Θ. ΠΙΕΡΙΔΗΣ

 

Σ’ ΕΝΑ ΓΕΡΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

 

 

Λες πως γέρασες πια, πως εχάθηκε η φλόγα σου εκείνη,

πως τα τόσα μαρτύρια το τσάκισαν πια το κορμί σου,

πως τα υγρά τα μπουντρούμια κι η πείνα, το γκλομπ και το κνούτο,

τόσα χρόνια! εσταλάξαν σιγά στη φτωχιά την καρδιά σου

την πνοή του θανάτου και γέρνεις αδύναμος τώρα...

Λες πως πάει! δε θα δεις τη μεγάλην ημέρα εκείνη

τι ούτε μια τουφεκιά δεν μπορείς πια μαζί μας να ρίξεις...

Και θολώνει τα μάτια σου η πίκρα και σκάβει τα ο πόνος...

 

Όχι σύντροφε! Σήκωσ’ τα μάτια και κοίτα εδώ πέρα!

Στη γραμμή μας η θέση σου μένει αδειανή και προσμένει...

Δεν την πήρε κανείς, τι κανείς δεν της έγινεν άξιος

όσο εσύ μένεις άξιος και τώρα, όπως ήσουνα πάντα...

 

Θα κατέβεις στη μάχη μαζί μας και τώρα, όπως πάντα!

Κι’ αν τα χέρια σου γίναν βαριά για να ρίξουν τουφέκι,

αδερφέ, μην το λες, μην το λες πως μαζί μας δε θα ’σαι..

 

Θα μας φέρεις στη μάχη τ’ αμέτρητα πλούτη του νου σου

καθώς φως που τα νέφια της νέας μας ψυχής θα σκορπάει.

Θα μας φέρεις το ξάστερο μάτι που βλέπει τα πάντα

και τρυπάει των οχτρών τους στρατούς, πιο σκληρό κι απ’ τη σφαίρα...

θα μας φέρεις την ήρεμη σκέψη, την ώριμη γνώση

του παλιού καπετάνιου που πέρασε θάλασσες μύριες

και κατέχει καλά του νερού και του ανέμου την τέχνη…

 

Ως εμείς θα χτυπούμε τυφλά, κάθε λόγος δικός σου

θα σπιθίζει τριγύρω μας ήλιος, να δείχνει το δρόμο...

Και τα χέρια σου εκείνα που γίναν βαριά για τουφέκι

θα χαράζουνε χάρτες σοφούς και πολύπλοκα σκέδια

για την άγρια τη μάχη, αδερφέ, για την άγρια τη νίκη.

 

Κι αν σου γράφτηκεν όμως να πέσεις στη μέση του δρόμου,

τότε πάλι, τα χέρια σου εκείνα που χρόνια ματώσαν

στα βαριά τα σκοινιά, στις βαριές αλυσίδες δεμένα,

όπου τόσο εδουλέψαν σκληρά στο σκληρό μας τον κόσμο,

όπου τόσους καιρούς, στην ιερή τους παλάμη εσυνάζαν

στάλα - στάλα το αστέρευτο δάκρυ απ’ τα μάτια του κόσμου

και το υψώναν στον ήλιο να λάμψει, ν’ αστράφτει σα φάρος,

τα φτωχά σου τα χέρια που τόσους καιρούς επονέσαν,

θα περάσουν στο σύμπαν ξανά και θα γίνουν λουλούδια...

 

Μες στους κήπους του κόσμου θα λάμψουν μεγάλα, δροσάτα,

και στ’ αγέρι θα γέρνουν και γύρω θα βλέπουν με δίψα,

την καινούργια ζωή να χαρούνε και να χαιρετίσουν...

 

Ναι, μαζί μας θε να ’σαι, μαζί μας και τώρα και πάντα!

 

Αλεξάνδρεια, 1943.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA