ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΙΑ
Το δάκρυ, όλοι το ξέρουν, είναι μια
φωτιά
κι ο στεναγμός μια φωνή της πληγής
μας.
Καλημέρα λοιπόν σε σας που δεν κλαίτε
κι έχετε τα μάτια ξεκούραστα.
'Oσο για μένα, ξέρω τώρα πια τι
είναι αυτός ο κόσμος.
ΤΑΞΙΔΙ
Κοίταξε πάνω στο κατάστρωμα
τους αδελφούς μας που γέρασαν
σε μια νύχτα.
Μας είπαν πως δεν στοχάστηκαν την
παρακμή.
Δεν στοχάστηκαν ένα τέλος
μέσα σε πέλαγος από βάσανα.
Γιατί μέσα στην πολιτεία
είχαν το κρεβάτι της ξεγνοιασιάς,
γιατί μέσα στο φως το πρωινό
έσπερναν τη φθορά και την αγωνία.
'Oσοι δεν έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν
ξαγρυπνούν και στοχάζονται.
'Oσοι δεν έχουν ψωμί
έχουν όνειρα.
'Oσοι δεν έχουν φωτιά να ζεσταθούν
έχουν ελπίδες.
Όσοι δεν έχουν ελπίδες και στοχασμούς
πεθαίνουν από έκπληξη
γιατ' είναι σκληρό το κακό που σε
βρίσκει
απροετοίμαστο
και δυο φορές σκληρός είναι ο θάνατος
που δεν βρίσκει αντίσταση
ο ερχομός του.
ΜΗΝΥΜΑ
Σώπα.
Και να θυμάσαι
με πόση δοκιμασία απόχτησες
την αρετή ν'αγαπάς.
ΟΜΟΡΦΙΑ
Ευγενικό ό,τι πέθανεν εδώ,
που στοίχειωσε το πέταγμα των γλάρων.
Αβρόν ό,τι κι αν πέρασε απ 'το φάρο
κι έζησε λίγο στην υγράν οδό,
κι ο ψίθυρος ωραίος των επωδών,
-
μνήμης ράθυμο κίνημα βλεφάρων -
για τον αρμονικό θάνατο Ικάρων
που ζήσανε τη ζωή των ευωδών
αιθέρων. Το βήμα άρρωστων παιδιών,
που τους φλογίζει δέος υγρό τα μάτια,
ήρεμα ανησυχεί τα κρύα δωμάτια...
'Oλα είναι ωραία. Και, μόνον, των
φιδιών
το σώμα, νιώθουμε, της αμαρτίας
τα τέκνα, οι ωχροί, οι ξένοι άλλης
πολιτείας.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Δος μου την ηδονή της ηδονής,
ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα,
οδύνη.
Το ερωτικόν απόσταγμα μού ηδύνει
την υπερφίαλη σκέψη που πονεί.
Μόνο, τη γεύση αγάπησα μόνο, ώ
πονώ πέρ' απ' την αίσθηση του
χώρου
της γης, πέρ' απ' τα μάκρη αυτά
πονώ!
Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς
άνθρωπος, μα αισθάνομαι θεός
κι ως θεός ζούσα, μεθούσα, πλήρης
από έρωτα και δόξα κι ομορφιά...
Πάνω στα σουβλερά καρφιά,
σαν ασκητής έλα κι εσύ να γείρεις,
τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,
να φτάσεις στη σιγή και στο κενό
να φτάσεις,
κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.
Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί
του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί
από την πείρα την τόση να κρατείς:
φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις.
back
to the top
Αντωνίου,
Δ. Ι (1906)
ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
(Απόσπασμα)
Ανοίγει η καρδιά μου μες στη σιωπή
φως, φως με κυριεύεις
κι ανήσυχα της γαλήνης το κομπολόι
σκορπώ
- στην ταραχή μου η καρδιά τον όρκο
της ξεχνάει
η εγκαρτέρηση μες στο σκοπό
της μπόρας τούτης πια δεν υπάρχει
μόνο λουλούδια λυγάν
και δέρνονται ως να ξεριζωθούν απ'
την ανεμοζάλη.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
(Απόσπασμα)
Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές
παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Το δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
back
to the top
S/S TERRIFIED RETURN
Δεν ξέρω αν φταίνε τα μάτια μου ή
αν έχουν μεταβληθεί τα λιμάνια,
αν κάθε τι καινούριο κρύβει κι ένα
χωρισμό,
ή μόνο τα μάτια γερνούν, όλο και
πιο πολύ ησυχάζουν,
ο χρόνος καταπιεστικά μας περιφράσσει
στα χαρακώματα.
