|
Τρία σονέτα του Παναγιώτη Βρισιμιτζάκη : |
|
|
|
-
Αχερουσία -
Το δικαστήριον του Όσιρι -
Σφίγγες |
|
|
|
Αχερουσία |
|
|
|
Τα μάτια μου στο χάος
βυθισμένα σκιές μέσα στην Άβυσσο
κυττούνεּ του Άδου οι πύλες
ανοιγοσφαλούνε και πνεύματα περνούν μέσα
θλιμμένα. Τα μπράτσα του Χάρου τα
σκελετωμένα στους θρήνους των ψυχών π΄
αντιλαλούνε ατάραχα τη βάρκα οδηγούνε στα μαύρα τα νερά τα
στοιχειωμένα. Και μέσα η λύπη σφίγγει
μου τα στήθη μ΄ όλο που ήπια το νερό απ΄
τη λήθη. Κ΄ όπως αργά περνά η βάρκα
πίσω στη γη πετιέμαι πάλι να
γυρίσω. Μ΄ απ΄ τους θεούς βοήθεια
καμία... όλα νεκρά ΄ναι στην
Αχερουσία.- |
|
|
|
Αλεξανδρινή Τέχνη, Τόμος 2, αρ. 2 (1928), σ. 52. |
|
|
|
Το δικαστήριον του Όσιρι |
|
|
|
Οι δικασταί τη ζυγαριά του
Θωθ κοιτάζουν. Γύρω τριγύρω των θεών
απεσταλμένοι με σοβαρότητα πολύ είναι
καθισμένοι κ΄ ενός αμαρτωλού τα λάθη
εξετάζουν. Και το βαρύ κι άδικο αμάρτημα
ζυγιάζουν πάνω στη θεία ζυγαριά τη
σκεβρωμένη. Σαράντα δύο δικασταί
μελετημένοι, δίχως συνείδηση, τον ένοχο
δικάζουν. Πάλλει μαστίγιον ο Όσιρις
και στέκει πίσω του ο Θωθ. Το πνεύμα
ο Άνουβις παρέκει τραβά στη ζυγαριά π΄ ο Ώρος
ασηκώνει. Κουνιέται η ζυγαριά, ώρα
κακιά σιμώνει. Σκληρήν απόφαση το δικαστήριο
βγάνει : Να βάλει ο Χριστός αγκάθινο
στεφάνι.- |
|
|
|
Αλεξανδρινή Τέχνη, Τόμος 2, αρ. 2 (1928), σ. 53. |
|
|
|
Σφίγγες |
|
Αφιερωμένο
στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη |
|
|
|
Με ζώνουνε οι σκέψεις μου
μέσ΄ στο σκοτάδι σαν σφίγγες όπου σε πυλώνες
υψωμένους μέσ΄ σε πανάρχαιους ναούς
ερειπωμένους προβαίνουνε στη σιγαλιά πάντα
το βράδυ. Και σκληρό πνεύμα, του
κακού καιρού σημάδι, γλυστρά ο Τύφων βλοσυρός
στους στοιχειωμένους θόλους και συνοδεύεται με
κολασμένους που ψέλνουν μαύρη λειτουργία
από τον Άδη. Κ΄ όπως με πόνο η Ίσις το
γλυκό Όσιρί της θέλει να σύρει απ΄ τους
θεούς μ΄ ένα φιλί της και να του ξαναδώσει τ΄
ανθηρά του νειάτα, έτσι κ΄ η σκέψη μου ζητά
καινούργιο δρόμο ν΄ ανοίξει ακολουθώντας
τον ουράνιο νόμο, μα πάντα Σφίγγα αλλόκοτη
της κλει τη στράτα.- |
|
|
|
Αλεξανδρινή Τέχνη, Τόμος 1, αρ. 12 (1927), σ. 5. |