Χαίρε  χαριτωμένη!

 

 

 

 

Τ’  άπιαστο θάμα επιάσθη.

Χαίρε χαριτωμένη!

 

Στο θαμπολόγημα του νου

ξένη η καρδιά αντιστέκεται.

Ξένη και πάλι ξένη.

 

Βουλιάζει αγάλι τ’ όραμα

στενεύει η Πλατυτέρα

ξεφτίζεται ψηφί – ψηφί η πρώτη ζωγραφιά.

Στη λεπτομέρεια την πυρή

περνάει ένα χέρι,

ασβέστης,

δυο μάτια νέα γράφονται

που κλείνουνε τη γη.

 

Χαίρε χαριτωμένη!

Το χαίρε τ’ αρχαγγελικό δε θα ξανακουστεί.

Είναι η καρδιά μια ρήγισσα θαμμένη

που σπάζει τα επιτύμβια και βγαίνει πέρα

ορθή.

 

Έρχεται τώρα ένα όραμα – σαν πρώτα,

μα είναι ξένα τα μάτια, τα μαλλιά.

Ένα καινούργιο ρίγησμα τη ρήγισσα ανασταίνει

και γέρνει.

Ο νους πετά.

 

 

 

 

Από τη συλλογή «Φύλλα ημερολογίου» (1965) και στη συνέχεια στην ανθολογία του έργου του «Προηγμένος κύκλος»

Επιστροφή στην ανθολογία ποιημάτων του Σαράντη Αντίοχου