Κι όλο ζητάω να βρω καινούριες προβλήτες,
καινούρια περίπτερα,
τόπους καινούριους, άλλους ορίζοντες,
ξένα φανάρια,
γιατί φοβάμαι, τρομάζω την κάθε
επιστροφή,
δεν αντέχω την επαιτεία σε χώρους
που τόσο αγάπησα.
back
to the top
Λειβαδίτης Τάσος (1921 - 1988)
ΕΡΩΤΑΣ
'Oλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα
να σωθούν απ' τον εαυτό τους,
δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν
κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε
σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε
μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι,
βγάλανε μια κραυγή
σα ναυαγοί, που, λίγο πριν ξεψυχήσουν,
θαρρούν πως βλέπουν φώτα,
κάπου μακριά.
Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους
σα δυο μεγάλα ψαροκόκκαλα
ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου
μάταιου πρωινού.
back
to the top
Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ. (1901 - 1982)
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΙΑ
Δεν είσαι η μια. Είσαι ο καημός
με τα περίσσια πρόσωπα.
Είσαι η αγάπη η βοριανή, που ανθίζεις
σαν το χιόνι,
μ' έν' άστρο στη ματιά σου θαλασσί.
Είσαι η αγάπη, το ζεστό γαρούφαλο
του Νότου,
που υψώνει φλόγα τον ανασασμό του.
Είσαι η αγάπη της δειλής παιδούλας,
η ακριβή,
κι είσαι η αγάπη η φθινοπωρινή,
στοργή γεμάτη σιγαλοπερπάτητη.
Είσαι κι η πρώτη αγάπη κι η στερνή,
κι η αφίλητη, ανυμέναιη κι η πολυφιλιμένη,
μα πάντα η μια, κι η ατελεύτητη,
κι η ακοίμητη -
ο έρωτας, που δεν το μπορεί
άλλο να μάθει απ' το δικό σου τ'
όνομα, Ελένη!
back
to the top
ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Μιλώντας παντού,
πως χτες ήταν που κράτησες στα χέρια
σου
το χτυποκάρδι ενός φθινοπώρου,
κ' είδες το λιποψύχισμα μιας πολιτείας
στη βροχή.
Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Σφυρίζοντας παντού,
τι δρόμους μέσα στη νύχτα περπατήσαμε,
σε ποια παράθυρα μας έφεγγαν τα
όνειρα των ανθρώπων,
ποιοι κήποι άνθισαν απ' την ανάσα
μας.
Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Ολομόναχος ακολουθούσε,
συναθροίζοντας από κάθε βήμα μας
τον έρωτα,
την κάθε στιγμή,
που γίνεται κύμα γαλάζιο και μας
χτυπά με πάθος.
Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Το ρίγος πήρε απ' το κορμί μας,
κι όλο το σθένος, που κλείνει μέσα
μας η επιθυμία,
το ύψος απ' τ' άστρο, το λυγμό της
θάλασσας, την αλλόκοτη πικρία,
που φέρνει το δάκρυ μιας βροχής,
όταν κυλά στο πρόσωπο.
Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.
Δεν υπάρχει άλλη ώρα να μας καλύψει,
τώρα είναι που ζει μέσα μας ολοζώντανο
το γεγονός,
η αίστηση του νέου χυμού στο αίμα,
η χαρά της συγκατάθεσης,
το ταξίδι στη σιωπή του χρέους και
το τέλος.
back
to the top
ΕΚΕΙΝΟ
Εκείνο που ζήτησα απ΄΄ο τη ζωή
μου το 'δωσε
ίσως και δίχως να το θέλει,
εκείνο που της ζήτησα
το πήρα σαν ψωμί μέσα απ' τα δόντια
της,
γι' αυτό σαν βλέπω λίγο εσύ να μου
μακραίνεις,
λίγο πως πας να κουραστείς,
πως μένεις πίσω από τα βήματά μου,
είμαι έτοιμος να βγάλω μια φωνή:
βοήθεια!
back
to the top
ΜΑΡΙΑ
'Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγς,
είπε η Μαρία.
'Εκρυβε με τα χέρια τη γμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ' όλα
τα κέντρα,
σ' όλους τους κινηματογράφους της
πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες
επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε
ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα,
πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνς του. Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας
χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο,
τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.
back
to the top