Αγγέλω
Από την πόλη εγώ κι αυτή χωριάτα
ουδ’ είδηση της τρέλας μου είχε πάρει
τα μούτρα της τα φουσκομαγουλάτα
να λέω: φεγγάρι.
Ξεραγκιανός κι απόλυωνα γι’ αυτήνα
να παραλώ στον καφενέ, στην πιάτσα
κι ας τάιζε γουρούνια –έλεγα κρίνα
τ’ αδρά της μπράτσα!
Ψέματα που τα πίστευα –και πόσο! –
τα χάνια πύργοι, οι κότες της ρομάντζα·
απ’ τη Χαλκίδα ίσια στο Τοβόσσο,
Χαλκίδα – Μάντζα!
Τι θάμα περιπέτεια –και βάλε–
ντούρος στον Πήγασό μου, μπρος για κάνα
νέο γιουρούσι –ρία– και Καβάλλε
–μου– Ρουστικάνα…..
Ω, δέσποινα των στοχασμών μου, νέα,
ίδιο το ξύλο –αιώνια– κι οι νείλες,
Μάντζα ή Χαλκίδα, Αγγέλω ή Δουλτσινέα
γράφετ’ αλλήλες.
Μα όχι οι Ακαδμαϊκοί της Γραμασίλια,
παρά εσύ στον τάφο μ’ ήλιε μου στράψε
κι αφήνοντας τους χοίρους σου –αμίλεια
μου κάτσε κλάψε.
Δημοσιεύτηκε στο τ. 43 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» (15.5.1946)
Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα
Γράμματα
Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA