Στον Αίολο

 

 

Ι

 

Αίολε,

Δε με φοβίζουνε  τ’ ασκιά σου

Και γι’ αυτό

Θυσία και σπονδή μην περιμένεις.

Ούτε αίμα ούτε δάκρυ χύνω εγώ!

 

Είναι αλήθεια το θράσος μου μεγάλο

Μα δε ζητώ ευμένεια από σέ

Τον ούριο άνεμό σου δε ζητάω

Κι ας έχω πέλαγο μπροστά μου ανοιχτό.

 

Αίολε,

Συνήθεια πατρική μου το ’χω,

Της γενιάς μου παλιά καλή-κακή συνήθεια,

Κυβερνητή μου άλλον να μη θέλω.

Κι έτσι μοναχός

Εκείνο που ποθώ τ’ αποφασίζω

Και μου πρέπει.

Πίστη δε δίνω στους χρησμούς εγώ.

 

Να βλαστημάει τους θεούς έτσι κανείς

Πατρίδα δεν του πρέπει.

Και τούτη την πατρίδα αναζητώ στα πέλαγα...

(Δεν είμαι ’γώ Οδυσσέας

ούτε και την πατρίδα μου πού κείτεται

και πώς τη λένε ξέρω).

 


 

 

 

ΙΙ

 

 

Αίολε κυβερνήτη των καιρών

Δε με φοβίζουν οι άνεμοί σου

Γιατί

Γερό πανί

Γερό σκαρί

Και γερό δοιάκι έχω

Κι  είμαι της θάλασσας παιδί – το ξέρεις.

Έτσι, σ’ όποιο λιμάνι κι αν με πας

Δε με πειράζει.

Εκεί μπορεί την ποθητή να βρω Ιθάκη

Την πατρίδα που ζητώ

Κ’ Ιθάκη ας μην τη λένε.

Κάθε λιμάνι της πατρίδας θα μου δώσει τη χαρά,

Για λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία,

Τι το καράβι στον αφρό θα στέκει πάντα.

Κι αν με δεχτούνε με τιμές ή αθόρυβα

Χωρίς ήχους τυμπάνων

Το ίδιο θα ’ναι,

Γιατί στον τόπο του αγνώριστος

Εκείνος που στα πέλαγα θα βγει

Ή σαν ζητιάνος ή σαν βασιλιάς γυρίζει.

Κ’ εγώ βγήκα στα πέλαγα παιδί.

Για τούτο

Πατρίδα μου την κάθε γη λογιάζω,

Μα δεν περνά πολύ

Που σ’  άλλη γη

Την ποθητή αναζητώ πατρίδα.

 

 

Από τη συλλογή «Φύλλα ημερολογίου» (1965) και στη συνέχεια στην ανθολογία του έργου του «Προηγμένος κύκλος» (2008)

 



Επιστροφή στην ανθολογία ποιημάτων του Σαράντη Αντίοχου