του Ρήγα Γκόλφη (1886-1958)
συνέχεια πρώτη από τρεις
Ο Φιντής, εργοστασιάρχης.
Ο
Σταύρος, γιος του.
Η
Αννούλα, κόρη του, 14-15 χρονώ.
Η
γιαγιά των παιδιών, πεθερά του Φιντή.
Ο
Μηχανικός.
Ένας
υπερέτης.
(Το
σαλονάκι του σπιτιού του Φιντή. Πόρτα στο βάθος·
άλλες πόρτες δεξιά κι αριστερά που φέρνουνε στις άλλες κάμαρες κι ένα παράθυρο
που βλέπει στο δρόμο. Ο Φιντής διαβάζει μόνος μια φημερίδα. Σε λίγο μπαίνει ο υπερέτης.)
Υπερέτης.
Κάποιος σας ζητάει, κύριε, από το εργοστάσιο.
Φιντής
(με λίγη στενοχώρια). Ας έρθει.
(Ο
υπερέτης φεύγει. Ο Μηχανικός σε λίγο χτυπάει την
πόρτα.)
Φιντής.
Εμπρός.
Μηχανικός
(ανοίγοντας και προχωρώντας). Επιτρέπετε, κύριε Φιντή;
Φιντής.
Τι είναι πάλι; Κανένα παράπονο βέβαια.
Μηχανικός.
Ήρθα, κύριε εργοστασιάρχη, σήμερα το πρωί και σας ζήτησα δυο φορές στο γραφείο,
μα δεν μπόρεσα να σας πετύχω μονάχο. Επειδή όμως είναι ανάγκη να σας μιλήσω,
αναγκάστηκα να σας ενοχλήσω εδώ, στο σπίτι σας.
Φιντής
(ειρωνικά). Έχεις βέβαια να μου μιλήσεις σοβαρά. Γιατί πάντα σοβαρά μιλάς εσύ.
(Αλλάζει τόνο.) Όμως, κύριε Μηχανικέ, ήρθε κι η σειρά μου να έχω κι εγώ σοβαρά
παράπονα εναντίο σου. Και ίσα ίσα ά δεν ερχόσουνα
εσύ, θ΄ αναγκαζόμουνα να σε ζητήσω εγώ για να σου τα
ψάλω.
Μηχανικός
(μ’ απορία). Από μένα παράπονα, κύριε εργοστασιάρχη;
Φιντής. Η
δουλειά στο εργοστάσιο μένει ολοένα πίσω. Έχουμε τόσες μηχανές για να
κατεργαζόμαστε, να κόφτουμε, να τορνεύουμε το σίδερο, οι μηχανές αυτές αντιπροσωπεύουνε
παράδες πολλούς, κι εσύ, κύριε Μηχανικέ, μου τα καταφέρνεις, ώστε οι μηχανές
μου να κάθουνται σκεδόν
νεκρές, κι όλη η δουλειά να γίνεται με τα χέρια των εργατών. Αυτό όμως μας
χασομερά πολύ... Μόλις σήμερα πήρα χαμπάρι γι΄ αυτά
τα πράματα. Ύστερα από το θάνατο της μακαρίτισσας της γυναίκας μου, είναι
αλήθεια πως κάπως παραμέλησα την αδιάκοπη επιτήρησή μου. Εσύ βρήκες ευκαιρία
για να με ζημιώσεις και δε δείλιασες να το κάμεις. (Δυνατότερα.) Σήμερα έκαμα
ένα πρόχειρο ξέτασμα στα βιβλία. Το ξέρεις πως αυτό
το ξάμηνο κοντεύουμε εμείς, το μεγαλύτερο εργοστάσιο σιδεροβιομηχανίας εδώ πέρα, να σημειώσουμε τις λιγότερες
δουλειές, εξαιτίας της δικής σου αφροντισιάς;
Μηχανικός
(ατάραχα). Ξεχνάτε, κύριε Φιντή, τα περασμένα, και γι΄ αυτό όσα λέτε εναντίο μου, επιτρέψτε μου να σας πω πως
είναι άδικα. Ξεχνάτε πόσες φορές ήρθα και σας παραπονέθηκα για την κατάσταση
της ατμομηχανής. Έχω τόσον καιρό τώρα που σας παρακάλεσα να στείλετε να ξετάσετε τα καζάνια μας, και να τ’ αλλάξετε. Σας το λέω και
πάλι. Οι μεγάλες μηχανές του εργοστασίου δε δουλεύουν, γιατί εμένα δε μου
επιτρέπεται με την κατάσταση αυτή των καζανιών, να δώσω πίεση περισσότερη από
έξι ατμοσφαίρες. Για τούτο, όπως παραπονιέστε, η
δουλειά του εργοστασίου μένει πίσω, και για τούτο ίσα ίσα
ζήτησα κι εγώ να σας δω σήμερα, και να σας θυμίσω αυτή την ανάγκη.
Φιντής.
Έχουμε στη μέση τόσες δουλειές, που δε μας επιτρέπουν να καθυστερήσουμε την
εργασία για τόσον καιρό όσος χρειάζεται για να γίνει η αλλαγή των καζανιών.
Μπορούμε να δουλέψουμε όπως όπως.
Μηχανικός.
Μας υπάρχει φόβος, σοβαρός φόβος, κύριε εργοστασιάρχη, για κανένα δυστύχημα.
Φιντής.
Το καθετί, σοβαρό μου το παρασταίνετε όλοι εσείς. Ξέρεις καλά πως δε συνηθίζω ν΄ ακούω ποτέ κανέναν από σας. Αν δεν το ’κανα αυτό, εδώ
και πολύ καιρό θα ήτανε κατεστραμένα τα οικονομικά
μου.
Μηχανικός.
Ευτυχώς στέκουνται τόσο καλά τα οικονομικά σας, ώστε
η λίγη χασομέρια του εργοστασίου, να είναι ασήμαντη για σας.
Φιντής.
Ποιος τα λέει αυτά; Κι αν στέκουνται καλά τα
οικονομικά μου, όπως λες, δεν είμαι υποχρεωμένος βέβαια να κάνω τα κέφια του
ενός και του αλλουνού.
Μηχανικός.
Δεν είναι κέφι μου, κύριε εργοστασιάρχη, είναι ανάγκη.
Φιντής. Ο
εργοδηγός σήμερα μου ανάγγειλε, πως πρέπει να κοπούν με το μεγάλο ατμοκίνητο
ψαλίδι, όλες οι σιδερένιες πλάκες που θα μας χρειαστούν αυτές τις μέρες. Λοιπόν
με λίγα λόγια. Πρέπει να κοπούν και φρόντισε να δώσεις με την ατμομηχανή την
κατάλληλη κινητήρια δύναμη.
Μηχανικός.
Τι λέτε κύριε εργοστασιάρχη; Τις πλάκες αυτές τις είδα κι εγώ. Οι περισσότερες
έχουν πάχος δέκα εκατοστών. Για να κοπούν πρέπει τουλάχιστο η πίεση του ατμού
να πάει ίσαμε εννιά ατμοσφαίρες.
Φιντής.
Να πάει.
Μηχανικός.
Στέλνετε έτσι τους ανθρώπους σας στην καταστροφή. Γιατί νομίζω, πως είναι
αδύνατο ν΄ αποφύγουμε την έκρηξη.
Φιντής.
Τους ανθρώπους μου; Συνήθισα να μην έχω ανθρώπους εγώ. Όσοι με δουλεύουνε στο εργοστάσιο,
δε δουλεύουνε χάρισμα, πλερώνουνται και με δουλεύουν.
Κι εγώ που πλερώνω έχω απαίτηση να με δουλεύουνε τυφλά.
Μηχανικός.
Τόσο τυφλά ώστε ν’ αψηφούν και τη ζωή τους;
Φιντής
(απότομα). Σα δεν τους αρέσει αυτή η ζωή, ας πάνε να βρούνε άλλη.
Μηχανικός.
Την άλλη ζωή, σ’ εκείνη που τους στέλνετε σεις.
Φιντής
(που δεν άκουσε). Ναι, είστε φτιασμένοι για μια
τέτοια ζωή. Είστε γεννημένοι για μια τέτοια δουλειά. Και δεν πρέπει να
παραπονιέστε. Κι αν αυτή η ζωή σας, κρύβει τη δυστυχία, όπως ολοένα φωνάζετε,
δε φοβάμαι να πω πως είστε καμωμένοι και για τη δυστυχία ακόμα. Περίεργο πράμα!
Τι διάβολο, όλοι σ΄ αυτόν τον κόσμο δε θα είναι φτυχισμένοι και πλούσιοι.
Μηχανικός.
Α! κύριε Φιντή, πόσο άδικος είστε για μας. (Αλλάζει
τόνο.) Όχι, να το ξέρετε καλά, όχι, δεν είμαστε γεννημένοι εμείς για τη
βασανισμένη αυτή ζωή. Η ανάγκη, η μεγάλη ανάγκη μάς κάνει να την υποφέρουμε.
Φιντής.
Βλέπω πολλή φόρα παίρνεις.
Μηχανικός.
Συχωρέστε με, κύριε εργοστασιάρχη. Με πνίγει το
δίκιο. Κι έπειτα μου θυμίσατε πράματα, που όλο κι αποφεύγω να τα συλλογίζουμαι, γιατί δε θέλω, γιατί δεν κάνει να τα συλλογίζουμαι, για το καλό το δικό σας, για το καλό της
δουλειάς σας, κύριε εργοστασιάρχη.
Φιντής
(γελαστά). Και συ βλέπω δεν πας πίσω. Και συ σαν τους άλλους τους φωνακλάδες.
Τον ίδιο χαβά και συ. Σας δυναστεύουμε, σας εκμεταλλευόμαστε, σας καταστρέφουμε.
Όλη σας η δυστυχία από μας... Τώρα μου βγάλατε κι άλλη φάμπρικα στη μέση. Να
σας λιγοστέψω τις ώρες της δουλειάς. Τους καημένους, τους καημένους! (Σε λίγο)
Κακόμοιρε, μ΄ αυτά τα μυαλά που έχεις δε θα πας ποτέ
μπροστά.
Μηχανικός
(σα να σκέφτεται). Να πάω μπροστά!... (ξαφνικά) Χρόνια δουλεύω τώρα και παλεύω
για να μπορέσω να σηκώσω το κεφάλι μου αψηλότερα, λίγο αψηλότερα, μόνο λίγο.
Και δεν μπορώ να τα καταφέρω ενώ νιώθω όλη τη δύναμη μέσα μου. Μα είναι και μια
άλλη δύναμη, ετούτη (κάνει χειρονομία, για να σημάνει τον παρά) που δε μ’
αφήνει... Αχ! κύριε Φιντή, γιατί κ΄
εμένα να μη μου δώσει η τύχη ένα σκαλοπάτι, ένα μικρό σκαλοπάτι να πατήσω...
Φιντής.
Σήμερα έχεις πολυλογία, κύριε Μηχανικέ. Μα η ώρα περνά, (βγάζει και κοιτάζει το
ρολόγι του) – δύο μετά το μεσημέρι – κι η δουλειά δεν
περιμένει... Λοιπόν, όπως είπα πριν. Θα δώσεις με την ατμομηχανή την πρεπούμενη
δύναμη, για να κοπούν οι πλάκες. Και σε παρακαλώ τους φόβους σου και τ΄ άλλα κουροφέξαλα να τ΄ αφήσεις
κατά μέρος. Δε σου λέω τίποτα άλλο παρά μόνο πως αυτή η εργασία πρέπει να
τελειώσει όσο το δυνατό γληγορότερα. (Τονίζει τις λέξεις.) Πρέπει να τελειώσει.
Μηχανικός
(σα να τούρχεται ξαφνική έμπνευση). Όπως ορίζετε,
κύριε εργοστασιάρχη. Όσο για μένα ένα γλήγορο ανέβασμα, ένα ξαφνικό τίναγμα στ΄ αψηλά, στον αέρα, ίσως να είναι ένας θρίαμβος, μια
νίκη.
(Ο
Φιντής αντί γι΄ απάντηση
κουνά το κεφάλι του πολλές φορές, σα να
τον κοροϊδεύει. Στο μεταξύ ο μηχανικός φεύγει. Ο Φιντής
ξαναπιάνει τη φημερίδα του και βυθίζεται στο διάβασμά
της. Ύστερα από λίγο μπαίνει σιγά σιγά η Γιαγιά.)
Γιαγιά
(πλησιάζει το Φιντή). Σύχασε
ξέρεις από κάμποση ώρα η Αννούλα... Πήγε μέσα στην κάμαρά της κι έκλαψε, έκλαψε
όσο πια που νανουρίστηκε μονάχη της, κι αποκοιμήθηκε. Την πήρα κ΄ εγώ και την έβαλα στο κρεβατάκι της, και τη σκέπασα να
μην κρυώσει. Θα της κάμει καλό αυτός ο ύπνος.
Φιντής.
Αλλόκοτο κορίτσι αυτό το παιδί!
Γιαγιά.
Μα γιατί τη μάλωσες τόσο σκληρά; Το πουλάκι μου είναι πολύ αισταντικό,
και φοβάμαι μην αρρωστήσει μ΄ αυτά σου τα φερσίματα.
Φιντής.
Είναι πράγματα, σε παρακαλώ, αυτά που κάνει; Το πρωί πρωί
που έφευγα, περνώντας από τον κήπο την είδα ανεβασμένη στη μουριά. Έρχουμαι το μεσημέρι, κι η αφεντιά της ακόμα δεν είχε ξεσκαρφαλώσει από κει πάνου.
Κατέβα, της λέω, τι κάνεις αυτού πάνου τόσες ώρες; Κι
αυτή αντί να μ΄ ακούσει, αντί να κατεβεί, ανέβαινε
στα πιο απάνου κλαριά, και μούλεγε
πως είναι πουλί πια, πως θα πετάξει αψηλά, πως δεν μπορεί να περπατεί στη γης, κι άλλες τέτοιες ανοησίες. Ε! ύστερα απ΄ αυτά, τι ήθελες να της κάμω όταν μας παρουσιάστηκε στο
τραπέζι; να μη τη μαλώσω;... Προχτές πάλι είχε μαδήσει όλα τα λουλούδια του
κήπου, και άλλα απ΄ αυτά είχε χώσει στα μαλλιά της,
άλλα είχε φορτώσει – ξέρω γω πώς το κατάφερε; – στ΄ αυτιά της, σ’
όλο το πρόσωπό της, άλλα είχε κρεμάσει κοντά κοντά
σ΄ όλο το φόρεμά της. Ήταν μια φρίκη να την έβλεπε
κανείς έτσι στολισμένη. Ήταν τόσο αλλιώτικη, τόσο φοβερή σαν κανένα φάντασμα.
Γύριζε έτσι απάνου κάτου σ΄ όλο το σπίτι, κι είχε το κουράγιο να βγει και στο δρόμο
σε κείνη την κατάντια. Μόλις την είδα έμεινα. Της λέω, «δε ντρέπεσαι, Αννούλα, νάχεις πένθος και να κάθεσαι να στολίζεσαι με λουλούδια;»
Και τι μου απάντησε; «Ίσα ίσα, αφού έχω πένθος μέσα
μου, πρέπει να στολίζουμαι απ΄
όξω».
Γιαγιά.
Καημένε και συ. Παιδί είναι, που θέλει να διασκεδάσει τη λύπη της. Παίζει το τσαμένο μου, δεν κάνει κανένα κακό.
Φιντής.
Ας παίζει, μα ας παίζει ξέρω γω, όπως συνηθίζουνε να
παίζουν όλα τα παιδιά, με κάποια λογική. Αυτή όμως δεν έχει διόλου μυαλό. Θέλει
αδιάκοπη τιμωρία για να φτιαστεί.
Γιαγιά.
Μη για το Θεό, μη τέτοια πράματα και θα μου πάθει τίποτα το παιδί. Είδες πόσο
αδυνάτισε τώρα τελευταία; Με το καλό, πάντα με το καλό θέλει κυβέρνισμα. Ύστερα από το θάνατο της μακαρίτισσας της
μητέρας του, έχει απάνου της ένα αιώνιο φόβο, ένα παντοτεινό τρόμο, κάποια νευρικότητα στα κινήματά της, στα
φερσίματά της, ακόμα και στη σκέψη της. Λοιπόν τα άγρια μαλώματά σου,
περισσότερο κακό μπορεί να της κάμουν παρά καλό. Αχ! κι η καημένη μου η κόρη, η
αξέχαστή μου η κόρη, αυτό μου έλεγε πάντα όταν ζούσε. Με το καλό τα παιδιά,
πάντα με το καλό.
Φιντής. Η
μακαρίτισσα που είχε αυτές τις στραβές ιδέες, αυτές τις αδυναμίες, για την αναθροφή των παιδιών, τιμώρησε μονάχη της τον εαυτό της.
Αυτή δημιούργησε το σκληρό χαραχτήρα και τ΄ αγύριστο
κεφάλι εκείνου του γιου μου, ίσαμε που τον είδε να παίρνει δρόμο από δω μέσα,
και τότε άρχισε τα κλάματα, ώσπου το μαράζι την περιτριγύρισε όληνε και την πήρε μια φορά για πάντα κι αγύριστα...
Γιαγιά.
Κι ως τότε πάντα τόλεγε, πως ο Σταύρος δε θάφευγε από το σπίτι του ποτέ, αν εσύ ήξερες τον καλό τον
τρόπο, το μαλακό, τον ήσυχο, για να τονέ πείσεις και
να τονέ κατορθώσεις να κάμει τα θελήματά σου.
Φιντής.
Όσο για μένα, καλύτερα που τονέ ξεφορτώθηκα από πάνω
μου. Τέτοιος που ήτανε, θα με βασάνιζε αιώνια, ως τη στερνή μου μέρα.
Γιαγιά.
Αν σ΄ άκουγε κανείς να λες τέτοια λόγια για το Σταύρο
μας, ποιος ξέρει τι μπορούσε να βάλει με το νου του. Ήτανε κανένα παραλυμένο το
παιδί; Είχε τίποτα κακές συναναστροφές; Άφηνε ποτέ το σπίτι του, για να τρέξει
και να μπερμπαντέψει στους δρόμους; Τίποτα απ΄ αυτά, το καημένο μου. Αυτό ένα δρόμο ήξερε, σκολειό και
σπίτι, σπίτι και σκολειό.
Φιντής.
Ήτανε αγύριστο μυαλό, αδάμαστο, κι είναι το ίδιο αυτό σα να είχε τα πιο κακά
ελαττώματα. Είναι αλήθεια, πως ήτανε καλός μαθητής, γι΄
αυτό κι εγώ θυμάσαι, άμα τελείωσε το γυμνάσιο, του είπα να ξακολουθήσει
μια επιστήμη, όποια έχει κλίση, δεν τονέ στενοχώρησα γι΄ αυτό... Είχε ανάγκη η οικογένειά μας, τ΄ όνομά μας ν΄ αποχτήσει ένα
γραμματισμένο, ένα σπουδασμένο, ένα επιστήμονα για πολλούς λόγους. Χρήματα
είχαμε, μας έλειπε και μια θέση στην καλή κοινωνία που μόνο ένας επιστήμονας
μπορεί να την αποχτήσει. Κι αν μ΄ άκουγε τότε, κι εγώ
θα ήμουνα φχαριστημένος απ΄
αυτόν, κ΄ η μητέρα του δε θα μαράζωνε και δε θα
χανόταν άδικα απ΄ τον καημό της, κι αυτός δε θα
καταντούσε ένας τυχοδιώχτης.
Γιαγιά
(που τα μάτια της είναι βουρκωμένα). Το παιδάκι μου, το παιδάκι μου, όσο το
συλλογίζομαι κι εγώ (κλαίει). Θεός ξέρει πού να βρίσκεται, πού να τυραννιέται,
πού να κακοπαθαίνει, μονάχο του, ολομόναχο στον κόσμο, και μάλιστα τόσο
καλομαθημένο από το σπίτι του... Αχ! δεν έπρεπε να το διώξεις, δεν έπρεπε.
Φιντής.
Εγώ δεν το ‘διωξα. Θυμάσαι πολύ καλά πόσο επέμεινα τότε για να μ΄ ακούσει και ξακολουθήσει τις
σπουδές του. Του έλεγα ακόμα πως θα τον έστελνα για πολύν καιρό και στην Ευρώπη
να γίνει εκεί πέρα τέλειος στην επιστήμη του. Μα αυτός μου ζητούσε «πραχτικά
επαγγέλματα», μου ζητούσε – ακούς; – τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο να
γίνει σιδεράς σαν και μένα. Κατάλαβε λοιπόν κ΄
ο ίδιος ύστερα απ΄ αυτά, πως εδώ μέσα δεν μπορούσε να
κάμει, και πήρε τα βρεμένα του κ΄ έφυγε... Μη μου λες
λοιπόν και συ, σαν τη μακαρίτισσα, πως εγώ τον έδιωξα απ΄
το σπίτι μου. Ας πάψω να τ΄ ακούω αυτό τουλάχιστο....
(Μπαίνει
η Αννούλα γελαστή και πρόσχαρη.)
Γιαγιά.
Ξύπνησες Αννούλα; Σηκώθηκες κιόλας; Κ΄ εγώ νόμιζα πως θα τονέ
πάρεις για καλά το μεσημεριανό σου.
Αννούλα.
Δεν ξέρεις, γιαγιά μου, πως δεν αγαπώ τον ύπνο; Εγώ δεν είμαι καμωμένη για να κοιμάμαι.
Αχ! κι ας ήταν να ήμουνα πάντα ξυπνητή. (Πλησιάζει τον Φιντή.)
Έπαψα να είμαι κακιωμένη μαζί σας, πατέρα μου. (Κάνει να τονέ
χαϊδέψει.) Να, έπαψα να είμαι κακιωμένη μαζί σας... (Αλλάζει τόνο) Κι ας μου
κάματε τόσο κακό...
Φιντής.
Το μάλωμα δεν είναι κακό. Είναι μάθημα. Πρόσεξε άλλη φορά.
Αννούλα.
Δε μιλώ καλέ για το μάλωμα. Το κακό που μου κάματε είναι άλλο. Το πρωί είχα
ξεχάσει ολότελα πως ήμουνα άνθρωπος, νόμιζα πως έγινα κ΄
εγώ ένα πουλάκι, ένα ωραίο πουλάκι, πως θα πετούσα απάνου
στα δέντρα, ύστερα απάνου στα βουνά κι από κει στα
σύννεφα, ήρθατε εσείς και με κάματε να γίνω πάλι, να! να γίνω σαν όλους εδώ κάτου, να θυμηθώ πως είμαι κ΄ εγώ
άνθρωπος, να κλάψω, να αναστενάξω, να πονέσω...
Φιντής.
Πάλι άρχισες, Αννούλα, να λες όχι σωστά πράματα.
Αννούλα.
Περίεργο, πατέρα μου. Μα εγώ ό,τι λέω το αιστάνουμαι,
νομίζω πως βγαίνει ίσια απ΄ την καρδιά μου, και
καταλαβαίνω πως είναι σωστό, πολύ σωστό. Μάλιστα πολλές φορές νομίζω πως αιστάνουμαι και κάτι – πώς να το πω – κάτι που μέλλει να
γίνει. Και δε βγαίνω ποτέ ψεύτρα. Να, το πρωί που ήμουνα ανεβασμένη στη μουριά,
μ΄ έπιασε ξαφνικά μια λύπη, μια βαθιά λύπη. Είπα πως
κάτι κακό θα μου γίνει. Δεν πέρασε λίγη ώρα που ήρθατε εσείς, μ΄ εκείνες τις άγριες τις φωνές σας. (Αλλάζει τόνο) Όμως
αυτή τη στιγμή, πατέρα μου, είμαι όλο χαρά, είμαι γεμάτη χαρά, κάτι καλό θα μας
συμβεί, το αιστάνουμαι, το βλέπω.
Φιντής
(κοιτάζοντας το ρολόγι του). Δε θα σου συμβεί το
καλό. Σου συμβαίνει. Και το καλό που σου συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι το πως,
αντί να σε μαλώσω και δεύτερη φορά, γι΄ αυτά που λες,
προτιμώ να βγω όξω.
Γιαγιά.
Φεύγεις, παιδί μου;
Φιντής.
Ναι, πάω στο εργοστάσιο. Θέλω να ρίξω μια ματιά στο γραφείο.
(Ο
Φιντής φεύγει. Πάψη.)
Αννούλα
(που κάθεται σα συλλογισμένη). Θα σου πω, γιαγιά μου, ένα πράμα, μα να μη με
μαλώσεις.
Γιαγιά.
Μα γιατί να σε μαλώσω; Είναι κακό αυτό που θέλεις να μου πεις;
(Τέλος
πρώτης συνέχειας)
Δημοσιεύτηκε σε τρεις
συνέχειες στο περιοδικό Ο Νουμάς, τεύχη
321-323, Δεκέμβριος 1908.