται λόγος στο Κεφ. 1 του βιβλίου

 

   

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ/ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

    «Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν’ ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο. Γιατί κρύωνε ο καημένος ο κόσμος τούτο το φθινόπωρο. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτής της πόλης. Είχαν στριμωχτεί εκεί απάνου στην ποδιά του βουνού, απ’ τα παλιά τα χρόνια, και τώρα μετάνιωναν. Μα ήταν πια πολύ αργά. Τώρα είχαν γίνει πόλη. Σηκώνεται και φεύγει, έτσι εύκολα, μια πόλη;

    Για να λέμε όμως την αλήθεια το κρύο δεν είχε λόγο να κοπιάσει τόσο νωρίς. Ούτε κι ο καζαμίας [5] συμφωνούσε μαζί του. Οι παγωνιές ήταν ακόμα μακριά. Έπηζαν τα ποτάμια και δένανε τα νερά. Αυτές ήταν οι χειμωνιάτικες δουλειές του αέρα. Μα το Σεπτέμβρη μήνα δε γίνονται αυτά τα καμώματα. Οι αέρηδες είναι ακόμα μαλακοί. Μυρίζουν ώριμα φρούτα. Δε θέλουν σύννεφα μαζί τους, πάνε ανάλαφροι σαν ξυπόλυτα αγόρια.

    Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ’ όνομα του Μέλιος, μα δε χρειάζεται, γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσχοβολάει δυνατά απ’ τη δεντροστοιχία και, τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ’ ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ’ ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια... Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος χωρίς κορίτσια;

    Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες [6]. Απ’ αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ’ το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.

http://3.bp.blogspot.com/-SQvWuz3bP8A/T5hlvQYnq-I/AAAAAAAAivY/UlHswLuaANo/s1600/LOYNTEMIS1.jpg    Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά [7]. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόθρες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να ’χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.

    Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ’ όνειρο του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ’ το χορταρένιο στρώμα του...

    Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ [8]. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στυφάδα της μοναξιάς, όπως του την πότισαν οι σελίδες ενός άλλου βιβλίου που τώρα έμεινε πίσω. «Συννεφιάζει»... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μάγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.

    Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. Ήθελε να γυρέψει το Μάικωβο μα τον γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το ’βαλε κάτω και το παίδεψε, το ’πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα ’πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει από κει, αυτά που του ’κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ’ τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατα σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.

    Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ’ αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και που-λούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του ’βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρτο μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως...»

    Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα ’δωσε πίσω. «Πάρτα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια., μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;...» Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... «Αιντε, άιντε... Σύχασε... είπε. Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;»

    Σε τρεις μέρες του ’φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό, απ’ το βαγγέλιο, και του το ’δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρτο εσύ, μην ’πα και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε.»

    Το παιδί τ’ άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σαν μικρό σπιτάκι. «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξωφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το ’μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το ’χε φέρει, τ’ άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ’ όποιον ήθελε.

    Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ' όλα τα σπίτια. Το μάθε κι ο δάσκαλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.

    -Α, έλα δω... του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;

    -Δε φταίω γω... έκανε το παιδί.

    -Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά κανωμένα είν’ αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ' αγαπάς;

    Γράμματα του σκολειού! Αν τ’ αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μάθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ’ αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν’ αυτά που λες, κυρ-δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ’ αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί;

    Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.

    Και, τώρα, να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;... Δάσκαλος αληθινός, με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σπίτι του. Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.

    -Τ’ είν’ αυτό; ρωτάει ο δάσκαλος.

    -Χρήματα.

    -Πού τα 'βρες;

    -Τα κέρδισα.

    -Και γιατί τα κουνάς;

    -Είναι για γράμματα. Μα δεν είναι πολλά. Άμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό κυρ-δάσκαλε;

    -Αν μπορεί;...

    Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.

    -Λοιπόν... πήγε να του πει.

    Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σαν βραχνή.

    -Άστα... Άστα εκεί είπε, και πήγαινε... Αύριο, που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα... του λέει.

    -Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;

    -Όχι, όχι, καλό μου παιδί... πώς είναι τ' όνομα σου;

    -Μέλιος.

    -Όχι, Μέλιο.

    Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη και πιο βραχνή.

    Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ’ το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και πάσκιζε να τον μάθει.

    Απ’ τ' άλλο βράδυ άρχισε να πηγαίνει. Σαν συγύριζε τα βόδια και τα πότιζε και τα πάχνιζε [9], έχυνε στο κεφάλι του ένα μαστραπά [10] νερό, σφουγγαριζότανε, έχωνε στον κόρφο του τα χαρτιά του και κλεφτά κλεφτά τρύπωνε στο σπίτι του δασκάλου. Τα ’χανε συμφωνήσει οι δυο τους, να μη μαθευτεί το μυστικό τους πουθενά.

    Μα μια νύχτα, καθώς έσπρωχνε την πόρτα του αχερώνα, να βγει στο πατάρι για να κοιμηθεί, είδε το λυχνάρι του αναμμένο. Ποιος ήταν; Το παιδί βάδισε στα νύχια. Ανέβηκε τα λίγα σκαλιά...

    -Έλα δω, ακούει μια χοντρή φωνή.

    Πριονιά πέρασε απ’ τα γόνατα του Μελιού. Εκεί στο κατωμέντερο [11], με τα πόδια σταυρωτά και την τσιμπούκα χωμένη στα μουστάκια, τον καρτερούσε τ’ αφεντικό του.

    -Έλα δω... του ξανακάνει. Για ζύγωσε. Κάτσε. Πού τριγυρίζεις εσύ, νυχτιάτικα;

    Το παιδί έτρεμε.

    -Κι αφήνεις και την πόρτα του αχουριού ανοιχτή. Γιατί το κάνεις;

    -Για να μη... Για να μην κάνω σαματά και ξυπνάτε, του λέει το παιδί.

    -Κι αν μας κλέψουνε τα ζα; Ε; Μπορείς να μου απαντήσεις εδώ; Αν έρθουν, προκομμένε μου, και μας κλέψουν τα ζα, από ποιον θα τα γυρέψω; Ε;

    -Εγώ... κάνει το παιδί.

    -Εσύ; Να ένας πλούσιος! Και με τι θα τα πλερώσεις; Ε; Μπορείς, μια στιγμούλα, να μας το πεις κι αυτό;

    - Δεν τα κλέβουνε... Τόλμησε να πει το παιδί.

    -Να τα... Και πώς το ξέρεις εσύ; Συμπεθεριά με τους αλογοσούρτηδες [12] έχεις; Α, έτσι το λοιπόν, ε; Εκεί φαίνεται ότι ρεμπελεύεις [13]. Ε; Μ’ αυτούς κάνεις κονάκι [14]! Σώπα συ και αύριο τα λέμε. Αύριο, που θα σε παραδώσω στο χωροφύλακα, τα λέμε.

    -Όχι!... λέει το παιδί κι η φωνή του τρέμει. Όχι, δεν πάω μ’ αυτούς που λες. Εγώ...

    -Ε, τότε πού στον αγύριστο πας;

    -Εγώ πάω στο σκολειό.

    -Στο σκολειό; Να τα! Στο σκολειό είπες; Ε, χάλασ’ ο κόσμος. Και καλά, βρε κουτάβι... δηλαδή, δεν μπορούνε, δηλαδή, να κάνουνε τα γράμματα δίχως τη μούρη σου; Δηλαδή, να πούμε, αν δεν τα μάθεις εσύ, αγύρευτα θα μείνουνε τα γράμματα; Ε; Λυτό ήθελα να μου πεις. Λοιπόν. Άκου τώρα. Λίγα λόγια: Απ’ αύριο κόβεις. Ή ζευγάς ζευγάς ή παπάς παπάς. Για γελαδάρη σε πήρα, δε σε πήρα για γραμματικό! Εξηγηθήκαμε; Άντε, πέσε τώρα να κοιμηθείς κι αύριο έχεις δουλειά. Καις και το λάδι...

    Το παιδί έσβησε το λυχνάρι, έπεσε στ’ άχερα και τα μούσκευε ως το πρωί.

    Απ’ την άλλη μέρα τα ’κοψε όλα, πέταξε τα βιβλία μες στην κοπριά και δεν τα ξανασήκωσε πια. Το πήρε απόφαση. Αυτό ήταν το γραφτό του. Να κάνει χωριό με τα δαμάλια.

    Έτσι του πέρασε απ’ το νου. Μα γελάστηκε. Την τρίτη μέρα, καθώς γύριζε απ’ τη βοσκή, τον σταμάτησε ο δάσκαλος.

    -Τα ’μαθα κακόμοιρο μου! του λέει. Μα δε θα σ' αφήσω να χαθείς. Άκου δω. θα στο δώσω γω, ό,τι βιβλίο χρειαστείς. Να διαβάσεις, λοιπόν, ώσπου να τις περάσεις όλες τις τάξεις. Κι άμα βγάλεις το Δημοτικό κι έχεις κουράγιο και για το Γυμνάσιο, προχώρα! Δώσ’ του αφέντη σου μια τύφλα, και τράβα! Πάρε, τώρα, τούτο το σακούλι. Είναι μέσα τα βιβλία. Έλα, άσε τα κλάματα. Καλή πρόοδο!...

    Ο δάσκαλος έφυγε. Τα μάτια του παιδιού τον ακολουθούσαν να ξεμακραίνει, να χάνεται πίσω απ’ τη σκόνη που σήκωνε η αγέλη.

    Όπως το ’πε ο δάσκαλος, έτσι κι έγινε. Κείνα τα βιβλία που του ’δωσε, τα ξεκοκάλισε όλα. Τα ’μαθε νεράκι.

    Το καλοκαιράκι κινάει ο δάσκαλος και πάει έξω στα τσαΐρια.

    -Ήρθα να δω την πρόοδο σου, του λέει.

    Καθίσανε, εκεί, κάτου από μια γκόρτσα [15], και τα είπανε. Ξεφυλλίσανε και τα βιβλία. Είπανε και τα σχέδια τους. Μια σπίθα ήταν εκείνο το παιδί. Ο δάσκαλος πήγε να χάσει το νου του. Σαν χωρίσανε όλα ήταν κανονισμένα. Το φθινόπωρο μπορούσε να κατεβεί στην πόλη για εξετάσεις. Ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να του δώσει το χαρτί. Ότι άκουσε όλα τα μαθήματα, «όλη την ύλην», όπως του ’λεγε, ότι ήταν φρόνιμος κ.λπ. κ.λπ. Κι ότι «έτυχε του βαθμού άριστα».

    Έλα πιάστον, εσύ, το φιλαράκο!

    Ο τελευταίος κείνος μήνας πέρασε με τρελά χτυποκάρδια κι ανεβοκατεβάσματα στους ουρανούς, ώσπου ήρθε το φθινόπωρο, φουσκωμένο με καρπό, και με μια μοσκοβολιά που πρώτη φορά ένιωθαν τα πλεμόνια του. Παράγγειλε στο ραφτάκο του χωριού ένα ντρίλι [16] -όσο να πεις καινούργιο ήταν- έδωσε και στο μπαλωματή να του περάσει σόλες. Έπλυνε στην ποτίστρα τις αλλαξιές του. Καθάρισε και με τ’ αφεντικό. Όλα ήταν εντάξει. Ο δάσκαλος τον συντρόφεψε ως το σταυροδρόμι. Εκεί δώσανε τα χέρια... μα του δασκάλου το χέρι κάτι είχε μέσα του και δεν μπορούσε να κλείσει.

    -Τι είναι δάσκαλε; ρώτησε ο Μέλιος.

    - Πάρ’ τα. Είναι το χρήμα σου. Να ’χεις, εκεί στην πόλη, λίγο χαρτζιλίκι. Είναι δύσκολη η ζωή εκεί. Θα θέλεις για νοίκι, για φαΐ, για τετράδια. Πάρ’ τα.

Του ήρθε να φιλήσει το χέρι του δασκάλου, μα δεν το έβρισκε, γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει» [17].

 

    Θα γράψει ο Βάσος Βαρίκας στο Βήμα την Τετάρτη, 29 Αυγούστου του 1956, παρουσιάζοντας το μυθιστόρημα: «[Η] ατμόσφαιρα της ανθρωπιάς, της πληγωμένης παιδικής ευαισθησίας, της απεγνωσμένης αναζήτησης τρυφερότητας και στοργής, της ανθρώπινης καλοσύνης, [...] καθώς προσφέρονται με τον πιο απλό και συνήθως ελάχιστα μελοδραματικό τρόπο, δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα, την ξεχωριστή προσωπικότητα στην πεζογραφία του κ. Λουντέμη. [...] Το νέο μυθιστόρημα του κ. Λουντέμη, μολονότι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, προδίδει εν τούτοις, σε κάθε σελίδα του, τις πλούσιες πηγές της άμεσης ατομικής εμπειρίας, που το ενέπνευσε. Τις περιπέτειες και την απεγνωσμένη προσπάθεια ενός μικρού φτωχού διαβόλου, που στο πείσμα των εμποδίων που συναντάει, της ‘κακοτυχίας’ και της σκληρότητας των ανθρώπων, επιμένει να συνεχίσει τις σπουδές του, μας διηγείται το ‘Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα’ [18]. [...]

     Θα φτάσει να πει ο Μέλιος ωμή την αλήθεια στον γυμνασιάρχη:

 

    «-Κι άλλοτε, κύριε γυμνασιάρχα, μου κλείσατε το δρόμο και λυπάμαι που δε μ’ αφήνετε να το ξεχάσω. Ξέρω ότι μισείτε τη φτώχεια. Ότι περιφρονείται την κακοτυχιά των άλλων, ότι αποστρέφεστε την ορφάνια. Ξέρω ότι τα γράμματα τα πουλάτε μόνο σε κείνους, που τα πληρώνουν ακριβά. Μα – σας ρωτώ – ξέρετε κανέναν, που να τα ’χει πληρώσει ακριβότερα από μένα; Ορίστε τα ‘βιβλία’ μου, κύριε γυμνασιάρχα. Τα καταθέτω στην έδρα. Είναι όλα κι όλα αυτό το τετράδιο. Σας το αφιερώνω. Για να σας θυμίζει ένα άρρωστο, άστεγο και καταδιωγμένο παιδί, και την απάνθρωπη στάση που του δείξατε. Χαίρετε! [19]

 

   «Ένα πλήθος συγκινητικές σελίδες, γεμάτες τρυφερότητα, καλοσύνη, ανθρωπιά, αλλά και βαθύτατο πόνο θα επιτρέψουν [στον αναγνώστη] να εκτιμήσει την πραγματική αξία της προσφοράς του κ. Λουντέμη στη νέα μας πεζογραφία» [20].

    Και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου θα συμπληρώσει: «Περισσότερους πόντους –ίσως τους πιο πολλούς- κερδίζει (ενν. ο Λουντέμης) με το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα. Ο Μέλιος, ο μικρός του ήρωας, που όπως καταλαβαίνουμε αποτελεί μυθιστορηματική ενσάρκωση της παιδικής του ηλικίας, εγκαταλείπει τη φτωχική του εστία μαλώνοντας με τη σπιτονοικοκυρά του και αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες της τύχης με μοναδική συντροφιά το γύφτο φίλο του. Η ατυχία και η εγκατάλειψη βρίσκονται ξανά στο προσκήνιο. Με τη συνδρομή όμως της νεανικής αφέλειας και χάρης μεταβάλλονται σε γνήσια ανθρώπινη συνθήκη. Η προσωπικότητα του Μέλιου δεν είναι κατασκευή ή διανοητικό σχήμα: υπακούει σε μια σωστά υπολογισμένη ψυχολογία και εξηγεί με συνέπεια τις πράξεις και τις επιλογές του.

    Ο Μέλιος προσφέρει ακόμη στον Λουντέμη την ευκαιρία να αναπλάσει ένα κοινωνικό μωσαϊκό με το οποίο έχει εξοικειωθεί από καιρό: τους αστούς και τους μεροκαματιάρηδες της επαρχίας, τα βλάχικα κονάκια, τους αλήτες του σχολείου, τους γύφτους. Το παιδί που μετράει τ’ άστρα κάνει παρέα με όλους. Εντυπωσιάζει τους ευηπόληπτους πολίτες και τους δασκάλους του, μαθαίνει γράμματα στους βλάχους, ανακηρύσσεται σε αρχηγό της σχολικής συμμορίας, διαποτίζοντας με το ευεργετικό του πνεύμα τα μέλη της.

    Το βιβλίο, είναι, παράλληλα, υπόδειγμα γλωσσικής ποικιλίας και αρτιότητας. Ο συγγραφέας συγκεράζει στο λόγο του τα πιο διαφορετικά ιδιώματα: την ορολογία του επαγγελματικού συναφιού, το ύφος των λαϊκών διηγήσεων, την αργκό των αγυιοπαίδων, την κορδωμένη αξιοπρέπεια των αστικών συναλλαγών, τη ρομαντική γλώσσα της ερωτικής αναπόλησης [21]:

 

    Άμα πεινάς, το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι σα φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα άλλος σα δοξαριά. Τι είναι, τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;    

    Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

    Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς… είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού; [22]

 

http://www.avertotheatro.gr/wp-content/uploads/2011/11/PP0634P0001v01-150x150.jpg    «Οι καλύτερες, ωστόσο, στιγμές του μυθιστορήματος είναι ο πλατωνικός έρωτας του Μέλιου και οι σχέσεις του με τους συμμαθητές του». Ο Λουντέμης αποδίδει με ίση δύναμη τον ανεκδήλωτο και ιδανικό πόθο του παιδιού και τις επιθετικές, σχεδόν απάνθρωπες διαθέσεις των σχολικών του συντρόφων»  [23].

    Αλλεπάλληλες και διαδοχικές είναι οι επανεκδόσεις αυτού του μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη. Το 2011 έγινε μάλιστα και η θεατρική διασκευή από τον Λάκη Λαζόπουλο του για το ΚΘΒΕ [24].

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΛΑΚΗ ΛΑΖΟΠΟΥΛΟΥ


     «Ήταν πάντοτε βαθιά μου επιθυμία να μεταφέρω στο θέατρο, διασκευάζοντάς τα, σπουδαία λογοτεχνικά κείμενα που μας σημάδεψαν, που με σημάδεψαν.

    Το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» είναι η αρχή.

    Οι χαρακτήρες είναι τόσο διάφανοι, ο λόγος τόσο εξαιρετικός.
Τίποτα δεν πείραξα. Κράτησα την καρδιά του έργου, την πορεία της υπόθεσης, τους κεντρικούς χαρακτήρες, εντάσσοντάς τους απλώς σε θεατρικά χρονικά πλαίσια.

    Διάλεξα αυτό το έργο επειδή ήταν το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου μικρός κι ακόμα έχω την αίσθηση του πόσο όμορφα είχα χαθεί στις σελίδες του εκείνο το βράδυ. Πώς είχα αφεθεί σ’ αυτόν το χειμαρρώδη λόγο του Λουντέμη βλέποντας ανάγλυφα εποχή, ανθρώπους, αισθήματα, σκέψεις.
    Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή έχει ανάγκη ο άνθρωπος να αγαπήσει, να ξαναγαπήσει τα γράμματα. Να ξαναβρεί τη σκέψη. Τη χαμένη του σκέψη και να επιστρέψει μέσα από την αληθινή γνώση στο δίκιο της καρδιάς.
    Και πάνω απ´ όλα να πιστέψει ότι ακόμα κι αν μας αποβάλλουν απ’ όλα τα σχολεία της ζωής, η καθαρή ψυχή οδηγεί αλάνθαστα.

    Το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» είναι αναμφίβολα από τα πλέον σημαντικά βιβλία της λογοτεχνίας μας. Με τον απόλυτο σεβασμό στον δημιουργό Μενέλαο Λουντέμη, σας αφήνω να χαθείτε στον ουρανό του Μέλιου για να μετρήσετε μαζί τα άστρα!

    «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» την ίδια ώρα που η Ελλάδα ολόκληρη μετράει τις πληγές της».

 

http://a7.sphotos.ak.fbcdn.net/hphotos-ak-ash4/s720x720/383818_259399947445386_248718691846845_799977_1507273725_n.jpg
ΑΝΤΙ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ


    Αγαπημένε μου Μέλιο,


    Διάβασα την ιστορία σου με μεγάλη προσοχή και δε στο κρύβω, συγκινήθηκα. Ο γυμνασιάρχης, ο μαθηματικός, η γυμνάστρια, ο παπάς, η δασκάλα της μουσικής, ο αγαπημένος σου δάσκαλος, αλλά και οι άλλοι ήταν και δικοί μου δάσκαλοι ή τέλος πάντων, έμοιαζαν τόσο πολύ με τους δικούς μου δασκάλους. Με άλλα ονόματα. Εσένα λεγόταν Σκαμβουράς, εμένα Αντωνίου και Γανωτής. Τον γυμνασιάρχη μου τον φωνάζαμε «Μάουκα», γιατί του άρεζε να χορεύει εκείνο το νησιώτικο «θα πάω να βρω το Μάουκα...». Και τα παιδιά, οι συμμαθητές σου, είναι ίδιοι με τους δικούς μου. Στη θέση του Δακρυτζίκου εγώ είχα το «Μπιτς» και το «Κω», γιατί κι εμείς δίναμε παρατσούκλια στους συμμαθητές μας. Και στη θέση της Αγράμπελης τη Βαγγελίτσα - εγώ δεν της ’ξομολογήθηκα ποτέ τον έρωτά μου. Ο δικός μου μπάρμπα – Ανέστης λεγόταν μπάρμπα – Γιάννης και κάθε απόγευμα γύριζε από το καφενείο και μου έφερνε λουκούμια, τυλιγμένα στο χαρτί, που κέρδιζε στη πρέφα. Και με μεγάλη υπομονή καθόταν κι άκουγε τις ιστορίες μου. Θαύμαζε την απορία μου, το πάθος μου να καταλάβω και να κατακτήσω τον κόσμο.
    Θυμάμαι τις θείες μου, τη Στυλιανή και τη Νίνα. Η Νίνα με ανάγκαζε να πλένομαι στη σκάφη και για να με πείσει με κυνηγούσε με τη βίτσα. Θυμάμαι μια φορά, που ήρθαν οι βασιλιάδες στο χωριό και μας έβαλαν όλους να χειροκροτάμε με το ζόρι και να φαινόμαστε χαρούμενοι και χορτασμένοι κι εκείνοι μας κουνούσαν το χέρι σαν κούκλες. Και θυμάμαι τη γιαγιά – Μαρία να μασουλάει ευτυχισμένη τα λίγα άγρια χόρτα που είχαμε για μεσημεριανό και να μονολογεί «τέτοια χόρτα ούτε ο βασίλιος», εννοώντας το βασιλιά φυσικά.
    Θυμάμαι όσα γράφεις. Σαν να μεγαλώσαμε μαζί.

    Από τότε, φυσικά, κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Εμείς μεγαλώσαμε, φωνάξαμε, παλέψαμε, ματώσαμε στους δρόμους, σπουδάσαμε, ερωτευθήκαμε, οι βασιλιάδες φύγανε, οι συνταγματάρχες φύγανε, οι λαοπρόβλητοι ηγέτες φύγανε κι αυτοί...

    Κι έχω την εντύπωση Μέλιο, ότι απομείναμε σε μια στάση να περιμένουμε το επόμενο όνειρο.

    Δεν άλλαξε τίποτα; Κάναμε λάθος; Κουβαλήσαμε, μια ζωή, ένα άδειο κιβώτιο; Φταίει το κεφάλι το ξερό μας;

    Λυπάμαι Μέλιο και ζητώ συγγνώμη για όλα αυτά.
Σου δίνω μια υπόσχεση πάντως: θα συνεχίσουμε να μετράμε τ’ άστρα όσο κι αν μεγαλώσουμε, όσο κι αν κοστίσει, όσο χρόνο κι αν πάρει.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΑΣ

 

    Η  αντίστοιχη προσπάθεια του σκηνοθέτη Δημήτρη Σπύρου να μεταφερθεί το ομώνυμο έργο στον κινηματογράφο [25] δυστυχώς απορρίφθηκε με σαθρά προσκόμματα από την… επιτροπή σεναρίων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου με ψήφους 3-2 [26].

 

Πάντα δημοφιλές, το βιβλίο πούλησε 10.000 αντίτυπα το 2009 φθάνοντας τα 89.000 από το 1999 που πήραν τα Ελλ. Γράμματα τα δικαιώματά του! [27]

 

http://www.cyprusevents.net/assets/event/pedi_astra.jpg

Παιδική σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου: (2012) Θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»

Η δύναμη της θέλησης ενός φτωχού παιδιού του Μέλιου για γνώση και η πίστη του στον εαυτό του, τον οδηγεί στην αναζήτηση για ένα καλύτερο μέλλον. Οι αντιξοότητες που συναντά στο δρόμο του τον πεισμώνουν περισσότερο και οι άνθρωποι που του συμπαραστέκονται επιβεβαιώνουν ότι αξίζει να παλεύεις για αυτό που αγαπάς. Η αποδοχή της διαφορετικότητας, η ελευθερία της γνώμης, η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα να κυνηγήσεις το όνειρό σου, όσο τρελό και αν ακούγεται στους γύρω σου, είναι μερικά από τα μηνύματα του έργου, δοσμένα με τρυφερότητα και χιούμορ  .

Διασκευή: Μαίρη Βούκανου, Νικόλας Κουρουμτζής
Σκηνοθεσία: Νικόλας Κουρουμτζής
Μουσική: Γιώργος Βούκανος
Σκηνικά-Κοστούμια: Ηλέκτρα Κυθραιώτου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης, Σταύρος Ευλαμπίου

Ερμηνεύουν (με αλφαβητική σειρά):
Μάνος Γαλανής (Γέρο Θόδος/Δακρυτζίκος)
Μυρτώ Κουγιάλη (Αγράμπελη/Πρινολά)
Δημήτρης Κωνσταντινίδης (Γυμνασιάρχης)
Πολυξένη Σάββα (Σταμίρης)
Νίκανδρος Σαββίδης (Χαμωλιάς)
Νικόλας Στραβοπόδης (Μέλιος Καδράς)
Θέα Χριστοδουλίδου (Αγλαΐτσα)
Νεφέλη Χριστοδούλου (Αρετή/Καλιοντζή)
Θάνος Χρόνης (Μπάρμπα Ανέστης/Σκαμβουράς)

 



[1] Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα, Κορυφαίοι Έλληνες πεζογράφοι του 20ου αιώνα, εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη, αναπαραγωγή σε μονοτονικό της έκδοσης του βιβλίου από «ΤΑ ΝΕΑ πεζογραφία», Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Πρώτο, σελ. 349.

[2] «Συνεχίζονται οι διενέξεις των εις το παραπέτασμα καταφυγόντων συμμοριτών», εφημ. Μακεδονία, 07/05/1959, σελ. 3.

[3] Βλ. την εκπομπή του Δαυίδ Ναχμίας, εκπομπή «Ιχνηλάτες» αφιερωμένη στον Μενέλαο Λουντέμη, που προβλήθηκε το 2002 στη ΝΕΤ, Διεύθυνση Ειδήσεων – Τμήμα Αρχείου της ΕΡΤ.

[4] Βλ. Γιώργος Μανιάτης, «Μια ενδιαφέρουσα συνομιλία: Οι εργάτες του πνεύματος αναγνωρίζονται ή αγνοούνται». Ο Γ. Μανιάτης κουβεντιάζει με τον Α. Σαμαράκη, τον Σ. Βασιλικό και τον Ι. Καμπανέλλη», εφημ. Ελευθερία, Πέμπτη 3 Μαϊου 1965, σελ. 3.

[5] Με τον όρο καζαμίας ο συγγραφέας εννοεί όλα τα λαϊκά ημερολόγια που έχουν αναφορά στις εορτές των μηνών του έτους, τις διάφορες προφητείες και προγνώσεις του καιρού που γίνονται με εύθυμο τρόπο προκαλώντας το γέλιο με ανέκδοτα, παροιμίες και συμβουλές ποικίλου περιεχομένου. Ο καζαμίας προφανώς έχει την απαρχή του στο βιβλίο Casamia που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1763. Ίδιας σημασίας με τον καζαμία είναι τα διάφορα καλαντάρια, επετηρίδες και almanach's.

[6] μαχαλάς < τουρκική mahalle < αραβική محل mahalla (αρσενικό): 1. (λαϊκότροπο) γειτονιά, π.χ. μένει στον πάνω μαχαλά (του χωριού) και 2. (λαϊκότροπο) συνοικία, π.χ. είχε μαγαζί στον ελληνικό μαχαλά της Πόλης.

[7] φασκιά < μτγν φασκία < λατινική fascia (ταινία, επίδεσμος, δέμα): κομμάτι από ύφασμα σαν φαρδύς επίδεσμος με το οποίο άλλοτε τύλιγαν τα νεογέννητα, τα σπαργάνωναν, τα φάσκιωναν, π.χ. Μη βγάζεις γλωσσα, είσαι ακόμα στις φασκιές (πολύ μικρός για να έχεις άποψη)

[8] Κρηφ = όνομα που του 'δωσαν οι ντόπιοι χωριάτες στο «Συννεφιάζει» εξαιτίας της αναπηρίας του.

[9] παχνίζω: ταΐζω τα ζώα, κυρίως με σανό.

[10] μαστραπάς < τουρκική maşrapa < αραβική مشربة (mashraba), (αρσενικό): κανάτα που χρησιμοποιούνταν παλιά στα χωριά για το σερβίρισμα νερού.

[11] κατωμέντερο: το μεντέρι που κείτονταν κάτω. Μεντέρι < μεντερ (τουρκ. λ. minder = χαμηλός καναπές) –ι (ουσιαστικό): 1. χαμηλός ανατολίτικος καναπές, ο σοφάς. Συνώνυμα: ντιβάνι και 2. (κατ’ επέκτ.) το στρώμα, π.χ. ξάπλωσαν στο μεντέρι να κοιμηθούν.

[12] αλογοσούρτης (αρσενικό): ο αλογοκλέφτης, γενικότερα ο κλεπταποδόχος - διακινητής κλεμμένων ζώων.

[13] ρεμπελεύω < βενετική rebelo (ρήμα): ζω χωρίς να εργάζομαι, χωρίς να κάνω κάτι το κοινωνικά αποδεκτό, τεμπελιάζω.

[14] κάνω κονάκι (κονεύω): διαμένω. Κονάκι < τουρκική konak (ουδέτερο): σπίτι, κατοικία.

[15] γκόρτσα ή αγκορτσιά (ή αλλιώς γκορτσιά): είναι ένα είδος αγριαχλαδιάς.

[16] ντρίλι γαλλ. λ. drille = είδος υφάσματος (ουσιαστικό): 1. (εδώ) είδος βαμβακερού υφάσματος σε ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων απλής ύφανσης που χρησιμοποιείται για φτηνά ανδρικά κοστούμια και 2. το βαμβακερό ύφασμα ίδιας ύφανσης αλλά πιο λεπτό που χρησιμοποιείται για εσώρουχα, πετσέτες.

[17] Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα, Κορυφαίοι Έλληνες πεζογράφοι του 20ου αιώνα, εκδόσεις ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη, αναπαραγωγή σε μονοτονικό της έκδοσης του βιβλίου από «ΤΑ ΝΕΑ πεζογραφία», Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Πρώτο, σελ. 9-19.

[18] Βάσος Βαρίκας, «Συγγραφείς και κείμενα. Το νέο μυθιστόρημα του Μ. Λουντέμη», «Το Βήμα», Τετάρτη 29 Αυγούστου 1956.

[19] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, ο.π., σελ. 323.

[20] Βάσος Βαρίκας, «Συγγραφείς και κείμενα. Το νέο μυθιστόρημα του Μ. Λουντέμη», «Το Βήμα», Τετάρτη 29 Αυγούστου 1956.

[21] Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 243-244, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

[22] Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα, ο.π., σελ. 491.

[23]Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Μενέλαος Λουντέμης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, σελ. 243-244, Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

[24] Βλ. Έφη Μαρίνου, «Όσα φέρνει ο χρόνος», από την έντυπη έκδοση Επτά, (24 Ιουλίου 2011), εφημ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 24 Ιαν 2012. Τη θεατρική διασκευή σκηνοθετεί ο Γιάννης Ρήγας στις παραστάσεις που δίνονται στην Πειραματική Σκηνή της Μονής Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη. Μια τρίλεπτη παρουσίαση στο YouTube: http://youtu.be/1CHVzsusk5o.

[25] Το «Νεανικό Πλάνο», επίσης, σχεδίαζε το 2008 να περάσει στην κινηματογραφική παραγωγή με αρχή το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, με σενάριο - σκηνοθεσία Δ. Σπύρου, σε διεθνή συμπαραγωγή (Ελλάδα-Καναδάς-Βουλγαρία).

[26] Ο σκηνοθέτης μ’ αυτόν τον αποκαλυπτικό τρόπο περιγράφει την εμπειρία του στο blog του Νίκου Σαραντάκου: «Είχα αγοράσει τα δικαιώματα για τη μεταφορά του μυθιστορήματος ‘Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα’ στον κινηματογράφο. Είχα βρει συμπαραγωγό τον γνωστό σε όλο τον κόσμο Καναδό Rock Demers (δες στο ίντερνετ περί τίνος πρόκειται), διεθνή διανομή την Delphis (επίσης από Καναδά εξειδικευμένη στη διανομή ταινιών για Παιδιά και Νέους), συμμετείχε στην παραγωγή η ΕΡΤ καθώς και η Επιτροπή Κινηματογράφου των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Υπήρχαν προσύμφωνα να είναι διευθυντής φωτογραφίας ο Γιώργος Αρβανίτης, σκηνικά Αντώνης Χαλκιάς, μουσική Ν. Κυπουργός, στο ρόλο του μπαρμπα – Θόδου ο Βασίλης Κολοβός κλπ. Το σενάριο εκτός από τα ελληνικά, ήταν ήδη μεταφρασμένο στα αγγλικά και γαλλικά. Κι όμως αυτός ο φάκελλος απορρίφθηκε από την …επιτροπή σεναρίων του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου με ψήφους 3-2. Η απόφαση αυτή του Ε.Κ.Κ. ήταν καθοριστική, αφού βάσει της σύμβασης που έχει υπογραφεί μεταξύ Ελλάδας και Καναδά, οι κινηματογραφικές συμπαραγωγές υλοποιούνται μέσω των εθνικών κέντρων κιν/φου των δυο χωρών. Έτσι ο Rock Demers που είχε λατρέψει το σενάριο (ο άσχετος!) αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Για την ιστορία να αναφέρω το σκεπτικό ενός επηρμένου Έλληνα σκηνοθέτη της επιτροπής σεναρίων: ‘Αδιάφορο θέμα που αναφέρεται σε κάποια άγνωστη μακρινή χώρα’»

(βλ. http://sarantakos.wordpress.com/2012/02/19/lountemis/#comments).

[27] Βλ. Βιβλιοδρόμιο – Ιδέες, Άστρα και ψέματα, εφημ. Τα Νέα, Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010.